1252/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1252/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 10/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ.: "Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει :1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε".
Full text
Απόφαση 1252 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1252/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μαρτσούκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-1-2001 και 13-1-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6996/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 20-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 296 παρ. 1 του Α.Κ.: "Για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις με τον περαιτέρω περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσεως.
Αίτημα της αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Περαιτέρω, από την αυτή ως άνω διάταξη συνάγεται ότι για τη γένεση της αξιώσεως για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο άσκηση της κυρίας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλομένου κεφαλαίου, όπως αρκεί κατ’ άρθρον 346 Α.Κ.
η άσκηση της εν λόγω αγωγής για την γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού, αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση αυτοτελούς αγωγής για τόκους τόκων (με τη συνδρομή των προδιαληφθεισών προϋποθέσεων), αφού το σχετικό αίτημα δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαιτήσεως, ώστε να είναι επιτρεπτή η υποβολή αυτού και δια των προτάσεων, ωστόσο είναι παραδεκτή η σώρευση της αντιστοίχου αγωγής (άρθρο 218 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) στο δικόγραφο της αγωγής για την κυρία απαίτηση (εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις).
Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., εκτός των άλλων, σαφή έκθεση: α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο εναγόμενος, καθόσον το κεφαλαιοποιημένο αυτό ποσό των ληξιπροθέσμων τόκων αποτελεί το κύριο αντικείμενο της δίκης περί ανατοκισμού, β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ’ ελάχιστον, περίοδος ενός έτους και γ) της ασκήσεως της αγωγής μετά την συμπλήρωση του ελαχίστου, κατά τα ανωτέρω, χρονικού διαστήματος (Ολ.
Α.Π. 10/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ.: "Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει :1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε".
Ενώ κατά το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ.: "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".
Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.Α.Π. 2/1994).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διατάξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας, ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-12-1997 αγωγή με αντικείμενο την καταψήφιση της εναγομένης, στην προς αυτόν καταβολήν του ποσού των 482.544.660 δραχμών, νομιμοτόκως από την 9-9-1996, ως ασφαλίσματος, δυνάμει της μεταξύ των συμβάσεως, λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως (ζημίες στην επιχείρηση του λόγω πυρκαϊάς).
Προ της συζητήσεως της ως άνω αγωγής, που έλαβε χώρα την 17-3-1999, και συγκεκριμένα την 31-8-1998, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα εκ του συνόλου της απαιτήσεως του, το ποσό των 236.284.099 δραχμών, και κατόπιν αυτού ο τελευταίος, με την υπ’ αριθμ. .../1-9-1998 δήλωση του παραιτήθηκε μερικώς (κατά τα καταβληθέν ποσόν) του δικογράφου της αγωγής του, δηλώνοντας συνάμα ότι η υποχρέωση της εναγομένης περιορίζεται στο ποσό των 246.260.561 δραχμών, πλέον των νομίμων τόκων επί του ποσού αυτού από την 9-9-1996 καθώς και των τόκων επί του καταβληθέντος κεφαλαίου των 236.284.099 δραχμών, από 9-9-1996 έως της καταβολής του (31-8-1998).
Κατά την συζήτηση της αγωγής του παραιτήθηκε με τις προτάσεις του από το ήδη καταβληθέν ποσό των 236.284.099 δραχμών, καθώς και από ένα κονδύλιο που εκ παραδρομής περιελήφθη στην αγωγή του και περιόρισε το αίτημα αυτής στο ποσό των 226.621.361 δραχμών, το οποίο και μετέτρεψε σε αναγνωριστικό. Παραλλήλως ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας τις ένδικες (από 22-1-2001 και 13-1-2002) αγωγές, με τις οποίες, αφού επικαλέσθηκε το ανωτέρω ιστορικό και την προηγηθείσα της ασκήσεως της κυρίας αγωγής από 19-3-1997 εξώδικη όχληση του προς την αναιρεσείουσα να του καταβάλει εντός δέκα ημερών από της επιδόσεως αυτής το ποσό της οφειλομένης αποζημιώσεως, ζήτησε:
α) με την πρώτη των αγωγών αυτών (από 22-1-2001) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει :1) τόκους επί των κεφαλαιοποιημένων τόκων της κυρίας, ως άνω, αγωγής του από την 30-3-1997, ήτοι δέκα (10) ημέρες μετά την επίδοση της ρηθείσης εξωδίκου οχλήσεως, μέχρι την 31-3-2000, το ποσό των οποίων (κεφαλαιοποιημένων τόκων) προσδιόρισε στις 178.807.357 δραχμές (ή 524.746,46 ευρώ) και 2)τόκους επί των κεφαλαιοποιημένων τόκων επί του ποσού των 236.284.099 δραχμών από την 30-3-1997 έως της ημέρα καταβολής του, ήτοι την 31-3-1998, το ποσό των οποίων (κεφαλαιοποιημένων τόκων) προσδιόρισε στις 79.656.872 δραχμές (ήδη 233.769,25 ευρώ), και β) με την δευτέρα (από 13-1-2003) αγωγή του να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τόκους επί των κεφαλαιοποιημένων τόκων της κυρίας ως άνω αγωγής του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2002, το ποσό των οποίων (κεφαλαιοποιημένων τόκων) προσδιόρισε στα 156.076 ευρώ.
Προ της συζητήσεως των αγωγών αυτών, εξεδόθη επί της αρχικής, ως άνω, αγωγής (από 2-12-1997) η υπ’ αριθμ. 5336/2004 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 665.066,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως.
Κατόπιν δε εφέσεως της εναγομένης εξεδόθη η υπ’ αριθμ.8241/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετ’ εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, περιόρισε το ύψος της οφειλής της εναγομένης στο ποσό των 535.148,7 ευρώ. Επακολούθησε η, κατά την 10-1-2006, καταβολή στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσείουσας του ποσού των 513.860,93 ευρώ έναντι του επιδικασθέντος κεφαλαίου (μετ’ αφαίρεση ποσού 21.288,04 ευρώ εκ του ως άνω επιδικασθέντος, το οποίο περιελαμβάνετο στο ήδη συναινετικώς καταβληθέν τοιούτο) και επί πλέον ποσού 601.381,43 ευρώ για νομίμους τόκους του επιδικασθέντος κεφαλαίου από της επιδόσεως της αγωγής και ποσού 28.000 ευρώ λόγω δικαστικής δαπάνης.
Κατά την επακολουθήσασα συζήτηση των ενδίκων αγωγών, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο ενάγων περιόρισε και διευκρίνισε τα αιτήματα αυτών ως εξής: α) Επί της από 22-1-2001 αγωγής παραιτήθηκε του αιτήματος αυτής που αφορούσε τόκους επί των κεφαλαιοποιημένων τόκων του ποσού των 236.284.099 δραχμών από τις 30-3-1997 έως την ημέρα καταβολής του (31-8-1998), ανερχομένων σε 79.656.872 δραχμές (ήδη 233.769,25 ευρώ) και ακολούθως προσδιόρισε το ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων επί του επιδικασθέντος ως άνω κεφαλαίου των 513.860,93 ευρώ, για το από της επιδόσεως της κυρίας αγωγής (5-12-1997) έως 31-12-2000 χρονικό διάστημα σε 327.684,76 ευρώ και επί του ποσού αυτού ζήτησε την επιδίκαση τόκων (ανατοκισμό) για το χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της ενδίκου αγωγής, έως της 10-1-2006, που κατεβλήθησαν, κατά τα προλεχθέντα, οι αντιστοιχούντες στο επιδικασθέν κεφάλαιο νόμιμοι τόκοι, το ύψος των οποίων (αιτουμένων) καθόρισε στο συνολικό ποσό των 173.579,61 ευρώ.
Β) Επί της από 13-1-2003 αγωγής του προσδιόρισε το ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων του ιδίου, ως άνω, κεφαλαίου των 513.860,93 ευρώ, σε 122.266,78 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι τις 31-12-2002 και επί του ποσού τούτου (122.266,78) ζήτησε, για το από της επιδόσεως της αντιστοίχου αγωγής (16-1-2003) έως της 10-1-2006 (ημερομηνία καταβολής των τόκων)χρονικό διάστημα την επιδίκαση τόκων, ανερχομένων, κατά τους υπολογισμούς του, στο ποσό των 36.949,19 ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές ως μη νόμιμες, κρίνοντας ότι το αρχικό αίτημα των αγωγών για την καταβολή τόκων επί κεφαλαιοποιημένων τόκων για το πριν την επίδοση εκάστης αγωγής χρονικό διάστημα ήταν μη νόμιμο και ότι η κατά τη συζήτηση τους γενομένη μεταβολή του αιτήματος τους ήταν απαράδεκτη, λόγω διαφοροποιήσεως του χρονικού διαστήματος επί του οποίου ο ενάγων αιτήθηκε την καταβολή τόκων επί κεφαλαιοποιημένων τόκων.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, εθεώρησε την εν λόγω μεταβολή ως παραδεκτή διευκρίνιση των ενδίκων αγωγών, τις οποίες, μετά ταύτα έκρινε νόμιμες και δεχόμενο αυτές εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμες υποχρέωσε την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο για την ρηθείσα αιτία (ανατοκισμό) το χρηματικό ποσό των 207.885,71 ευρώ.
Ειδικότερα το Εφετείο καθόσον αφορά την πληρότητα και την νομική θεμελίωση των αγωγών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του τα εξής: "...οι δύο ένδικες αγωγές, όπως αυτές περιορίστηκαν και διευκρινίστηκαν (με τις έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος), ήταν καθ’ όλα ορισμένες και νόμιμες, καθ’ όσον: α) περιείχαν σαφή έκθεση, τόσο του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει η εναγομένη οφειλέτιδα για το χρονικό διάστημα που αφορά η κάθε αγωγή, όσο και της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, μεγαλυτέρας του έτους, β) εκάστη των αγωγών ασκήθηκε μετά την συμπλήρωση του ελάχιστου...
χρονικού διαστήματος του έτους, γ) το αίτημα τους, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του, ήταν η επιδίκαση τόκων από την επίδοση εκάστης αγωγής μέχρι την εξόφληση. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν ήταν ορθή η κρίση της εκκαλουμένης ότι δεν ήταν νόμιμο το αίτημα των αγωγών για επιδίκαση τόκων από προγενέστερο της εγέρσεώς τους χρονικό διάστημα (αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν), πλην όμως, ως προς το προγενέστερο αυτό χρονικό διάστημα (μέχρι, δηλαδή, την επίδοση εκάστης αγωγής), ήδη κατά τη συζήτηση, ο ενάγων παραιτήθηκε από τα αντίστοιχα αιτήματα, και συνεπώς αυτά δεν έπρεπε να καταστούν αντικείμενο έρευνας, αφού θεωρούνται ότι δεν εισήχθησαν προς κρίση.
Περαιτέρω, μετά το γενόμενο νομότυπο περιορισμό τους, οι αγωγές ουδόλως διευρύνθηκαν ως προς το αντικείμενο τους, όπως εσφαλμένα διέλαβε η εκκαλουμένη. Ειδικότερα, α) τα αρχικά ποσά των δεδουλευμένων τόκων, που αναγράφονταν στην αγωγή, περιορίστηκαν, μετά τον αντίστοιχο περιορισμό του κεφαλαίου της αποζημίωσης, πράγμα καθ’ όλα επιτρεπτό και β) οι τόκοι που ζητήθηκαν επί των δεδουλευμένων τόκων, δεν αφορούσαν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο της αγωγής, αλλά, αντιθέτως, μικρότερο.
Πιο συγκεκριμένα, με τις αρχικές αγωγές, όπως ήδη αναφέρθηκε, ζητήθηκε η καταψήφιση τόκων από την επίδοση εκάστης μέχρι την εξόφληση (οποτεδήποτε, συνεπώς, και αν αυτή χωρούσε). Μετά το γενόμενο περιορισμό, ζητήθηκε η καταψήφιση τόκων από την επίδοση εκάστης μέχρι την 10-1-2006, που εχώρησε η εξόφληση. Ήτοι συγκεκριμενοποιήθηκε αριθμητικώς το αιτούμενο ποσό (πράγμα που δεν ήταν καν αναγκαίο, αφού ανάγεται στην εκτέλεση).
Αντιθέτως η εκκαλουμένη, υπολαμβάνοντας ότι το αιτούμενο ποσό τόκων αφορούσε τα χρονικά διαστήματα από 30-3-97 έως 31-12-2000 (για την πρώτη αγωγή) και από 1-1- 2001 έως 31-12- 2002 (για τη δεύτερη αγωγή), ενώ στην πραγματικότητα κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα ανέκυψαν οι δεδουλευμένοι τόκοι, εφ’ ων ζητείται ο ανατοκισμός, στηρίχθηκε σε εσφαλμένη προϋπόθεση και έκρινε τις αγωγές ως μη νόμιμες.
Συνεπώς θα πρέπει, γενομένης δεκτής της εφέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση...".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προεκτεθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 223 και 224 Κ.Πολ.Δ., καθόσον η επενεχθείσα δια των προτάσεων του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου, ως άνω, μεταβολή του περιεχομένου και του αιτήματος των ενδίκων αγωγών αποτελούσε παραδεκτή διευκρίνιση και διόρθωση των αγωγικών ισχυρισμών και όχι ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσεως και του αιτήματος των αγωγών αυτών. Επομένως το Εφετείο, μη κηρύσσοντας απαράδεκτο της ανωτέρω μεταβολής, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεώς της.
Κατά συνέπειαν η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2014 αίτηση της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ.6996/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15 Οκτωβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ