Legislator Case Law & Legislation
1252/2012 AI generated

1252/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1252/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1252/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα αυτό του τρίτου δεν μπορεί να εμποδισθεί από το γεγονός ότι η ανακοπή πλήττει και εκείνον που επισπεύδει την εκτέλεση και υπέρ του οποίου γίνεται αυτή, αφού ο τελευταίος ασκεί τα δικαιώματα του καθού η εκτέλεση (άρθρα 965 και 1005 ΚΠολΔ) και γι' αυτό υπόκειται στους περιορισμούς στους οποίους θα υπέκειτο και ο καθού η εκτέλεση, αν ασκούσε το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 448/1984, ΑΠ 1132/2011).

Keywords

AI generated
vendor's statutory lien consumer contract continuation of contract landlord right of retention acquisition of possession delivery of possession by agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1252 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1252/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - 1.καθ'ου η κλήση: Ι. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ζάρκου.

Καθών η κλήση: 2. Α. χήρας Ν. Μ. και 3. Σ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ν. Χ. Μ., αναγκαίου ομοδίκου του 1ου των καθών, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ξανθίππη Μικρού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2011 τριτανακοπή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3999/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3456/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-5-2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 770/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει ήδη ο καλών με την από 29-11-2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 10-11-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 4276, 4277, 4278, 4279, 4280, 4281/15-7-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου, Δ. Γ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσίβλητος Κ. Μ., ακριβή αντίγραφα α') της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξεδόθη ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου και ήδη αποβιώσαντος Ν. Μ., αναγκαίου ομοδίκου του δευτέρου εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Ρ., β') της αιτήσεως αναιρέσεως και γ') της από 29-11-2010 κλήσεως του επισπεύδοντος προς συζήτηση της αναιρέσεως, η οποία περιέχει πράξη ορισμού δικασίμου για την 26ην Σεπτεμβρίου 2011, ότε ανεβλήθη για την παρούσα δικάσιμο, επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως σε κάθε μία από τις μόνες εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του Ν. Μ. 1) Α. Μ. και 2) Σ. Μ.. Από τα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου προκύπτει, ότι οι ανωτέρω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ και επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν και αυτές παρούσες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 76§1, 576§2 ΚΠολΔ.

Επειδή κατά το άρθρο 936§1 εδ.α' και β' ΚΠολΔ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτελέσεως, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διαθέσεως που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την ακυρότητα της διαθέσεως.

Επίσης έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει ότι εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν είναι καταχρηστική, δηλαδή αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τούτο ορίζεται και με το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται γενικώς και αδιακρίτως στην άσκηση κάθε δικαιώματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν είναι νομέας του πράγματος που είναι αντικείμενο της εκτελέσεως, εκείνος δε κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει μεν κυριότητα επί του πράγματος, πλην η άσκηση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος έναντι του τρίτου (δηλαδή του νομέως) είναι καταχρηστική.

Το δικαίωμα αυτό του τρίτου δεν μπορεί να εμποδισθεί από το γεγονός ότι η ανακοπή πλήττει και εκείνον που επισπεύδει την εκτέλεση και υπέρ του οποίου γίνεται αυτή, αφού ο τελευταίος ασκεί τα δικαιώματα του καθού η εκτέλεση (άρθρα 965 και 1005 ΚΠολΔ) και γι' αυτό υπόκειται στους περιορισμούς στους οποίους θα υπέκειτο και ο καθού η εκτέλεση, αν ασκούσε το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 448/1984, ΑΠ 1132/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. .../31-5-1995 προσύμφωνο, το οποίο συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση-Χρουσαλά, αφ' ενός ο πρώτος των καθ' ών η ανακοπή-εφεσιβλήτων Ν. Μ. με τον μη όντα διάδικο αδελφό του Δ.

Μ. και αφ' ετέρου ο ανακόπτων-εκκαλών Κ. Μ. συμφώνησαν, ότι οι δύο πρώτοι, οι οποίοι ήσαν μοναδικοί συγκύριοι μιας διώροφης οικοδομής, κειμένης επί των οδών ... και ... της Θεσσαλονίκης, θα πωλούσαν και θα μεταβίβαζαν κατά κυριότητα στον εκκαλούντα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου ορόφου της οικοδομής και το δικαίωμα της καθ' ύψος επεκτάσεώς της, αντί τιμήματος 13.500.000 δρχ, το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί σε 10 δόσεις μέχρι της 30-3-1996.

Επί πλέον οι πωλητές, με το ίδιο προσύμφωνο έδωσαν στον αγοραστή την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί ο ίδιος με αυτοσύμβαση στην υπογραφή του οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου. Έκτοτε ο αγοραστής παρέλαβε από τους πωλητές και ασκούσε την νομή κατά το μέλλον να πωληθεί ιδανικό μερίδιο επί του ακινήτου.

Ειδικότερα, εκείνος, έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 1999, εισέπραττε τα αναλογούντα στο 1/2 μισθώματα από έξι υφιστάμενες στην οικοδομή μισθώσεις, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 24340/15-10-2001 πιστοποιητικό της αρμοδίας ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, μετά την λήξη των μισθώσεων η χρήση όλων των μισθίων αποδόθηκε στον ίδιον, το ίδιο δε ιδανικό μερίδιο επί των μελλουσών να πωληθούν οριζοντίων ιδιοκτησιών περιέλαβε ο εκκαλών ως περιουσιακό στοιχείο του στην υποβληθείσα στην ίδια ΔΟΥ δήλωση των στοιχείων των ακινήτων του για το έτος 1997.

Ακόμη ο εκκαλών, κατά την συμφωνία, την 30-3-1996 εξόφλησε το τίμημα πωλήσεως και από τον μήνα Απρίλιο έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 1999 προέβη σε οικοδομικές εργασίες για την συντήρηση και αναπαλαίωση της οικοδομής (ενίσχυση των στύλων και υποστύλωση του εσωτερικού κλιμακοστασίου της εισόδου της οικοδομής, ενίσχυση των δοκών της οροφής, καθαίρεση των επιχρισμάτων στο εσωτερικό και στην όψη της οικοδομής, αντιστήριξη των διαβρωμένων στηθαίων, ανακατασκευή του κουβουκλίου του δώματος, ελαιοχρωματισμό και εν γένει εξωραϊσμό του κτιρίου), για τις οποίες εδαπάνησε συνολικώς το ποσόν των 5.000.000 δρχ.

Η κατάσταση αυτή διήρκησε επί χρόνο μεγαλύτερο των έξι ετών και μέχρι την 5ην Οκτωβρίου 2001, χωρίς ο εκκαλών να προβεί στην κατάρτιση και μεταγραφή του οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου. Τούτο οφείλεται στην πρώτο των εφεσιβλήτων πωλητή, ο οποίος από της υπογραφής του προσυμφώνου αδυνατούσε να προσδιορίσει τα αναλογούντα σε κάθε χωριστή ιδιοκτησία ποσοστά επί του οικοπέδου, αυτός δε ήτο και ο λόγος για τον οποίο δεν συνετάγη ευθύς εξ αρχής το πωλητήριο συμβόλαιο.

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος των εφεσιβλήτων, την 5-10-2001 επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση και κατέσχε αναγκαστικώς το επίδικο για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς του κατά του πωλητού, πρώτου των εφεσιβλήτων, από 1.955.700 δρχ. (5.739,40 ευρώ), σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 269/2001 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκου Κορίνθου.

Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει και τα εξής: "... Καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα των 6,5 περίπου χρόνων ο πρώτος των εφεσιβλήτων όχι μόνο δεν εναντιώθηκε όσο αφορά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αλλά επιπλέον ουδέποτε προέβαλε έκτοτε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, αφότου συντάχθηκε το προσύμφωνο, μέχρι την ημέρα της κατασχέσεως (5.10.2001), γεγονός που υποδηλώνει την πλήρη αποξένωσή του και αδράνειά του από κάθε εμπράγματο δικαίωμα επί αυτού, αφού και η ερημοδικία αυτού ενώπιον του πρωτοβαθμίου αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η διαφαινόμενη από μέρους του άσκηση του δικαιώματος της κυριότητάς του υφίσταται μόνο κατά πλάσμα, αφού ο ίδιος δεν είχε λόγους να προβεί σε κάποια δικαστική ενέργεια, αφού επί σειράς ετών δεν εναντιώθηκε σε βάρος του εκκαλούντος για τις προαναφερόμενες εργασίες αναπαλαίωσης του επιδίκου ούτε για την είσπραξη των μισθωμάτων από τις υφιστάμενες μισθώσεις, και βάσιμα συνεπώς δημιουργήθηκε στον εκκαλούνται η πίστη και πεποίθηση πως ο πρώτος των εφεσιβλήτων δεν θα ασκούσε δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, η ανατροπή δε της κατάστασης αυτής που επήλθε με την κατάσχεση να είναι ιδιαίτερα επαχθής για τα συμφέροντα αυτού, καθόσον από την αιτία αυτή κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη ...".

Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε, ότι η από μέρους του πρώτου των εφεσιβλήτων άσκηση του δικαιώματος κυριότητος επί του επιδίκου έναντι του εκκαλούντος, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και έκανε δεκτή την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου-ανακόπτοντα εκ του άρθρου 281 ΑΚ.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, το μεν ορθώς υπήγαγε τα ανελέκτως από αυτό δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και επίσης δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα ως προς τον εκ του άρθρου 281 ΑΚ λόγο ανακοπής, καθόσον, ως εκ του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει, ο ανακόπτων πρότεινε όλα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον λόγο της ανακοπής του.

Επομένως, οι 1ος κατά το δεύτερο σκέλος του, 2ος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, 3ος και 4ος λόγοι αναιρέσεως, που αποδίδουν στην προσβαλλομένη πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 8 -και όχι εκ των άρθρ.14 και 10 ως αναφέρεται στο αναιρετήριο- πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθ' όσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, δεν εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη.

Επειδή για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων α') το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε από την σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β') το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ') το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ') ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 113/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον 2ο λόγο αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του με τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο εσχημάτισε την κρίση του, που αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αφού παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../31-5-1996 προσυμφώνου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ιωάννας Μπιλίση-Χρουσαλά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αναφέρονται σε αυτόν τα προαναφερθέντα στοιχεία.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3456/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ