Legislator Case Law & Legislation
1252/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where lawyer withdraws appeal for one client while others remain litigating.

Case Number 1252/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four employees of the Arcadia Regional Administration against a second-instance judgment. While the first appellant withdrew their appeal via a verbal declaration made by their lawyer before the oral hearing, the remaining three appellants continued to pursue the case. The court ruled that the withdrawal applied only to the first appellant, leaving the appeal valid for the others, who were subsequently ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; A verbal declaration of withdrawal from an appeal by the attorney of record before the start of oral proceedings constitutes a valid withdrawal of the appeal document for the specific client represented, even if other clients remain in the case.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal verbal declaration attorney withdrawal partial withdrawal legal costs Code of Civil Procedure multiple appellants

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296 and 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 38 of Law 2218/1994

Cited Case Law

AI generated
Case 1354/2008
Case 1544/2000
Case 1980/2007
Case 480/2006
Case 202/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1252 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1252/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)..., 2)..., 3)..., 4)..., υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αρκαδίας, κατοίκων Τριπόλεως. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου, η οποία δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 23-3-2008 αιτήσεως αναιρέσεως. Του αναιρεσιβλήτου: Β/θμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αρκαδίας", που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, o οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Ραβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά (ΟΛ. Α.Π. 20/1999). Η κατά τα άνω δήλωση παραιτήσεως από το δικόγραφο της αναιρέσεως - όχι από το δικαίωμα - μπορεί να γίνει και από τον υπογράφονται αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο. (ΑΠ 1354/2008, ΑΠ 1544/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπογράφουσα το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρος Μαρία Ασημακοπούλου, η οποία είχε και ειδική πληρεξουσιότητα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ.... ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Βασίλειου Αρτόπουλου, με προφορική δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα αυτόν (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Περαιτέρω με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε συγχρόνως με την κύρια σύμβαση, με το ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή την ιδιοκτησία του αυτού, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις, δεν θίγωσι το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμου".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, που περιλαμβάνει τα εμπράγματα και περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα καθώς και δικαιώματα (απαιτήσεις) ενοχικής φύσεως είτε αναγνωρισμένα με δικαστική απόφαση είτε γεννημένα κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον κατά το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟΛ ΑΠ 40/1998).

Τέτοιες απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) είναι και εκείνες του εργατικού δικαίου που στρέφονται κατά του Κράτους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες από τακτικές αποδοχές (μισθούς) που καταβάλλονται σε εργαζόμενους του δημοσίου τομέα, οι οποίες δεν μπορούν να μειωθούν παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας η συνδρομή της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων(ΟΛ ΑΠ 3/1998).

Περαιτέρω στο άρθρο 12 παρ.1 του ν. 2671/1998 ορίζονται τα εξής: <<Το κατά τη δημοσίευση του παρόντος, τακτικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσωπικό του ΟΣΕ που πλεονάζει, μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας, σε υπηρεσίες υπουργείων, περιλαμβανομένων και των αυτοτελών ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή αρχών, περιφερείων, ΝΠΔΔ, Οργανισμών Τοπικής ή Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και λοιπών φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα>>.

Κατά δε την παρ.9 του ίδιου άρθρου, οι αποδοχές του προσωπικού, που μεταφέρεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ρυθμίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ.3 άρθρο 20 του Ν.2515/1997, η οποία ορίζει ότι <<Οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι με βάση την καταργούμενη με την παρ.1 διάταξη, καθώς και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α'),του ν.2436/1996 (ΦΕΚ 192 Α') και του άρθρου 13 του ν.2367/1995 (ΦΕΚ 261 Α'), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18του ν.2446/1996 (ΦΕΚ 276 Α'), κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο.

Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεως τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης. Ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α.

Κατά δε την παρ.5 <<οι διατάξεις της παρ.3 ισχύουν και για όλους τους υπαλλήλους που μεταφέρονται ή μετατάσσονται, ως και αυτούς που έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και μισθοδοτούνται με τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχονται>>. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι από τους μετέχοντες ήδη στην αναιρετική δίκη ενάγοντες-αναιρεσείοντες, οι δεύτερος και τρίτος από αυτούς μεταφέρθηκαν από τον ΟΣΕ, όπου εργάζονταν, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αρκαδίας (αναιρεσίβλητο Β/μιο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης) σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις με την ίδια σχέση εργασίας, βάσει των διατάξεων του άρθρου 12 του ν.2671/1998 και την υπ'αριθμ.3978/22.3.2002 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών, και Οικονομικών, ανέλαβαν δε υπηρεσία στις 9.9.2002, ο δε τέταρτος από εκείνους, δυνάμει της υπ'αριθμ.16662/19.4.2002 ΚΥΑ των ανωτέρω Υπουργών, μεταφέρθηκε από τον ΟΣΕ που εργαζόταν ως υπάλληλος του κλάδου ΔΕ Διοικητικού-Λογιστικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αρκαδίας, σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση με την ίδια σχέση εργασίας και ανέλαβε υπηρεσία στις 1.4.2003.Οι αποδοχές τους ρυθμίστηκαν κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 20 του ν.2515/1997.Το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των ως άνω αναιρεσειόντων στον ΟΣΕ, ήτοι ο βασικός μισθός και το χρονοεπίδομα, ανέρχονταν για τον δεύτερο σε 1.043,89 Ευρώ (686,77+357,12), για τον τρίτο σε 936.84 Ευρώ (669,17+267,67) και για τον τέταρτο σε 993,97 Ευρώ(689,77+303,50).

Το σύνολο των αποδοχών και απολαβών της νέας τους θέσης στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αρκαδίας, ανερχόταν στις 17.3.2003(βλ. σχετικές βεβαιώσεις της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Ν.Α Αρκαδίας), συμπεριλαμβανομένων βασικού μισθού, χρονοεπιδόματος, επιδόματος ειδικής παροχής, επιδόματος εξομάλυνσης, κινήτρου απόδοσης, σε 1110,59 Ευρώ, 1080,22 Ευρώ, και 1141,78 Ευρώ αντιστοίχως.

Είναι πρόδηλο ότι από τη σύγκριση αυτή δεν προκύπτει για κανένα από τους αναιρεσείοντες αυτούς προσωπική διαφορά, η οποία να πρέπει να διατηρηθεί από τη Ν.Α Αρκαδίας, και συνεπώς η τελευταία νομίμως προσδιόρισε τις αποδοχές τους κατά τα ανωτέρω. Ο ισχυρισμός των άνω αναιρεσειόντων ότι η σύγκριση για την ανεύρεση της προσωπικής διαφοράς έπρεπε να γίνει μεταξύ τακτικών αποδοχών(βασικού μισθού και χρονοεπιδόματος) της παλαιάς με τη νέα θέση (τότε πράγματι θα προέκυπτε διαφορά υπέρ των αναιρεσειόντων αυτών), είναι απορριπτέος, αφού η σύγκριση γίνεται με τις τακτικές αποδοχές της παλαιάς θέσης και το σύνολο των αποδοχών της νέας θέσης, εξαιρουμένης της οικογενειακής παροχής.

Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση που άσκησαν οι ανωτέρω αναιρεσείοντες κατά της υπ'αριθ.60/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, με την οποία απερρίφθη η αγωγή τους, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παρεβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε για τους εξής λόγους:α)ο νομοθέτης με ειδική διάταξη (άρθρο 20 παρ.3 ν. 2515/1997),η οποία εντάχθηκε στο ν.2671/1998 το δικαίωμα των εργαζομένων στον ΟΣΕ να μεταταγούν σε όλες τις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων.

Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση συνάδει με το άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος, που προβλέπει την προστασία της εργασίας και με το οποίο καλείται το Κράτος να εφαρμόζει πολιτική πλήρους απασχολήσεως με μέτρα οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επέμβαση του στην καθόλου εργατική αγορά με σκοπό την διαμόρφωση της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας των μισθωτών και έτσι η με το σκοπό αυτό νομοθετική ρύθμιση αποτελεί συνταγματικώς επιτρεπτή ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας για τη διασφάλιση τόσο του δικαιώματος στην εργασία όσο και των ήδη κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του μετατασσόμενου προσωπικού του ΟΣΕ.

β)Εξ'άλλου, η νομοθετική πρόβλεψη για διατήρηση της προσωπικής διαφοράς αμοιβής των μετατασσομένων μέχρι την αύξηση των αμοιβών της νέας θέσεως τους στο ύψος των αμοιβών που λάμβαναν κατά τη μετάταξη (άρθρο 20 παρ.3 ν.2515/1997) δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τη μεταβολή μονομερώς των ισχυουσών εννόμων σχέσεων (άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 Συντάγματος) γιατί οι μετατασσόμενοι προνομιακά, σε σχέση με τους λοιπούς εργαζομένους της αυτής κατηγορίας, λαμβάνουν μεγαλύτερες αποδοχές από τους ήδη υπηρετούντες στις υπηρεσίες που μετατάχθηκαν, έως ότου οι αποδοχές των λοιπών εργαζομένων εξισωθούν με τις δικές τους διά των παρεχομένων μισθολογικών αυξήσεων, η δε προσωπική μισθολογική διαφορά που παρέχεται στους μετατασσομένους αποτελεί ειδική προσωπική αμοιβή παρεχομένη κατ'εξαίρεση των καταβαλλομένων αμοιβών στους λοιπούς απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα σε ειδική κατηγορία μισθωτών προ της μετατάξεως από τον ιδιωτικό τομέα με μοναδικό σκοπό να διατηρηθεί το οικονομικό επίπεδο που είχαν αυτοί ως εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα.

γ)Η νομοθετική ρύθμιση που προαναφέρθηκε δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ γιατί δεν οδηγεί σε μείωση (παρούσα ή μελλοντική) των τακτικών αποδοχών των μετατασσομένων, αφού αυτοί εξακολουθούν να λαμβάνουν μεγαλύτερο μισθό από εκείνο που λαμβάνουν οι λοιποί εργαζόμενοι της αυτής κατηγορίας και ειδικότητας, οι οποίοι δεν προέρχονται από μετάταξη και ακολούθως τον ίδιο με τους τελευταίους και έτσι αυτοί (μετατασσόμενοι) δεν αποστερούνται αδικαιολογήτως περιουσιακού τους στοιχείου (ενοχικού δικαιώματος) ενόψει και του ότι στον εργασιακό τομέα, για λόγους δημοσίου συμφέροντος (περιορισμό της ανεργίας), επέρχονται συνεχώς προσαρμογές στο υφιστάμενο νομικό καθεστώς, οι οποίες τελούν σε άμεση συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής κατάστασης, με σκοπό να διασφαλίζεται η συνεχής εργατική απασχόληση των μισθωτών.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τα αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ., και σε σχέση με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσείοντες, ως αβάσιμος και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Β/θμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, λόγω της ήττας τους (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δικ.), περιορισμένα όμως, κατ'εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.1 ν.3693/1957 και της κοινής απόφασης 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης σε συνδυασμό με την παρ.2 του άρθρου 38 του ν.2218/1994 (ΑΠ 1980/2007, ΑΠ 480/2006, ΑΠ 202/2004).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 27/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης.

Απορρίπτει την άνω αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (δεύτερο, τρίτο και τέταρτο). Και

Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ