1252/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 25 Νοεμβρίου 2002 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2875/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2189/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 941/21-7-2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1252/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Από τα άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1252 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1252/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζηγιαννάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 25 Νοεμβρίου 2002 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2875/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2189/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 941/21-7-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 13 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και κατά παράβαση των άρθρων 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1γ του Συντάγματος και 27 παρ. 1 του ΠΔ 715/1979 δίκασε την από 20-9-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ΄ αυτού με την οποία εκείνη ζήτησε από το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών), ως εκμισθώτρια συγκροτήματος κατοικιών στη θέση "΄Αγιος Σπυρίδων" ή "Διώνη" στο Πικέρμι Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα 15-10-1999 έως 31-5-20022, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.107.315,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, αναλυόμενο σε ευρώ 464.647,37 λόγω μονομερούς λύσεως της σύμβασης μισθώσεως, σε ευρώ 46.906,33 λόγω αποζημίωσης χρήσης του μισθίου από 10-9-1999 έως 14-10-1999, σε ευρώ 500.000 λόγω αποζημίωσης για τις ζημιές του εξοπλισμού του μισθίου ακινήτου και σε ευρώ 95.762,05 λόγω μείωσης της αξίας των κινητών πραγμάτων του εξοπλισμού του μισθίου ακινήτου κατά τη διάρκεια της μίσθωσης.
Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που τον στοιχειοθετούν, με τον αναγκαίο καθορισμό της σχέσης υπέρβασης εξουσίας προς κάποια διάταξη της απόφασης (ΑΠ 784/2006), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ότι το Εφετείο κανονικά, μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του για διαφορά (μισθωτική) ιδιωτικού δικαίου, συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης 2875/2003 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή για ευρώ 581.557, απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και δέχτηκε την έφεση του αναιρεσείοντος (εναγομένου), στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, δίκασε στην ουσία την υπόθεση και δέχτηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 440.838,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.
ΙΙ.- Από τα άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου πού παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός από τα παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.
ΑΠ 20/2005, 28/1998, 32/1996 και 57/1990). Η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου δεν αρκούν, διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η επικαλούμενη πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 46/2003 και 784/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον ισχυρίζεται, με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί: αα) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ββ) αλλιώς, περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως αυτά του "προσδιορισμού της αξίας των δήθεν μη ευρεθέντων πραγμάτων και της αυξήσεως της αξίας τους κατά 4%, της ποσότητας και αξίας εκάστου των παραδοθέντων ειδών", χωρίς να παραθέτει τις διατάξεις των νόμων στις οποίες στηρίζεται η αξίωση της αναιρεσίβλητης για την επιστροφή των μη ευρεθέντων αναλωσίμων κινητών πραγμάτων αξίας 301.265,90 (αυξημένης κατά 4%) και αντιγράφοντας την αντιφατική και αόριστη αγωγή, δίχως να αιτιολογεί το πόρισμά της στο οποίο τελικά κατέληξε.
Ακόμη με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, υποστηρίζει, ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί γγ) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 592 και 42 του ν.δ. 496/1974, από τις οποίες προκύπτει, ότι ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές οφειλόμενες στη συμφωνημένη χρήση, καθώς και ότι νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσείοντος για τη συνομολόγηση συμβάσεων είναι ο πρόεδρος του διοικούντος αυτό συλλογικού οργάνου και όχι οιαδήποτε τριμελής επιτροπή με τη μονογραφή των μελών της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, διευκρινήσεις ενώπιόν του των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων και των μελών της επιτροπής παράδοσης και παραλαβής που υπόγραψαν για το αναιρεσείον, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα .....
που νόμιμα με απόφασή του διόρισε, έκθεση τεχνικών συμβούλων του αναιρεσείοντος και έγγραφα διαδίκων), δέχτηκε τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Με βάση το από 15.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που υπεγράφη από τους νομίμους εκπροσώπους των διαδίκων, η ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη) εκμίσθωσε στο εναγόμενο (αναιρεσείον), που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ένα νεόδμητο συγκρότημα κατοικιών, αποτελούμενο από έξι (6) κτίρια, συνολικής επιφάνειας 2.850 τ.μ., τα οποία είναι περιφραγμένα και έχουν ανεγερθεί στα υπ' αριθ. 3Α, 3Β, 3Δ και 4Α οικόπεδα του 94 Ο.Τ., στη θέση "Άγιος Σπυρίδων" ή "Διώνη", στη συμβολή των οδών Κιλκίς και Σερρών, στο Πικέρμι Αττικής.
Στους διαιρεμένους χώρους των ως άνω κτιρίων περιλαμβάνονται 46 υπνοδωμάτια των τριών κλινών, δύο υπνοδωμάτια των έξι κλινών και δέκα υπνοδωμάτια της μιας κλίνης, ήτοι συνολικής δυναμικότητας 160 πλήρως εξοπλισμένων κλινών, όπως και 40 ετέρων τοιούτων, που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν, για την ικανοποίηση αναγκών επειγούσης φύσεως, για την συνολική, συνεπώς, εξυπηρέτηση, διαμονή και περίθαλψη 200 ατόμων.
Περιλαμβάνονται επίσης 58 πλήρως εξοπλισμένα λουτρά, πλήρως εξοπλισμένες αίθουσες χρήσης κοινής διαβίωσης και 25 αίθουσες βοηθητικής χρήσης. Περιλαμβάνονται, επίσης, και όλα τα κινητά πράγματα, που συγκροτούν α) τον ξενοδοχειακό εξοπλισμό (έπιπλα, σκεύη, σινδόνια κλπ) για την εξυπηρέτηση της διαμονής 200 ατόμων και β) τον μηχανολογικό εξοπλισμό τηλεφωνικού κέντρου και συσκευών συστήματος μεταδόσεως μηνυμάτων μέσων μεγαφώνου, ΦΑΞ, ηλεκτρονικού υπολογιστή, φωτοτυπικού μηχανήματος κλπ, όπως όλα τα παραπάνω κινητά πράγματα αναφέρονται λεπτομερώς στο εκ 13 σελίδων έγγραφο παράρτημα Ι, που επισυνάπτεται στο παρόν και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσης συμβάσεως.
Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε τριετής, ήτοι από 15.10.1999 μέχρι την 14.10.2002, το δε μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 13.700.000 δρχ., το οποίο θα αναπροσαρμόζεται κατ' έτος και καθόλη τη διάρκεια της μισθώσεως, κατά το ποσοστό του πληθωρισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος. Το συγκρότημα κατοικιών, μετά των εν γένει βοηθητικών χώρων του, εγκαταστάσεων, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων και των λοιπών κινητών πραγμάτων, που όλα ευρίσκονταν εις αρίστη κατάσταση, ως μη χρησιμοποιηθέντα προηγουμένως, εκρίθησαν κατάλληλα για τη συμφωνηθείσα χρήση από ειδικώς προς τούτο συσταθείσα εκ μέρους του μισθωτή επιτροπή, που το επισκέφθηκε επανειλημμένα για τον σκοπό αυτό και εις την οποία (επιτροπή) έγινε ήδη από 15.10.1999 η παράδοση της χρήσεως του μισθίου, κατά το προσαρτώμενο στην παρούσα πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης, στην ίδια δε καλή κατάσταση οφείλει να το παραδώσει ο μισθωτής, κατά τη λήξη της συμβάσεως.
Ο μισθωτής οφείλει να κάνει καλή χρήση και να μην προξενεί ζημίες στους χώρους των κτιριακών εγκαταστάσεων, παρακολουθημάτων και λοιπών κινητών πραγμάτων, κάθε δε τυχόν προσγενομένη ζημία, οφείλει να την αποκαθιστά αμέσως κατά τη λήξη της μισθώσεως ή καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση αυτής, ο μισθωτής υποχρεούται να παραδώσει το μίσθωμα εις οίαν καλήν κατάσταση το παρέλαβε, ευθυνόμενος για τις πέραν της συνήθους χρήσεως φθορές και βλάβες του.
Το εναγόμενο ν.π.δ.δ., κάνοντας χρήση των διατάξεων του άρθρου 36 παρ. 3, περ. β' και ε', του π.δ. 715/1979, μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτού, γνωστοποίησε στην εκμισθώτρια, με την από΄29.4.2002 εξώδικη δήλωσή του (η οποία επιδόθηκε στην εκμισθώτρια την 29.4.2002 - βλ. σχετ. επισημείωση του δικ. επιμελητή ..... ), ότι το συμβούλιο διοίκησης του νοσοκομείου με την 4/14.3.2002 απόφασή του, αποφάσισε ομόφωνα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 36 π.δ. 715/1979, τη λύση και την εκκένωση του μισθίου ακινήτου την 31.5.2002.
Κοινοποίησε και απόσπασμα της 5/9.4.2002 συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου, κατά την οποία ομόφωνα αποφάσισε την πρόωρη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως μισθώσεως για την 31.5.2002, για το λόγο ότι οι ασθενείς φιλοξενούμενοι στο μίσθιο θα μεταφερθούν σε ξενώνες και διαμερίσματα, όπως προβλέπει το πρόγραμμα και ειδικότερα οι δεσμεύσεις του Ψ.Ν.Α.
απέναντι την ευρωπαϊκή επιτροπή, για την υλοποίηση των δράσεων α) στελέχωσης και λειτουργικής υποστήριξης των εξωνοσοκομειακών δομών του Ψ.Ν.Α., β) καταπολέμησης αποκλεισμού από την αγορά εργασίας μεταστέγασης ασθενών και προώθησης στην απασχόληση στο Ψ.Ν.Α., λόγω του σεισμού, υποπρόγραμμα 5, μέτρο 5 και επομένως, θα καταργηθεί το σύνολο των στεγαζομένων υπηρεσιών του Ψ.Ν.Α.
στο μίσθιο. Με βάση αυτή την καταγγελία, στηριζόμενη στους παραπάνω λόγους, το εναγόμενο απεχώρησε από το μίσθιο την 31.5.2002. Οι διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 3 του π.δ. 715/1979 εξακολουθούν να ισχύουν και επομένως νόμιμα έλαβε χώρα η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης. Τα αποτελέσματα αυτής επέρχονται με το τέλος Ιουνίου 2002, οπότε παύει και η υποχρέωση καταβολής μισθώματος.
Το μίσθωμα του Μαΐου 2002 έχει καταβληθεί, άρα οφείλεται από το εναγόμενο το μίσθωμα του Ιουνίου 2002, ανερχόμενο σε 40.205,5 ευρώ (13.700.000 δρχ.). Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε, εκ μέρους της ενάγουσας - εκμισθώτριας, πλην των ακινήτων - μισθίων, παραδόθηκαν στο εναγόμενο - μισθωτή, για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ασθενών, που θα στεγάζονταν στο μίσθιο και σημαντικός αριθμός κινητών πραγμάτων (κυρίως οικιακών σκευών), τα οποία το εναγόμενο είχε την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα με τη λήξη της μισθώσεως, στην κατάσταση που παρέλαβε.
Στο μισθωτήριο επισυνάπτεται (ως "παράρτημα") μία κατάσταση εκ 13 σελίδων, η οποία επιγράφεται ως κατάσταση εξοπλισμού κλπ και η οποία κατάσταση υπογράφεται από τον πρόεδρο της εκμισθώτριας και από την πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου νοσοκομείου. Όμως, εκτός από την κατάσταση αυτή, συντάχθηκε και άλλη, στην οποία αναφέρονται κατά αναλυτικό τρόπο τα παραδοθέντα εκ μέρους της εκμισθώτριας κινητά αντικείμενα στο εναγόμενο.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην εν λόγω κατάσταση το κάθε είδος και η ποσότητα που παραδόθηκε, καθώς και η κατά τον χρόνο κτήσης αξία του, ο προμηθευτής και το τιμολόγιο αγοράς. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο επίδικο μισθωτήριο είχε συσταθεί εκ μέρους του εναγομένου - μισθωτή επιτροπή, για την παραλαβή του μισθίου και των παραρτημάτων του, η οποία (επιτροπή) συσταθείσα ειδικώς προς τούτο, το επισκέφθηκε επανειλημμένα για τον σκοπό αυτό.
Η εν λόγω επιτροπή ήταν τριμελής και την αποτελούσαν οι υπάλληλοι του εναγομένου - μισθωτή Ζ1, Ζ2 και Ζ3. Η (δεύτερη), αναλυτική, ως άνω, κατάσταση φέρει τις υπογραφές των μελών της εν λόγω επιτροπής του εναγομένου νοσοκομείου σε κάθε της σελίδα, γεγονός το οποίο συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, αλλά και το δέχονται τα ίδια τα μέλη.
Η κατάσταση αυτή, η οποία έγινε προδήλως, προκειμένου να παρουσιασθεί αναλυτικότερα ο αριθμός και η αξία των παραδοθέντων κινητών πραγμάτων, ανταποκρίνεται προφανώς, στην πραγματική κατάσταση, που επικρατούσε στο μίσθιο. Η κατάσταση αυτή έγινε γνωστή στη διοίκηση του νοσοκομείου. Το τελευταίο ισχυρίζεται ότι δεν την ενέκρινε, όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία.
Η παραπάνω τριμελής επιτροπή, με το από 22.11.1999 έγγραφό της (αριθμός πρωτ. 30178/22.11.99) προς τη διοίκηση του εναγομένου αναφέρει: Σας υποβάλλουμε συνημμένα πρακτικό παραλαβής κατοικιών ειδικών προσώπων στο Πικέρμι Αττικής και παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες. Εξάλλου, στο σχετικό πρακτικό παραλαβής αναφέρεται (μεταξύ άλλων):
Ο εξοπλισμός είναι όπως αυτός τροποποιήθηκε, ύστερα από την καταμέτρηση της επιτροπής και όπως αυτός περιγράφεται στο τροποποιημένο παράρτημα Ι, που υποβάλλουμε συνημμένα. Το τροποποιημένο αυτό παράρτημα είναι το προαναφερθέν, στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά τα κινητά αντικείμενα του μισθίου και η αξία τους και φέρει τις υπογραφές των μελών της επιτροπής, που συνέστησε το εναγόμενο - μισθωτής.
Με την άποψη ότι η εν λόγω κατάσταση είναι αυτή, που ανταποκρίνεται στα πράγματα συντάσσεται και ο πραγματογνώμονας, ο οποίος, σχετικά αναφέρει στην έκθεσή του: Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία των καταστάσεων ή παραρτημάτων, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι, για τις ανάγκες της παρούσας πραγματογνωμοσύνης, αποδεκτή είναι η τελευταία κατάσταση ή παράρτημα Ι, που είναι δακτυλογραφημένη και φέρει χειρόγραφες, με αστερίσκο προσθήκες.
Όμως, δεν είναι ευθέως αποδεκτές οι τιμές μονάδος των χειρογράφων προσθηκών, διότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες μονογραφές της επιτροπής επί των χειρογράφων αυτών, όπως δεν είναι άμεσα αποδεκτές οι εν γένει τιμές μονάδος, που εμφανίζονται σε αυτή την κατάσταση. Σύμφωνα, λοιπόν, με την κατάσταση αυτή, παραδόθηκαν στο εναγόμενο τα αναφερόμενα με λεπτομέρεια κινητά πράγματα (επισυνάπτονται επτά φύλλα της κατάστασης αυτής ως περιεχόμενο της απόφασης).
Μετά την, κατά τα ανωτέρω, καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους του εναγομένου, το τελευταίο όρισε τριμελή επιτροπή, για την παράδοση του μισθίου και τον εξοπλισμό του. Την επιτροπή αυτή αποτελούσαν οι ίδιες οι ως άνω υπάλληλοι του εναγομένου (προδήλως, διότι γνώριζαν το αντικείμενο), ήτοι η Ζ1, η Ζ2 και η Ζ3.
Την εκμισθώτρια εκπροσώπησαν η μηχανικός .... και ο νόμιμος εκπρόσωπός της ..... . Για την παράδοση και παραλαβή, την καταμέτρηση των κινητών πραγμάτων, που βρέθηκαν να υπάρχουν καθώς και αυτών, που δεν υπήρχαν και ποιά η αξία τους, συντάχθηκε το από 31.5.2002 αναλυτικό πρακτικό, με το οποίο, ομόφωνα τα μέλη και των δύο επιτροπών, κατέληξαν στο συμπέρασμα, μετά από αναλυτική παράθεση των κατ' ιδίαν αντικειμένων, που δεν ευρέθησαν καθώς και της αξίας τους, ότι το τελικό οφειλόμενο εκ μέρους του μισθωτή, για την απώλεια των κινητών πραγμάτων της εκμισθώτριας, ποσόν ανέρχεται σε 500.000 ευρώ, από τα οποία 301.265,90 ευρώ αναφέρονται στην τιμή κτήσεως και 198.734,10 ευρώ στην ετήσια αύξηση αντικατάστασής τους, που υπολογίσθηκε σε 8% ετησίως.
Ειδικότερα, η καταμέτρηση αυτή των άνω επιτροπών, με την αναλυτική παράθεση όλων των καταμετρηθέντων αντικειμένων, καθώς και της αξίας τους έχει ως εξής (επισυνάπτονται είκοσι φύλλα κατάστασης από το βιβλίο πρακτικού, πρωτοκόλλου παραλαβής, προσδιορισμού κλπ βλαβών από μη ευρεθέντα - καταστραφέντα πράγματα κλπ, ως περιεχόμενο της απόφασης).
Από την αντιπαραβολή, επομένως, των καταστάσεων αυτών, που με ιδιαίτερη επιμέλεια η επιτροπή συνέταξε, προκύπτει ζημία από αναλωθέντα ή καταστραφέντα, κατά τα άνω, κινητά πράγματα της ενάγουσας - εκμισθώτριας, ανερχόμενη, καθόσον αφορά την τιμή κτήσεως, στο ποσό των 301.265,90 ευρώ. Το ποσοστό, όμως, 8%, που αναφέρεται στην ετήσια αύξηση αντικατάστασης των πραγμάτων αυτών κρίνεται υπερβολικό.
Το ποσοστό αυτό, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, το μέσο ύψος του ετήσιου πληθωρισμού, κυμαινόμενο στα ίδια, περίπου, επίπεδα και τις αρχές της καλής πίστης, κατά το κρίσιμο διάστημα, ανέρχεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, στο 4% ετησίως και, συνεπώς, στο μισό του ποσού, που προσδιόρισε η επιτροπή, ήτοι στο ποσό των 99.367 ευρώ.
Συνεπώς, η συνολική ζημία, που υπέστη η ενάγουσα από την ανωτέρω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 400.633 ευρώ (301.265,90 + 99.367,05). Στο ύψος αυτό προσδιορίζει και ο πραγματογνώμονας τη ζημία της ενάγουσας και ειδικότερα στο ποσό των 400.000 ευρώ (συνολικά), ο οποίος (πραγματογνώμονας) συνέταξε τρείς πίνακες αποτίμησης αξίας, τον πρώτο με βάση το πρακτικό του έτους 2002, τον δεύτερο με βάση το πρακτικό του έτους 1999 και τον τρίτο με βάση κατηγοριοποίηση των ειδών.
Συνεπώς, οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι δηλαδή το οφειλόμενο από αυτό, για την ανωτέρω αιτία στην ενάγουσα ποσό είναι πολύ μικρότερο και ειδικότερα, όπως αναφέρουν οι τεχνικοί του σύμβουλοι ανέρχεται στο ποσό των 84.395 ευρώ, είναι αβάσιμοι, καθόσον στηρίζονται, εκτός των άλλων και στην από αυτό (εναγόμενο) επικαλούμενη κατάσταση (πίνακα) παραδοθέντων ειδών και όχι στην κατάσταση που, κατά τα ανωτέρω, ανταποκρίνεται στα πράγματα.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το συνολικά οφειλόμενο από το εναγόμενο στην ενάγουσα χρηματικό ποσό ανέρχεται σε 440.838,5 ευρώ (ήτοι 400.633 για αποζημίωση καταστραφέντων ή αναλωθέντων κινητών και 40.205,5 για ένα μίσθωμα). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να δεχτεί ότι η εκ της καταγγελίας αποζημίωση της ενάγουσας πρέπει να υπολογιστεί στο ισόποσο των 4,5 μηνιαίων μισθωμάτων αντί του ενός έσφαλε.
Μετά απ' αυτά, η ένδικη αγωγή (που είχε κριθεί νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 361, 574, 594, 597 εδ. 2 ΑΚ, π.δ. 715/1979, 70 ΚΠολΔ, από την πρωτόδικη απόφαση), πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλεις την ενάγουσα το ποσό των 440.838,5 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης όπως ζητείται (άρθρα 241, 340 και 345, 346 ΑΚ)".
Με αυτά τα δεδομένα, όλες οι προαναφερθείσες αιτιάσεις των άνω λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν με τις εξής αιτιολογίες: Η υπό στοιχεία (αα) ως αβάσιμη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογίες. Οι υπό στοιχεία (ββ) και (γγ), προεχόντως ως αόριστες και απαράδεκτες, διότι στο αναιρετήριο, κατά παράβαση των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία, δηλαδή τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν και ιδίως, με βάση τις κρίσιμες πραγματικές παραδοχές που δεν παρατίθενται, τα συγκεκριμένα νομικά σφάλματα της αναιρεσιβαλλομένης, η έννομη συνέπεια που με τις παραδοχές αυτές διαγνώστηκε, οι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις κλπ) με τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη αιτιολογίας, ανεπάρκεια και αντίφαση (που επίσης δεν προσδιορίζονται), καθώς και ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλομένη, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμες, διότι το Εφετείο στην απόφασή του διέλαβε τις άνω αιτιολογίες που είναι επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και δικαιολογούν το σαφές πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις, και ιδίως τις επικαλούμενες των άρθρων 361, 592 ΑΚ και 42 του ν.δ. 496/1974 (ή άλλες διατάξεις), που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αναφορικά με τον προσδιορισμό της συνολικής ζημίας της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας (από τη μη παράδοση των αναλωθέντων ή καταστραφέντων ως άνω κινητών πραγμάτων), για την ανεύρεση της οποίας προσέθεσε στην τιμή κτήσης και ποσοστό 4% ετησίως από την ετήσια αύξηση αντικατάσταση των πραγμάτων αυτών.
ΙΙΙ.- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (δεύτερο και τρίτο μέρος του), το αναιρεσείον επικαλείται τα εδάφια 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, συγκεκριμένα γιατί: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή τη συνταγείσα από τον εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης (που δεν υπογράφηκε όμως και από τη νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος) κατάσταση (Ι.
παράρτημα σύμβασης), β) εσφαλμένα στη συνέχεια δέχτηκε, ότι τα παραδοθέντα κινητά πράγματα (ξενοδοχειακός εξοπλισμός) είναι όσα αναγράφονται στο παράρτημα της σύμβασης που έχει υπογραφεί μόνο από τον εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης ..... και όχι τα αναγραφόμενα "στο ενσωματωθέν στο ιδιωτικό και υπογεγραμμένο υπ΄ αμφοτέρων των συμβαλλομένων παράρτημα της συμβάσεως", ότι υπήρχε υποχρέωση να επιστρέψει (το αναιρεσείον) την αξία των "δήθεν μη ευρεθέντων αναλωσίμων κινητών πραγμάτων τα οποία ως εδέχθη εκμισθώθηκαν για να χρησιμοποιηθούν υπό ψυχασθενών και μάλιστα αυξημένη κατά 4%" και ότι τα μη ευρεθέντα αναλώσιμα κινητά πράγματα (για επιστροφή) είναι "δήθεν τα αναγραφόμενα σ΄ αυτή" και γ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 15-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, στο οποίο έχει ενσωματωθεί το παράρτημα Ι.
της σύμβασης (μόνα υπογραμμένα από την εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της), από τα οποία προκύπτει, ότι τα μίσθια ακίνητα και ο μηχανολογικός της ξενοδοχειακός εξοπλισμός μισθώθηκαν από έκτακτη ανάγκη (σεισμός 7-9-1999) με το υπερβολικό μίσθωμα των 13.700.000 δραχμών, για να χρησιμοποιηθούν από ψυχασθενείς και ότι τα αναλώσιμα κινητά πράγματα που παραδόθηκαν είναι τα αναγραφόμενα στο παράρτημα Ι.
της σύμβασης που ενσωματώθηκε στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Με τέτοια διατύπωση πρέπει και οι αιτιάσεις αυτές να απορριφθούν και μάλιστα η πρώτη προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 661 ΚΠολΔικ) το Εφετείο (άρθρα 650 παρ. 1α και 654 παρ. 2 ΚΠολΔικ) λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και συνεπώς και άκυρα έγγραφα, χωρίς να ιδρύεται ο από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 13/1998), η δεύτερη επίσης ως απαράδεκτη, διότι πλήττει, με πρόσχημα απλή επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) και η τρίτη προεχόντως ως αόριστη και απαράδεκτη, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται, όπως θάπρεπε, κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω από 15-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού και το περιεχόμενο που δέχτηκε το δικαστήριο με τη φερόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου του (ΑΠ 883/1995, 811/1998), ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του διαγνωστικού σφάλματος, σε κάθε δε περίπτωση από την προσβαλλομένη προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο αυτό, αλλά το συνεκτίμησε απλά μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων και άλλα έγγραφα), για να καταλήξει σε σαφές πόρισμα χωρίς να το εξαίρει.
IV.- Κατά το εδάφιο 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔικ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης για απόδειξη. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία εκδίκασης των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 649 παρ. 1α και 654 παρ. 2 ΚΠολΔικ, οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. ΄Αρα οι από το εδάφιο 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του τέταρτου και τελευταίου λόγου του αναιρετηρίου για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 661 ΚΠολΔικ), πρέπει να απορριφθούν, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, γιατί στο αναιρετήριο δεν καθορίζονται με σαφήνεια οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ως προς τους οποίους εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου, προεχόντως για την πιο πάνω αιτία ως απαράδεκτες (ΑΠ 1046/1998, 420/1995 και 1291/1994).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση (χωρίς ημερομηνία) με αριθμό κατάθεσης 941/21.7.2005 του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", για αναίρεση της 2189/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ