Legislator Case Law & Legislation
1251/2021 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify document distortion or evidence errors.

Case Number 1251/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a final court decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court distorted documents and misapplied evidence rules but failed to specify which documents were altered or how evidence was wrongly evaluated. The court rejected the appeal because the grounds were too vague to meet the strict requirements for admissibility under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging document distortion or evidence error is inadmissible if it fails to specify the distorted content or the specific error in evidence assessment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure admissibility of appeal document distortion evidence assessment vague grounds property ownership Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 286(a), 287 and 290 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Law on the Consolidation of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1251 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1251/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Το αναιρεσείον:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:

Σ. Θ. του Ν., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Ε. Λ., η οποία, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος Σ. Θ. του Ν. απεβίωσε στις 21.06.2013 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό .../2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού:

1) Ι. χήρα Σ. Θ., το γένος Ν. Ν.,

2) Π. Θ. του Σ., σύζυγος Κ. Σ.,

κάτοικοι ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09.10.1989 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4225/1990 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10394/1991 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 05.11.1992 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη ανέγνωσε την έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την κρινόμενη από 05.11.1992 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 10394/1991 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσία η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 4225/1990 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 09.10.1989 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).

[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. (α), 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομίας.

Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε η δικηγόρος Ε. Λ. και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος Σ. Θ. αποβίωσε στις 21.06.2013, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε το …/21.6.2013 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συνταχθεί από το Ληξιαρχείο Ζωγράφου Αττικής, ενώ δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου του αναιρεσίβλητου συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Ι. χήρα Σ. Θ., το γένος Ν. Ν. και η θυγατέρα του Π. Θ. του Σ., σύζυγος Κ. Σ., οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία (βλ. το …/8.1.2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Μαρκόπουλου Μεσογαίας, το …/2014 Πρακτικό Δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας της από 04.01.2011 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος, το …/30.4.2019 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και το …/22.4.2019 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης, πλην της ανωτέρω, καθώς και την …/21.6.2019 Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Παναγιώτη Νικολάου Κορομάντζου, με το 1908/5.7.2019 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας περί μεταγραφής της).

Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

[III] Με το άρθρο 270 παρ. 1 εδ. β' , 4 εδ. α' και 6 εδ. ια’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται ,ότι κατά τη διαδικασία στο Μονομελές Πρωτοδικείο οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να προσκομίσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά τους μέσα, ότι η συζήτηση και διεξαγωγή των αποδείξεων ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο, καθώς και ότι η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.

Από τις διατάξεις αυτές, που σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ ισχύουν και στη δευτεροβάθμια δίκη, όταν η έφεση στρέφεται κατά αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σαφώς προκύπτει, ότι δεν υφίσταται κατά τη διαδικασία του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποκειμενικό βάρος απόδειξης, εκτός αν, κατ’ εξαίρεση, εκδοθεί πράξη (ή απόφαση) , για συμπλήρωση των αποδείξεων, σύμφωνα με το εδάφιο β' της παραγράφου 6 του άρθρου 270 ΚΠολΔ.

Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος αποδείξεως δηλαδή φέρει αυτός που προτείνει τους ισχυρισμούς και συνεπώς ο ενάγων φέρει το βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσεως της αγωγής του και ο εναγόμενος το βάρος αποδείξεως της ανταγωγής, των ενστάσεων κ.ο.κ.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ εμπίπτει η αιτίαση που προβάλλεται, αλλά και να καθορίζονται σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος.

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. βάρος της αποδείξεως, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπτίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υφίσταται, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις, δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί το νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ.

και που οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας. (ΑΠ 914/2018, ΑΠ 692/2017, ΑΠ 1965/2014).

[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης 10394/1991 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

«| Το επίδικο ακίνητο είναι εδαφική έκταση 1200 μ², που βρίσκεται στη θέση ..., του ... Μεσογαίας Αττικής και εμφανίζεται με τους αριθμούς ... στο από 1978, σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Μ., το οποίο συνοδεύει το με αρ. .../ 27.2.1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ε. Σούντα, που έχει μεταγραφεί στον τόμο … με α.α. … του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, με το οποίο πωλήθηκε το ακίνητο αυτό στον ενάγοντα από τον Π. Η. Π.. Ο τελευταίος στη νομή του ίδιου ακινήτου είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Η. Π., το 1880 όταν υπεισήλθε στην κληρονομική του περιουσία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του. Αλλά και ο Π. Π. με όμοιο τρόπο το 1845 είχε διαδεχθεί τον πατέρα του στη νομή αυτού του ακινήτου. Καθένας από τους παραπάνω, στα χρονικά πλαίσια που αναφέρθηκαν καλλιεργούσε το επίδικο με διάφορα δημητριακά, ο δε ενάγων, επί πλέον, και με κηπευτικά, και όλοι τους κατείχαν το επίδικο με διάνοια κυρίου και πίστευαν ότι η νομή τους αυτή ήταν ανεπίληπτη, ειδικώς δε ο ενάγων είχε την πεποίθηση ότι αποκτώντας τη νομή απόκτησε και την κυριότητα του ίδιου ακινήτου. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε ποτέ πράξεις νομής επί του επιδίκου αφού και ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με πρόταση δική του και είναι δασολόγος καταθέτει σχετικώς ότι « [...] εκτός από το πρωτόκολλο δεν ξέρω και εάν έγινε καμιά πράξη νομής,».

Από τα περιστατικά αυτά που αποδείχθηκαν συνάγονται τα εξής:

Ο απώτατος νομέας του επιδίκου Π. Π. ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του (1880). Την κυριότητα δε αυτή απέκτησε με τη συνεχή διανοία κυρίου και με καλή πίστη κατοχή αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 30 χρόνια, που συμπληρώθηκε το 1875, δηλαδή πριν από τις 12.09.1915. Έτσι οποιαδήποτε προηγούμενη κυριότητα του εναγομένου καταλύθηκε, ενώ η ιδιότητα του επιδίκου ως δάσους δεν εμπόδιζε τότε το νομέα του να χρησιδεσπόσει. Επομένως το 1880 η κυριότητα του ακινήτου περιήλθε στο τέκνο του Η. Π. ο οποίος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αναμίχθηκε στην κληρονομία αυτή με την άσκηση των ιδίων πράξεων νομής με τα αυτά προσόντα μέχρι το 1942. Όμως το έτος αυτό παραχώρησε τη νομή του ακινήτου στο δικό του τέκνο Π. Π. ατύπως, χωρίς δηλαδή τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως έπρεπε, για να συνυπολογισθεί και ο χρόνος χρησικτησίας του. Έτσι αρχίζει νέος χρόνος χρησικτησίας στο πρόσωπο του Π. Π. που συμπληρώνεται στις 23.02.1966 (άρθρο 65 ΕισΝΑΚ). Επομένως το 1978 ο Π. Π. ήταν κύριος του επίδικου και την κυριότητα αυτή μεταβίβασε στον ενάγοντα με το συμβόλαιο εκείνο που νόμιμα έχει μεταγραφεί. Έκτοτε ο ενάγων με την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού του ακινήτου άσκησε συνεχώς τις παραπάνω πράξεις νομής μέχρι την επίδοση της αγωγής (12.02.1990), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας.

Συνεπώς ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, εφόσον το είχε στη νομή του, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία (αρ. 1041 ΑΚ) και δεν ανήκε προηγουμένως στο εναγόμενο Δημόσιο, αφού καμιά πράξη νομής του δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι τούτο ήταν στη διακατοχική νομή των ιδιωτών που αναφέρθηκαν, ενδεχόμενη δε προηγούμενη ιδιότητά του καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία, πριν από τις 12.09.1915.

Δεν έσφαλε , άρα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όταν έκρινε ότι ο ενάγων είχε γίνει κύριος του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία και για το λόγο αυτό ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της εφέσεώς του (με στοιχ. 2 και 3 στην έφεση) με τον οποίο παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι βάσιμος [...]|».

Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την από 08.01.1991 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την 4225/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ο ενάγων κύριος, νομέας και κάτοχος του επίδικου ακινήτου.

[V] Με τον τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 13 ΚΠολΔ, της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς το ζήτημα της κυριότητας επί του επίδικου ως δάσους. Ειδικότερα, αναφέρεται σχετικά με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, ότι έπρεπε να ταχθεί θέμα απόδειξης κτήσεως κυριότητας από τον ενάγοντα ή από το δικαιοπάροχό του επί δασικής εκτάσεως, αφού υπάρχει δεδικασμένο από την 1914/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άλλως, διότι αρνήθηκε το ίδιο την κυριότητα του αντιδίκου και άσχετα αν ισχυρίσθηκε ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση της κυριότητάς του, έπρεπε το βάρος της απόδειξης της κτήσης κυριότητας επί δασικής έκτασης να τεθεί στον αντίδικό του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι, όπως εκτέθηκε στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση. Σε κάθε περίπτωση όμως, γενομένου δεκτού ότι στην προκειμένη περίπτωση η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε την σημασία της και ότι, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρισίμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι πρόκειται για καλλιεργήσιμη έκταση την οποία καλλιεργούσαν ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του με σιτηρά και κηπευτικά τουλάχιστον από το έτος 1847 μέχρι την άσκηση της αγωγής με διάνοια κυρίου και πίστευαν ότι η νομή τους ήταν ανεπίληπτη, ειδικώς δε ο ενάγων είχε την πεποίθηση ότι αποκτώντας τη νομή απέκτησε και την κυριότητα, ενώ ο απώτατος δικαιοπάροχός του Π.

Π., ήταν κύριος αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (1880) καθόσον χρησιδέσποζε επί του ακινήτου αυτού με συνεχή διάνοια κυρίου και καλή πίστη πάνω από 30 χρόνια που συμπληρώθηκαν το έτος 1975 δηλαδή πριν την 12.09.1915. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου ακινήτου ακόμη και δάσος να ήταν αυτό γιατί χρησιδέσποζαν σε αυτό από το έτος 1845 με τα προσόντα της χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και είχαν καταστεί κύριοι τούτου πριν την 12.09.1915, με αποτέλεσμα να καταλυθεί η κυριότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφορά σε πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό, αφού, όπως εκτέθηκε, η κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε στην απόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής και η έρευνα του ισχυρισμού του εναγομένου ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δάσος και επομένως ανήκε στην κυριότητά του δεν είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης.

[VI] Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου («σφάλμα ανάγνωσης») με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432ΚΠολΔ.

εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο επακριβώς το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκρισή τους να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει το διαγνωστικό σφάλμα που του αποδίδεται ή η ελλιπής ανάγνωσή τούτου (και όχι απλώς σφάλμα κατά την αξιολόγησή του).

Επίσης, ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ’ άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν «ελεύθερα». Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται με επάρκεια: α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά το νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, β) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του.

Αν λείπει έστω και ένα από τα προεκτιθέμενα στοιχεία ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020).

Με το πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις , κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα αιτιάται το αναιρεσείον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση «παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και συγχρόνως παρέβη τους ορισμούς του νόμου όσον αφορά τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των επικληθέντων και προσαχθέντων υπ’ αριθμ. 1914/1980 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του υπ’ αριθμ. …/14.5.1990 εγγράφου του Δασαρχείου Πεντέλης, της από 01.02.1988 εισήγησης του παραπάνω Δασαρχείου για χαρακτηρισμό της έκτασης και της υπ’ αριθμ. …/1988 πράξης χαρακτηρισμού καθώς και της κατάθεσης του μάρτυρα ...» του ίδιου, στα οποία έγγραφα κατά το αναιρεσείον, «διαλαμβάνονται πλήρη στοιχεία για τη σαφή μορφή του επίδικου τμήματος, δεχθείσα αντίθετα, και εναντίον των παραπάνω εγγράφων, την αόριστο κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου για τη φύση της επίδικης έκτασης σαν δήθεν καλλιεργησίμου».

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του ως προς το πρώτο σκέλος αυτού από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως παραμορφωθέν περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων ούτε και διαλαμβάνεται ποια ήταν η υπό του Εφετείου εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών αλλά απλώς αναφέρεται η, κατά τον αναιρεσείοντα , εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως προς το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, διότι δεν εκτίθεται με επάρκεια στο αναιρετήριο για την απόδειξη τίνος ισχυρισμού προσκομίσθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο το αποδεικτικό σφάλμα της προσβαλλόμενης στην αξιολόγηση των μέσων αυτών.

[VII] Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 10394/1991 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το σχετικό αίτημά τους μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05.11.1992 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 10394/1991 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ