Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds were not raised in original appeal or constitute procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the Third Instance Court's decision to uphold a lower court judgment. The bank argued the judgment was flawed regarding interest recognition and lacked reasoning on evidence, but failed to raise these specific grounds in the original appeal. The court ruled that since these arguments were not part of the initial appeal, they are procedurally inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562, 559 of the Civil Procedure Code; An appeal must contain all grounds for review raised in the original appeal, and procedural defects cannot be introduced for the first time in an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1251 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1251/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σιαμπαλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελισάβετ Καπελάνου - Αλεξανδρή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 452/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/8/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-08-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 452/2014, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, την έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, που στρεφόταν κατά του τέταρτου ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και την έφεση των λοιπών ανακοπτόντων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις κατά της υπ' αριθ. 145/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, επικυρώνοντας την τελευταία αυτή απόφαση, με την οποία είχαν συνεκδικασθεί η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της υπ' αριθ. 156/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που είχε εκδοθεί με βάση αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσείουσας Τράπεζας και, μετά από παραδοχή των προσθέτων λόγων ανακοπής του τέταρτου ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, είχε ακυρωθεί η άνω διαταγή πληρωμής, μόνο ως προς αυτόν και επικυρώθηκε ως προς τους λοιπούς ανακόπτοντες. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ.552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, με την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Κατά δε την παρ.3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τραπέζης, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρο 449 § 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη μόνη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τραπέζης (ΑΠ 1022/2003).
Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας, που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 1094/2006, 1022/2003, 1117/2002). Εξάλλου η φωτοτυπία αποτελεί ακριβή απεικόνιση του φωτοτυπουμένου εγγράφου. Επικυρωμένη δε φωτοτυπία σημαίνει απεικόνιση του φωτοτυπουμένου εγγράφου και επιπλέον βεβαίωση ότι η απεικόνιση είναι ακριβής.
Έτσι, για να αποτελεί η φωτοτυπία αποσπάσματος των βιβλίων της Τράπεζας κυρωμένο αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου θα πρέπει να υπάρχει α) στο φωτοτυπούμενο έγγραφο (απόσπασμα) που έχει εξαχθεί με εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή βεβαίωση του υπαλλήλου της τράπεζας που έκανε την εκτύπωση για τη γνησιότητα της εκτυπώσεως και η βεβαίωση αυτή να έχει αποτυπωθεί στη φωτοτυπία, και β) στη φωτοτυπία βεβαίωση, προερχόμενη από αρμοδία αρχή ή δικηγόρο, ότι αυτή (φωτοτυπία) είναι ακριβής.
Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της, δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητος αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε.
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη κατά τον ανακόπτοντα έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής (Ολ.ΑΠ 43/2005, Ολ.Α.Π. 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 665/2006).
Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς διέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται (και όχι από τον αριθ.1) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποσπασμάτων κίνησης λογαριασμών με αριθ....
και ..., διότι ,ενώ αυτά έχουν εξαχθεί από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της αναιρεσείουσας με βεβαίωση της γνησιότητας αυτών από δυο υπαλλήλους της και επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, το Εφετείο δέχτηκε ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν σε απλές φωτοτυπίες, μη επικυρωμένες από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο και έκανε δεκτό το δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου και ακύρωσε ως προς αυτόν τη διαταγή πληρωμής με την αιτιολογία ότι δεν αποδεικνυόταν από αυτά η απαίτηση της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, η παραδοχή του Εφετείου ότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν είχαν αποδεικτική δύναμη, επειδή ήταν απλές φωτοτυπίες και όχι επικυρωμένες από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο , δε συνιστά παραμόρφωση, λόγω διαγνωστικού λάθους , αφού δεν ανάγεται στην ανάγνωση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, αλλά πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα με τις έγγραφες προτάσεις της, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί και πρωτοδίκως και συγκεκριμένα: "1) την υπ' αριθ. ...31.10.1997 και μετά από μετάπτωση υπ' αριθμ. .../31.10.1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μετά των από 31.10.1997, 29.4.2004, 24.10.2005, 2.2.2006, 15.1.2007 και 7.2.2007 προσθέτων πράξεων και από 19.6.2002 και 7.12.2005 ταυτάριθμων αυξητικών της, χορηγηθείσης συνολικής πιστώσεως δεκατεσσάρων εκατομμυρίων (14.000.000) ευρώ, 2) τα από 22.9.2008 γνήσια αποσπάσματα των εντός ηλεκτρονικού υπολογιστή σε ηλεκτρονική μορφή μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, με σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τους υπαλλήλους της, που ενήργησαν την εν λόγω εκτύπωση, 3) τις εκθέσεις επίδοσης του κατάλοιπου των κλεισθέντων λογαριασμών, 4) τις από 30.6.2008 επιστολές αναγνώρισης καταλοίπου της 30.6.2008 από την πιστούχο εταιρεία και το υπ' αριθμ. ...15.7.1983 ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Λειβαδιάς Γ.
Β., που ήταν ακριβή αντίγραφα από τα πρωτότυπα που κατέθεσε κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, όπως βεβαιώνεται από το Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καρδίτσας, 5)την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 156/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και 6)την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.156/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας" με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τα ανωτέρω νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα με τις έγγραφες προτάσεις της, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί και πρωτοδίκως, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, όπως έχει αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής για κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού ή την έφεση, για την απόδειξη της απαίτησης και του ποσού της, λαμβάνει υπόψη τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο έκρινε την ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1161/2006) όχι όμως και όταν απέρριψε την ανακοπή λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Εξάλλου, οι αντιφατικοί μεταξύ τους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποια συγκεκριμένα έγγραφα, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αφετέρου ότι προσέδωσε στα ίδια έγγραφα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτά ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την από 24-9-2008 αίτησή της η καθ' ης Τράπεζα πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης υπ' αριθμ. 156/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Στην αίτηση αυτή αναφέρεται ότι πρόκειται για ποσό κλεισίματος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μεταξύ της αιτούσας Τράπεζας και της πρώτης των καθ' ων η αίτηση πιστούχου ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε. ...", την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση του οποίου εγγυήθηκαν εγγράφως οι λοιποί των καθ ων η αίτηση.
Ότι μεταξύ αυτών (διαδίκων) συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας. Στην αίτηση αυτή ανάμεσα στα προσαγόμενα και επισυναπτόμενα έγγραφα αναφέρονται και τα "ακριβή αντιπεφωνημένα αντίγραφα" της κίνησης των επίμαχων λογαριασμών της σύμβασης πιστώσεως από της αναγνωρίσεως 30-6-2008 μέχρι 12-9-2008, ήτοι του υπ' αριθ. ...
λογαριασμού της υπ' αριθμ. ...31-10-1997 (και μετά από μετάπτωση με αριθμό ...31-10-1997) σύμβασης πιστώσεως, που εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 484.390,39 ευρώ, και του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της ίδιας σύμβασης, που εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 432.218,03 ευρώ. Στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής μεταξύ των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για την έκδοσή της μνημονεύονται και τα προσαγόμενα "αντίγραφα" των ως άνω λογαριασμών, δίχως όμως να προσδιορίζεται αν τα "αντίγραφα" αυτά των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας επικυρώθηκαν από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο.
Η καθ' ης Τράπεζα προσκομίζει αντίγραφα αμφοτέρων των ως λογαριασμών κίνησης της πίστωσης, με τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα, τα οποία αποτελούν απλές φωτοτυπίες των εξαχθέντων από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπασμάτων των βιβλίων της, δηλαδή των πρωτότυπων εγγράφων, τα οποία (πρωτότυπα) φέρουν τη φράση "ο βεβαιών τη γνήσια εκτύπωση" και δύο υπογραφές των υπαλλήλων της καθ' ης Κ.
Μ. και Δ. Κ., που απεικονίζονται εν προκειμένω ομοίως σε φωτοτυπία. Πάνω στις φωτοτυπίες αυτές υπάρχει πρωτότυπη επικύρωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της καθ' ης με τη φράση (σε πρωτότυπο) "ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του εις χείρας μου ακριβούς αποσπάσματος", με ημερομηνία 20-1-2009 και υπογραφή του δικηγόρου.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση φωτοτυπημένα αντίγραφα των αποσπασμάτων των μηχανογραφικώς τηρούμενων βιβλίων της καθ'ης και όχι με βάση επικυρωμένα από δικηγόρο αντίγραφα τούτων, όπως απαιτείται κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δοθέντος ότι η επικύρωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της καθ' ης φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.
Επομένως τα ως άνω φωτοτυπημένα αντίγραφα αποσπασμάτων, δίχως να είναι επικυρωμένα από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, δεν έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με τα πρωτότυπα αποσπάσματα των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων της πιστοδότριας Τράπεζας και δεν αποδεικνύουν την απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή (και ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχ.
Α' έφεσης) πιστοδότριας Τράπεζας, που στηριζόταν στο κατάλοιπο, που προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του προαναφερθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού. Λόγω δε της έλλειψης της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, πρέπει να ακυρωθεί ως προς τον τέταρτο ανακόπτοντα κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό (δεύτερο) πρόσθετο λόγο ανακοπής του...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτός ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 156/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι , όπως προκύπτει από την επισκόπηση του παραπάνω εκτιθέμενου μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπεισήλθε στη έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αλλά απέρριψε το μοναδικό λόγο της έφεσης, δεχόμενο ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν προσέδωσε στα ίδια ως άνω έγγραφα, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, την δέουσα αποδεικτική δύναμη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτά ο νόμος, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση, για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει αντίφαση σε σχέση με τον προεκτεθέντα λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του αρθ.559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), υποστηρίζοντας, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν.
Ειδικότερα υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι η με αριθ. 156/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας εκδόθηκε με βάση φωτοτυπημένα αντίγραφα αποσπασμάτων των μηχανογραφικώς τηρουμένων βιβλίων της Τράπεζας (αναιρεσείουσας) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε διατάξει την ακύρωσή της, παρότι δεν αποτέλεσε λόγο ανακοπής ότι τα προσκομισθέντα με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής αντίγραφα των υπ' αριθ. ...
και ... λογαριασμών της σύμβασης πίστωσης ήταν φωτοτυπημένα αντίγραφα των αποσπασμάτων των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών της βιβλίων, χωρίς επικύρωση από δικηγόρο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των από 22-10-2008 προσθέτων λόγων ανακοπής του αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι αυτός με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής, αιτήθηκε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, επειδή προς απόδειξη της απαίτησης της η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε φωτοτυπημένα αντίγραφα των ανωτέρω λογαριασμών, τα οποία δεν ήταν επικυρωμένα από δικηγόρο και σε κάθε περίπτωση δεν προσκόμισε έγγραφα που πιστοποιούν την αρμοδιότητα των υπαλλήλων της για τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης αυτών.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή, αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει, να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 I του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τις διατάξεις περί του βάρους απόδειξης. Ειδικότερα, προβάλλει ότι με αυτή κρίθηκε βάσιμος ο σχετικός πρόσθετος λόγος ανακοπής του αναιρεσίβλητου με την αξιολόγηση των προσκομισθέντων από αυτή αντιγράφων των λογαριασμών κίνησης της πίστωσης ως απλές φωτοτυπίες, χωρίς καμία αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που όφειλε ο τελευταίος να προσκομίσει και επικαλεστεί για την απόδειξη αυτού (πρόσθετου λόγου ανακοπής).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτός ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 156 /2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος απόδειξης, διότι, για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του ,όπως προκύπτει από την επισκόπηση του παραπάνω εκτιθέμενου μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρει την προκειμένη αναιρετική διαδικασία, απέρριψε το μοναδικό λόγο της έφεσης, δεχθέν ότι ορθά έγινε δεκτός ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής του αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, αφού από τα προσκομισθέντα από την αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής και ήδη αναιρεσείουσα αντίγραφα των λογαριασμών κίνησης της πίστωσης σε απλές φωτοτυπίες δεν αποδεικνυόταν η χρηματική της απαίτηση.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), οι αποδείξεις, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, ανακοπής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αίτησης, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του φωτοτυπίες των αντιγράφων των λογαριασμών κίνησης της πίστωσης, τα οποία δεν είχε προσκομίσει κατά την κατάθεση της αίτησης έκδοσης της υπ' αριθ. 156/2008 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και δεν έλαβε υπόψη του τα ακριβή αντίγραφα από τα ακριβή αποσπάσματα εξηγμένα από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά της βιβλία, που κατέθεσε με την αίτηση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου και τα οποία δεν ήταν φωτοτυπημένα αντίγραφα, ώστε να απαιτείται η επικύρωση από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις δεν συνιστούν "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια και υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται ουσιαστικά η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του αρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ως προς το οικείο σκέλος του, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενη παραβίαση από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στο Εφετείο, την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, κήρυξε την ακυρότητα της υπ' αριθ. 156/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ως προς τον αναιρεσίβλητο, προβάλλοντας ότι το Εφετείο, μετά την κρίση του ότι τα φωτοτυπημένα αντίγραφα των λογαριασμών της πίστωσης δεν αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο της απαίτησης ,όφειλε να λάβει υπόψη του τις με επίκληση προσκομισθείσες, με την από 24-9-2008 αίτηση έκδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής, από 30-6-2008 επιστολές αναγνώρισης του προσωρινού χρεωστικού καταλοίπου της πιστούχου ποσού 896.402,70 ευρώ και να ακυρώσει μερικώς τη διαταγή πληρωμής, κατά το υπερβάλλον της αναγνώρισης ποσό και δη αυτό των τόκων υπερημερίας.
Η αναιρεσείουσα, όμως, κατά την ανάπτυξη του παραπάνω λόγου, δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί προτάθηκαν από αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο εφέσεως. Επομένως, δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Ούτε πάλι επικαλείται αυτή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, ως προς το σκέλος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή κλπ.
ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο. (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009). Κατά συνέπεια, ο έβδομος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν περιέχει αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της απόδειξης της απαίτησής της , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διευρεύνηση της υποθέσεως, αλλά, κρίνοντας ομοίως, επικύρωσε την πρωτόδικη με αριθ. 145/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία είχαν γίνει δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής του αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε η με αριθ. 156/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου.
Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (αρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-08-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 452/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ