Legislator Case Law & Legislation
1251/2018 AI generated

Supreme Court reverses lower court for finding legal action unclear, ruling it sufficiently defined with specific claims.

Case Number 1251/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the First Instance Court of Athens, which had dismissed a legal action as unclear. The appellant argued the lower court erred in finding the claim insufficiently detailed regarding a specific payment already made. The court held that the complaint clearly listed the legal proceedings and the exact remaining balance owed, satisfying the requirements for a defined legal action.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216 and 680 of the Code of Civil Procedure: A legal action is considered clear and determinate if it contains a factual exposition, a precise description of the subject matter, and a specific claim, enabling the court to judge the merits and the defendant to defend themselves.

Keywords

AI generated
legal action clarity Code of Civil Procedure sufficiently defined claim determinable subject matter reversal of lower court specific monetary claim procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 680 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1251 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1251/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το διαχειριστή Θ., δικηγόρο, ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τη διευθύνουσα σύμβουλο Χ. Χ., που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Πετρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 90/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2960/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Για να θεωρηθεί οποιαδήποτε αγωγή σαφής και ορισμένη, συνεπώς επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου που καθορίζουν τα άρθρα 117-118 του ίδιου κώδικα, και α) έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα (ή τους ενάγοντες) κατά του εναγομένου (ή των εναγομένων), β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Επίσης, εφόσον τούτο είναι αποτιμητό, την αξία του αντικειμένου της σε χρήμα και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, χωρίς σε καμία περίπτωση να είναι επιβεβλημένη η χρήση πανηγυρικών ή τυποποιημένων εκφράσεων. Αρκεί, από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της, να καθίσταται εφικτό αφενός το δικαστήριο να μπορεί να κρίνει το νομικά βάσιμο των ισχυρισμών του ενάγοντος και αφετέρου ο εναγόμενος να αμυνθεί, είτε αρνούμενος στο σύνολό της ή εν μέρει την αγωγή είτε (και) προβάλλοντας ενστάσεις.

Ειδικώς, αν πρόκειται για αγωγή που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677-681 ΚΠολΔ, το δικόγραφο αυτής πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 680 ΚΠολΔ (το οποίο από 1-1-2016 έχει εμμέσως, πλην σαφώς, καταργηθεί με το τέταρτο άρθρο του ν. 4335/2015, αλλά εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής), εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 216 και πίνακα που αναγράφει λεπτομερώς τις αιτούμενες αμοιβές ή τις αποζημιώσεις και τα έξοδα.

Κάθε εργασία ή πράξη πρέπει να αναγράφεται χωριστά και απέναντί της ιδιαιτέρως η αμοιβή ή η αποζημίωση και τα έξοδα που έχουν καταβληθεί και μετά την απαρίθμησή τους πρέπει να αναγράφεται το άθροισμα των αμοιβών ή των αποζημιώσεων και των δικαστικών εξόδων. Αν κάποιο ποσό έχει προκαταβληθεί, πρέπει, σε συμμόρφωση προς το καθήκον της αληθείας (ΚΠολΔ 116), να αναγράφεται κάτω από το άθροισμα και να αφαιρείται, ώστε να σημειώνεται το εναπομένον ποσό, του οποίου η πληρωμή επιδιώκεται με την αγωγή (ΑΠ 441/2016).

Εν όψει, όμως, του ότι οι καταβολές έναντι των ενδίκων αξιώσεων δεν αποτελούν δικονομικό βάρος του ενάγοντος, αλλά περιεχόμενο αμυντικού ισχυρισμού του εναγομένου, η εν λόγω παράθεσή τους δεν χρήζει αναλύσεως και τυχόν ελλείπουσα δεν επηρεάζει το κύρος του εισαγωγικού δικογράφου.

2. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 19-12-2013 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρία εξέθεσε τα εξής: Ότι κατόπιν εντολής της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας ανέλαβε και διεκπεραίωσε εντός των πλαισίων της εντολής αυτής τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειες, για τις οποίες δικαιούται την αμοιβή και τα έξοδα που αναγράφει για κάθε ενέργεια, τα οποία υπολογίζει με βάση τα κατώτατα όρια αμοιβών που ορίζονται από τον Κώδικα Δικηγόρων, εφόσον, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, ουδέποτε υπήρξε συμφωνία για την αμοιβή της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι παρά την περάτωση των ενεργειών αυτών η εναγόμενη δεν της κατέβαλε την αμοιβή της, η δε απαίτησή της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 188.045 ευρώ κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο δικόγραφο επιμέρους ποσά, εκ των οποίων η εναγομένη της έχει ήδη καταβάλει μέρος 32.658 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των (188.045 - 32.658=) 155.387 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την όχληση αυτής που έλαβε χώρα την 2-12-2013 με επίδοση εξώδικης πρόσκλησης- διαμαρτυρίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.

3. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως, τα οποία είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της, ήτοι τις αναλυτικώς περιγραφόμενες δικαστικές ενέργειες, για τις οποίες η ενάγουσα δικαιούται την έναντι εκάστης αναγραφόμενη αμοιβή. Μετά δε την απαρίθμηση των επί μέρους εργασιών αναγράφεται το άθροισμα των αμοιβών. Ακολούθως αναγράφεται το ποσό που έχει προκαταβληθεί, κάτω από το άθροισμα, αφαιρείται από τα συνολικώς οφειλόμενα και σημειώνεται το υπόλοιπο ποσό, του οποίου η πληρωμή επιδιώκεται με την αγωγή.

Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση και κατά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη στο σύνολό της, διότι η ενάγουσα δεν είχε προσδιορίσει στο δικόγραφο για ποιες δικαστικές υποθέσεις εισέπραξε το ποσό των 32.658 ευρώ, που καθ' ομολογία της τής είχε ήδη καταβάλει η εναγομένη, με συνέπεια [δήθεν] να καθίσταται αδύνατο να ελεγχθεί η ορθότητα των επί μέρους κονδυλίων, αν δηλαδή με το ποσό αυτό έχει εξοφληθεί η αμοιβή για μια ή περισσότερες υποθέσεις και σε ποια έκταση, παρά το νόμο απάγγειλε το απαράδεκτο της αγωγής και μετά ταύτα εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το παραπάνω σφάλμα και κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2960/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, προς περαιτέρω εκδίκαση.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Μαΐου 2018. –

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουλίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ