Legislator Case Law & Legislation
1251/2016 AI generated

1251/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1251/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1251/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1251 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1251/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Ν. (M. D.) του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Λάϊο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.9433/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 940/2014.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.

Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και τον χρόνο ασκήσεως της έφεσης καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως. (Ολ.

ΑΠ 6/1994, 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, με την αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των προσκομιζομένων από τον κατηγορούμενο στοιχείων εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων κτλ, από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή (Ολ.

ΑΠ 2/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 9433/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ’ αρ. 3982/17-9-2013 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Μ. Ν. (M. D.) εκπροσωπηθέντος στη δίκη από την συνήγορό του, κατά της υπ’ αρ. 17047/9-3-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός ερήμην για χρήση υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες στην Αθήνα στις 2-1-2001 και 3-1-2002, αντιστοίχως, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα για μία τριετία, με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 473 ΚΠΔ: 1.

όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 17047/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος για την πράξη της χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως και για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επιδόθηκε σε αυτόν στις 23 Οκτωβρίου 2007, ως άγνωστης διαμονής, καθόσον η διεύθυνση που είχε δηλώσει ο ίδιος στις Δημόσιες Υπηρεσίες για την έκδοση Αστυνομικής Ταυτότητας και Διαβατηρίου ήταν ανύπαρκτη, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Σ.

Δ., με ημερομηνίαν 23-10-2007. Περαιτέρω από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν σε νόμιμη μετάφραση από τον συνήγορο του εκκαλούντος, δεν αποδείχθηκε ο προβαλλόμενος με το δικόγραφο της έφεσης ισχυρισμός ότι αυτός δεν έλαβε γνώση ούτε της δικασίμου ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου ούτε και της επίδοσης της απόφασης, καθόσον δεν προέκυψε ότι κατά το επίδικο διάστημα τόσο της κλήτευσής του, αλλά κυρίως της επίδοσης της απόφασης αυτός βρισκόταν μόνιμα στο εξωτερικό.

Θα πρέπει συνεπώς η έφεσή του, η οποία ασκήθηκε στις 17-9-2013, δηλ. μετά την πάροδο 6 ετών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά εφαρμογή του άρθρου 476 ΚΠΔ, να καταδικαστεί αυτός στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας και να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης απόφασης". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι ήταν κατά τον χρόνο επίδοσης προς αυτόν της εκκαλουμένης απόφασης, γνωστής διαμονής και για τη θεμελίωση της κρίσης του ότι καλώς έγινε η επίδοση αυτή ως άγνωστης διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Τούτο δε διότι από το περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν προκύπτει όμως, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην προαναφερόμενη απορριπτική κρίση του και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε γνωστή διαμονή, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την κατάθεση του εξετασθέντος ενόρκως μάρτυρα Γ.

Λ., η οποία περιέχεται στα πρακτικά της δίκης, αφού η κατάθεση αυτή δεν μνημονεύεται ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε στο κύριο περιεχόμενο αυτού, όπως ανωτέρω εκτέθηκε. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (δεδομένου ότι ο ‘ Αρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής), και αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 9433/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ