Supreme Court allows partial appeal against defamation, awarding 6,000 euros for moral damages to a public official.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the defendant's appeal against a defamation judgment, overturning the lower court's dismissal of the claim. The plaintiff, a prison guard, sued a journalist for libel after the latter published an article alleging he was underpaid, while the defendant argued the plaintiff's long-term inaction rendered the claim abusive. The court ruled that the plaintiff's delay did not justify rejection and found the published statements unlawful, resulting in a monetary award for moral harm.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57 and 59 of the Civil Code; The court established that a plaintiff's long-term inaction does not automatically render a defamation claim abusive, and the court may award moral damages when the defendant's conduct unlawfully infringes upon the plaintiff's personality rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1251 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1251/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάνου, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-5-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του καθού η κλήση: Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 974/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3908/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων και εκδόθηκε η 2013/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 3092/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6-11-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 628/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου όπου κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-5-2014 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Και ορίστηκε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως φέρεται προς συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, με την από 21-5 2014 κλήση του ενάγοντος - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος σε νέα ουσιαστική συζήτηση η από 29-6-2005 έφεσή του κατά της υπ’ αριθ. 974/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά το μέρος κατά το οποίο οι εκδοθείσες επί της εφέσεως αυτής και προσβληθείσες με αιτήσεις αναιρέσεως υπ’ αριθ. 3908/2006 και 3092/2012 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκαν με τις υπ’ αριθ. 2.013/2009 και 628/2014 αποφάσεις του παρόντος δικαστηρίου.
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ: ‘ Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται". Κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57Α.Κ. "...το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σε αυτόν από τους άλλους και σε περίπτωση προσβολής της, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται να απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), η οποία, όμως, είναι αναγκαία προκειμένου περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ: Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...".
Κατά το άρθρο 362 ΠΚ: ‘ Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...". Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ: "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται...".
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρο 367 παρ.1 περ. α’ -δ" ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. ΠΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.
α’ και β’ της ΕΣΔΑ) έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, κυρίως οι συγγραφείς ιστορικών βιβλίων, δημοσιογράφοι κλπ για τη δημοσίευση σχολίων σχετικών με τις πράξεις και την συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Γι’ αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για την σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού.
Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα υπ’ αριθ. 974/2005 πρακτικά του, από την υπ’ αριθ. .../18-5-1999 ένορκη βεβαίωση του Ν.
Κ., η οποία συνετάγη νομίμως ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Πομόνη - Παπανδρέου και από όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα προκύπτουν κατά την κατά πλειοψηφία σχηματισθείσα κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων ήταν υπάλληλος, υπηρετών στις φυλακές ...
με τον βαθμό του αρχιφύλακα. Εις βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη και με το υπ’ αριθ. 260/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιώς παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι την 9-12-1994 στον ..., ως αρχιφύλακας των φυλακών, από αμέλειά του, από κοινού με άλλους συγκατηγορουμένους του ελευθέρωσαν 41 κρατουμένους των φυλακών και με υπουργική απόφάση τέθηκε προσωρινώς σε αργία την 13-12-1994.
Με ποινική δίωξη, η οποία ασκήθηκε την 8-3-1995 από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς, ο ενάγων παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, για να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση, την οποία συνέταξε ο κρατούμενος στις φυλακές ... Α. Ζ. Ύστερα από ποινική δίωξη, η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο Εισαγγελέα εις βάρος του ενάγοντος (και των Α.
Φ. και Γ. Δ.), ο ενάγων παραπέμφθηκε με το υπ’ αριθ. 104/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς για να δικασθεί στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς για ψευδή βεβαίωση από κοινού με σκοπό αθεμίτου οφέλους, πράξη την οποία εφέρετο ότι ετέλεσε την 15-11-1993, για να ωφελήσει τον κρατούμενο Α. Ζ.. Τέλος, με ποινική δίωξη την οποία άσκησε ο ίδιος Εισαγγελεύς την 14-1-1995, ο ενάγων παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς, για να δικασθεί ως υπαίτιος της παραβάσεως καθήκοντος, η οποία συνίστατο στο ότι την 2-2-1994, χωρίς να έχει σχετική αρμοδιότητα, επέτρεψε στον αποφυλακισθέντα Α.
Ζ., να επισκεφθεί κρατουμένους των φυλακών .... Για όλα τα ως άνω αδικήματα ο ενάγων δικάσθηκε και αθωώθηκε αντιστοίχως α) με την υπ’ αριθ. 51,71/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, β) με την υπ’ αριθ. 2490/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, γ) με την υπ’ αριθ. 50/1998 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και δ) με την υπ’ αριθ. 114/1997 απόφαση του ιδίου επίσης δικαστηρίου.
Εξ άλλου, από το υπ’ αριθ. πρωτ. 10258/14-12-1994 έγγραφο του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς Αλέξάνδρου Μεταξά, το οποίο απηυθύνετο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με κοινοποίηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης, προκύπτει, ότι ο πρώτος είχε διατάξει την διεξαγωγή προκαταρκτικής εξετάσεως για την τέλεση αξιοποίνων πράξεων από σωφρονιστικούς υπαλλήλους και κρατουμένους των φυλακών ..., αναφέρεται δε, μεταξύ άλλων, σε "οργανωμένο έγκλημα" και στην προμήθεια ναρκωτικών από τους κρατουμένους των φυλακών, χωρίς όμως να αποδίδει ευθύνες ή να κατονομάζει οποιονδήποτε σωφρονιστικό υπάλληλο και μάλιστα τον ενάγοντα.
Ενδιαφέρον για τα συμβαίνοντα στις φυλακές ... είχε δείξει και η εφημερίδα "..." με πολλά σχετικά δημοσιεύματα, ειδικότερα δε, α) στο φύλλο της 2-5-1995 ανέφερε, ότι οι κρατούμενοι των φυλακών ... κατηγορούσαν τον ενάγοντα ως "εισαγωγέα ναρκωτικών στις φυλακές" και β) στο φύλλο της 25-1-1996 ανέφερε, ότι ο Α. Ζ. συνελήφθη για εισαγωγή στις φυλακές ...
ενός κιλού ηρωίνης και ότι ο ενάγων έχει κατηγορηθεί για συμμετοχή στην πράξη αυτή. Η είδηση αυτή όμως, απεδείχθη εκ των πραγμάτων ψευδής, καθόσον ουδέποτε ασκήθηκε εις βάρος εκείνου σχετική ποινική δίωξη και πολύ περισσότερο δεν κατεδικάσθη για σχετικό έγκλημα. Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τεύχος 15 του μηνός Ιανουαρίου 1997, στην τεσσαρακοστή πέμπτη σελίδα του και στην στήλη "..." του περιοδικού "...", ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "...
Α.Ε." δημοσιεύθηκε άρθρο του εναγομένου Ν. Β., στο οποίο με τίτλο "Ο ΥΠΟΔΙΚΟΣ Α. ΞΑΝΑ ΑΡΧΙΦΥΛΑΚΑΣ. Ανώνυμη Εταιρεία Οργανωμένου Εγκλήματος" και με υπότιτλο "Υπόδικος για εγκληματικές δραστηριότητες που είχε αναπτύξει στον χώρο των φυλακών ο "πράσινος" Α. Α. τοποθετήθηκε πρόσφατα, με ευθύνη του υπουργείου Δικαιοσύνης, αρχιφύλακας στο ψυχιατρείο των φυλακών ..., προφανώς για να συνεχίσει το "έργο του", αναφέρει, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όσον αφορά την άμεση συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού στην "Ανώνυμη Εταιρεία" του οργανωμένου εγκλήματος, που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα στις φυλακές, είναι η περίπτωση του Α.
Α. και της παρέας του Θ. Φ., Γ. Σ. και άλλων. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι η υποτιθέμενη κάθαρση που εξαγγέλλεται με τυμπανοκρουσίες, κάθε φορά που ξεχειλίζει το ποτήρι της αγανάκτησης, δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, μέχρι η προσοχή να στραφεί κάπου αλλού, οπότε αθόρυβα η "Α.Ε" επαναδραστηριοποιείται. Οι ίδιοι άνθρωποι, στα ίδια πόστα, εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ όπλα και ναρκωτικά"..."Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου δίνεται στη δημοσιότητα τηλεφωνική συνδιάλεξη του αρχιφύλακα Α.
με τον παρόντα αποφυλακισμένο μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α. Ζ. που φανερώνει τη στενή του σχέση αλλά και τη συνεργασία τους στη διακίνηση ναρκωτικών μέσα. στις φυλακές...". Από όλα τα αναφερόμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε και διέδωσε, με την κυκλοφορία του περιοδικού "...", σε ευρύ κύκλο προσώπων, ήτοι των αναγνωστών του, εις βάρος του ενάγοντος γεγονότα, τα οποία ήσαν ψευδή και εν γνώσει του ψεύδους των, έβλαψαν δε την τιμή και την υπόληψή του.
Ειδικότερα, συκοφαντικά είναι τα ως άνω αναφερόμενα στο δημοσίευμα περιστατικά, ήτοι ότι ο ενάγων, εκπροσωπών κατά το δημοσίευμα "τον κρατικό μηχανισμό", μετείχε στην "Ανώνυμη Εταιρεία" του οργανωμένου εγκλήματος, η οποία διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα στις φυλακές, ότι ο ίδιος, μαζί με άλλους, συναδέλφους του, εμπορεύεται θέσεις διαμονής και εργασίας των κρατουμένων στις φυλακές, ως και μεταγωγές και αποφυλακίσεις αυτών, ότι εμπορεύεται αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικές ουσίες και ότι συνεργάζεται "με τον αποφυλακισμένο μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α.
Ζ.", με τον οποίο διακινεί ναρκωτικές ουσίες μέσα στις φυλακές και ότι ο ίδιος τοποθετήθηκε και πάλι αρχιφύλακας στο ψυχιατρείο κρατουμένων προκειμένου να συνεχίσει τις ίδιες παράνομες πράξεις. Ενώ η αλήθεια, την οποία εγνώριζε ο εναγόμενος είναι ότι τουλάχιστον μέχρι την ημέρα του δημοσιεύματος ουδέποτε απηγγέλθη κατηγορία εις βάρος του ενάγοντος, πολύ δε περισσότερο δεν είχε καταδικασθεί για τις αποδιδόμενες σε αυτόν με το δημοσίευμα εγκληματικές πράξεις και μάλιστα για εμπορία όπλων και ναρκωτικών και ειδικότερα για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών μέσα στις φυλακές.
Το ότι ο εναγόμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους για όσα διέδωσε εις βάρος του ενάγοντος, προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου, Δ. Τ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος σε σχετική ερώτηση, εάν ο εναγόμενος ερεύνησε και διασταύρωσε τα αναφερόμενα στο δημοσίευμά του ως άνω πραγματικά περιστατικά, απήντησε: "Έψαξε πολύ το Υπουργείο Δικαιοσύνης και στην Εισαγγελία να βρει τι εκκρεμότητες ποινικές ή πειθαρχικές έχει ο κύριος Α....".
Περαιτέρω όμως, ο μάρτυς δεν διευκρίνισε, εάν οι εν λόγω Αρχές έδωσαν πληροφορίες και μάλιστα ανακριβείς στον εναγόμενο, όσον αφορά την ποινική και πειθαρχική κατάσταση του ενάγοντος, αφού όλες οι άδικες πράξεις για τις οποίες δικάσθηκε και μάλιστα αθωώθηκε ο τελευταίος και για τις οποίες γίνεται λόγος ανωτέρω (απελευθέρωση κρατουμένων, ηθική αυτουργία σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση κ.λ.π.), ουδεμία σχέση έχουν με τις αναφερόμενες στο επιλήψιμο δημοσίευμα, περί εμπορίας και διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ στις φυλακές, εμπορίας όπλων κ.λ.π.
Επομένως, ο εναγόμενος τέλεσε την αποδιδομένη σε αυτόν αδικοπραξία εις βάρος του ενάγοντος και δεν ασκεί εν προκειμένω καμμία επιρροή το γεγονός ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή, ένα και ενάμιση έτος πριν από το επίδικο δημοσίευμα είχε γραφεί δύο φορές στην εφημερίδα "...", ότι ο ενάγων είχε κατηγορηθεί, ψευδώς βέβαια, ότι εισήγαγε ναρκωτικές ουσίες στις φυλακές ....
Εν όψει αυτών, η προβληθείσα από τον εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση από το άρθρο 367 παρ. 1γ’ Π.Κ., ότι το δημοσίευμά του έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού σχετικά με πρόσωπο (ήτοι τον ενάγοντα) το οποίο παρουσιάζει ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον τα γραφέντα στο περιοδικό περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων Α. Α. διορίστηκε κατά το έτος 1982 σωφρονιστικός υπάλληλος και υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, ως υπαρχιφύλακας και ως αρχιφύλακας στη δικαστική φυλακή ....
Επί πλέον υπήρξε συνδικαλιστής, στηριζόμενος από τη συνδικαλιστική παράταξη ..., η οποία πρόσκειται στο ..., και διετέλεσε για μεγάλο διάστημα πρόεδρος της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων Ελλάδος. Κατά το διάστημα που υπηρετούσε στη φυλακή ... ως υπαρχιφύλακας, υπηρετούσαν σ’ αυτήν ως διευθυντής μεν ο Γ.
Σ., ως αρχιφύλακας δε ο Α. Φ., επίσης συνδικαλιστής, στηριζόμενος από τη συνδικαλιστική παράταξη που πρόσκειται στη Ν.Δ. Κατά το ίδιο διάστημα σε βάρος των ανωτέρω ασκήθηκαν πειθαρχικές και ποινικές διώξεις για διάφορες αξιόποινες πράξεις σχετικές με την υπηρεσία τους. Ειδικότερα κατά του ενάγοντος ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι εξής ποινικές διώξεις:
α) Στις 13-12-1994 για ελευθέρωση φυλακισμένων από ενδεχόμενο δόλο και συγκεκριμένα για το ότι στις 9-12-1994, από κοινού με άλλους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, ενώ γνώριζε ότι επίκειται ομαδική απόδραση κρατουμένων, από ενδεχόμενο δόλο δεν προέβη σε αποτρεπτικές αυτής ενέργειες. Με το 260/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς η κατηγορία αυτή μετατράπηκε σε ελευθέρωση φυλακισμένων από αμέλεια, β) Στις 14-1-1995 για παράβαση καθήκοντος και συγκεκριμένα για το ότι στις 2-2-1994 χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα επέτρεψε στον Α.
Ζ., πρώην κρατούμενο για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, να επισκεφθεί στη φυλακή ... τους κρατουμένους Α. Κ. και Ν. Χ.. γ) Στις 14-1-1995 για ψευδή βεβαίωση από κοινού με σκοπό το αθέμιτο όφελος και συγκεκριμένα για το ότι στις 15-11-1993 από κοινού με τον Α. Φ., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε ήταν αρχιφύλακας των φυλακών όταν ο ίδιος ήταν υπαρχιφύλακας και με το σωφρονιστικό υπάλληλο Γ.
Δ., βεβαίωσε ψευδώς ότι ο κρατούμενος Α. Ζ. είχε πραγματοποιήσει ημερομίσθια στη φυλακή, με αποτέλεσμα την παράνομη αποφυλάκισή του και δ) Στις 8-3-1995 για ηθική αυτουργία σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση και συγκεκριμένα για το ότι κατά το χρονικό διάστημα από 20 έως 25 Φεβρουαρίου 1995 προκάλεσε σε είκοσι οκτώ συγκατηγορουμένους του, κρατουμένους της φυλακής ..., την απόφαση να υποβάλουν ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις με τις οποίες να δηλώνουν ότι ο Α.
Ζ. είχε πραγματοποιήσει ημερομίσθια στη φυλακή. Μετά την άσκηση της πρώτης από τις πιο πάνω ποινικές διώξεις σε βάρος του ενάγοντος ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης με την 139263/13-12-1994 απόφασή του έθεσε τον ενάγοντα στη διάθεση του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Στις 8-2-1995 ο προαναφερθείς Υπουργός παραιτήθηκε, στη σχετική δε επιστολή του προς τον τότε Πρωθυπουργό, που δημοσιεύθηκε στον τύπο, διέλαβε και τα εξής: "...πολλαπλές δικαστικές έρευνες στο χώρο των καταστημάτων κράτησης, ανέδειξαν σε πρόβλημα πρώτης γραμμής τη δράση κυκλωμάτων παρανομίας, αυθαιρεσίας και εκμετάλλευσης των κρατουμένων και των αναγκών της ζωής τους.
Ως παράγοντες αυτών των κυκλωμάτων, όπως γνωρίζετε, ελέγχονται ήδη ποινικά και πειθαρχικά στελέχη του σωφρονιστικού μηχανισμού, όπως οι αρχιφύλακες του ... Φ. και Α.". Στη συνέχεια επικαλέσθηκε ως λόγο της παραιτήσεώς του το γεγονός ότι ο ενάγων, παρότι τελούσε σε διαθεσιμότητα και δεν είχε δικαίωμα να εισέρχεται στις φυλακές, εισήλθε στη φυλακή Αλικαρνασσού και επικοινώνησε με αλλοδαπό κρατούμενο για ανθρωποκτονία, επικαλούμενος "κάλυψη" του υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ.
Επίσης μετά την άσκηση της πρώτης από τις πιο πάνω ποινικές διώξεις σε βάρος του ενάγοντος, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς απέστειλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη 10258/14-12-1994 αναφορά του, στην οποία εκθέτει ότι με πρωτοβουλία του άρχισε ευρεία προκαταρκτική εξέταση στη φυλακή ... προς διακρίβωση της αλήθειας ή μη διαφόρων πληροφοριών για την τέλεση αξιόποινων πράξεων από σωφρονιστικούς υπαλλήλους και κρατουμένους της πιο πάνω φυλακής.
Στην αναφορά αυτή περιέχονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Επί σειράν ετών, οι υπηρεσίες της φυλακής ..., αντιμετωπίζουν πολύπλοκα και σύνθετα προβλήματα, τα οποία έχουν συσσωρευτεί με απειλητικές διαστάσεις που υπονομεύουν την ομαλή λειτουργία της, χάρις στην ένοχη αδιαφορία και ανεκτικότητα - που για διάφορους λόγους επιδείκνυαν - οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες, που συνειδητά "έκλειναν τα μάτια" στο πασίδηλο γεγονός του οργίου των παρανομιών, οι οποίες ελάμβαναν χώρα στη φυλακή αυτή"... "Οι Εισαγγελικοί λειτουργοί που ανέλαβαν το δυσκολότατο και επικίνδυνο έργο να εκτελέσουν τις δικές μου παραγγελίες, αντιμετώπισαν σοβαρότατες δυσκολίες και απειλές, από εκείνους που είχαν κάθε συμφέρον να διατηρηθεί το τέλμα της απραξίας που ευνοούσε τα εγκληματικά τους σχέδια"... "Οι εξαρτημένοι από τα ναρκωτικά κρατούμενοι, της φυλακής ..., χρησιμοποιούν την φαντασία τους και εξαντλούν την δραστηριότητα τους, στο να επινοούν ασφαλείς τρόπους για να τα προμηθεύονται.
Δυστυχώς οι κρατούμενοι αυτής της κατηγορίας, δεν δείχνουν προθυμία να συνεργαστούν με την Εισαγγελική αρχή, κατά την νόμιμη διαδικασία που προβλέπεται από τον Κ.Π.Δ., με την δικαιολογία ότι, κινδυνεύει η ζωή τους εάν αποκαλύψουν εκείνους που εισάγουν τα ναρκωτικά, περιορίζονται σε προφορικές μόνο, αόριστες και ανεπίδεκτες αποδείξεως καταγγελίες.
Κατά την γνώμη μου, θα πρέπει οι κατά τον νόμο αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης να καταρτίσουν ένα ρεαλιστικό και αποτελεσματικό σχέδιο για την πρόληψη και παρεμπόδιση της εισαγωγής των ναρκωτικών και να αναθέσουν την εφαρμογή του, σε απολύτως εντίμους και προσηλωμένους στα καθήκοντά τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, διαφορετικά θα συνεχιστεί η μέχρι τώρα απαράδεκτη κατάσταση και τα ναρκωτικά θα εισάγονται στην φυλακή, είτε με την συνεργασία επιόρκων υπαλλήλων, είτε λόγω αδυναμιών του συστήματος ελέγχου".
Στις 18-12-1994 η εφημερίδα "..." δημοσίευσε αποσπάσματα από τηλεφωνική συνομιλία του ενάγοντος με τον Α. Ζ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατά το παρελθόν είχε κρατηθεί στη φυλακή ... για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών και για την παράνομη αποφυλάκιση του οποίου (με την ψευδή βεβαίωση ότι πραγματοποίησε ημερομίσθια στις φυλακές) κατηγορούνταν ο ενάγων.
Η συνομιλία αυτή ήταν προϊόν υποκλοπής, η δε κασέτα που την περιείχε είχε βρεθεί κατά τη διάρκεια δικαστικής έρευνας στον κοιτώνα του Α. Φ., που είχε αντιπαλότητα με τον ενάγοντα και, όπως προαναφέρθηκε, ήταν επίσης υπόδικος για αξιόποινες πράξεις που φερόταν ότι είχε τελέσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Ο ενάγων, μετά τη δημοσιοποίηση των αποσπασμάτων αυτών, δήλωσε ότι αρχίζει απεργία πείνας με αίτημα να δημοσιευθεί ολόκληρο το περιεχόμενο της συνομιλίας, που κατ’ αυτόν αποδείκνυε ότι δεν είχε αθέμιτες σχέσεις με τον Α. Ζ., για το σκοπό δε αυτό εγκαταστάθηκε σε αντίσκηνο έξω από τη φυλακή .... Στις 20-12-1994 η ίδια πιο πάνω εφημερίδα έδωσε στη δημοσιότητα ολόκληρο το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της συνομιλίας, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβήτησε ούτε αμφισβητεί ο ενάγων.
Στη συνομιλία αυτή που γίνεται μετά από κλήση του ενάγοντος, ο τελευταίος και ο ανωτέρω πρώην κρατούμενος αλληλοαποκαλούνται "φίλε" και "αδερφέ", γεγονός που υποδηλώνει στενή σχέση μεταξύ τους, επί πλέον δε, με βάση το ίδιο δημοσίευμα, μερικές λέξεις που χρησιμοποιούν είναι συνθηματικές και ενδεχομένως αναφέρονται σε ναρκωτικά.
Επίσης κατά τη συνομιλία αυτή ο ενάγων παραπονείται στον Α. Ζ. για τη συμπεριφορά κάποιου κρατουμένου με τον οποίο είχε σχέση ο τελευταίος και στη φράση του ενάγοντος: "...του λέω με τον Α. (εννοεί το συνομιλητή του Ζ.) όπως και να χει ήμουνα πολύ πιο καλύτερα από ότι είμαι με σένα..." ο Α. Ζ. απαντά: "Μα με εμένα θα είσαι και μια ζωή καλά".
Με το 249/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς λύθηκε η διαφωνία μεταξύ του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς και της Ανακρίτριας του Δ’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς υπέρ της γνώμης της δεύτερης και επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ενάγοντα προσωρινή κράτηση για την τρίτη από τις πιο πάνω αποδιδόμενες σ’ αυτόν αξιόποινες πράξεις.
Στη συνέχεια με το 854/1995 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου αντικαταστάθηκε η προσωρινή κράτηση του ενάγοντος με τους περιοριστικούς όρους της απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα, της απαγορεύσεως να μεταβαίνει σε οποιαδήποτε φυλακή της χώρας και της καταβολής χρηματικής εγγυήσεως. Δεδομένου όμως ότι ο ενάγων παραβίασε το δεύτερο από τους πιο πάνω περιοριστικούς όρους, ήτοι στις 14-11-1995, παρά την απαγόρευση, εισήλθε στη δικαστική φυλακή ..., με το 964/1995 βούλευμα του ίδιου πιο πάνω συμβουλίου οι ανωτέρω περιοριστικοί όροι αντικαταστάθηκαν με προσωρινή κράτηση.
Μετά από αυτά ο ενάγων παρέμεινε προσωρινά κρατούμενος για διάστημα περίπου δέκα μηνών. Με το 32/1996 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου αντικαταστάθηκε η προσωρινή κράτηση του ενάγοντος με περιοριστικούς όρους και με το 417/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ήρθη ο περιοριστικός όρος της απαγορεύσεως εισόδου του σε όλες τις φυλακές της χώρας λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας.
Για όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τις ποινικές και πειθαρχικές διώξεις σε βάρος του ενάγοντος αλλά και των Α. Φ. και Γ. Σ., για τις συνομιλίες του ενάγοντος με τον Α. Ζ., για την παραίτηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και για την αναφορά του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπήρξε σωρεία δημοσιευμάτων στον τύπο.
Επί πλέον σε δημοσιεύματα της εφημερίδας "...": 1) Στο φύλλο της 2-5-1995 αναγραφόταν ότι οι εξεγερθέντες κρατούμενοι των φυλακών ... κατηγορούσαν, μεταξύ άλλων, τον ενάγοντα ως "εισαγωγέα ναρκωτικών στις φυλακές". 2) Στο φύλλο της 24-5-1995 παρετίθετο απόσπασμα της καταθέσεως μάρτυρα κατηγορίας (κρατουμένου της φυλακής ...) σε δίκη του Α.
Φ., που είχε ως εξής: "Από το 1993 ο κ. Φ. είχε τεράστιες διαφορές με τον κ. Α. - πολιτικές διαφορές λέγανε. Η πραγματικότητα όμως ήταν για το ποιος θα πάρει το πακέτο των μετοχών, για να ελέγχει αυτή την εταιρεία, που εμείς οι κρατούμενοι την ονομάζουμε Ανώνυμη Εταιρεία ...". 3) Στο φύλλο της 25-1-1996 αναγραφόταν ότι ο Α.
Ζ. συνελήφθη για εισαγωγή ενός κιλού ηρωίνης στις φυλακές και ότι ο ενάγων έχει κατηγορηθεί για συμμετοχή στην πράξη αυτή. Αργότερα ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος όλων των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του, με τις αποφάσεις: α) 51-71/16-1-1997 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, β) 114/13-2-1997 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, γ) 50/29-1-1998 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και δ) 2490/22-4-1999 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς αντίστοιχα, από τις οποίες η δεύτερη περιέχει την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "ο κατ/νος δεν τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται και πρέπει να αθωωθεί".
Προηγουμένως όμως και συγκεκριμένα στις 26-11-1996, και ενώ οι ανωτέρω κατηγορίες σε βάρος του ήσαν ακόμη εκκρεμείς, με την 138460οικ/26-11-1996 απόφαση, που υπογραφόταν από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, έπαυσε η διάθεση του ενάγοντος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και αποσπάσθηκε αυτός επί εξάμηνο ως αρχιφύλακας στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ....
Μετά από αυτά, στο τεύχος με αριθμό 15 του περιοδικού "Μετρό", που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του έτους 1997, δημοσιεύθηκε άρθρο του εναγομένου Ν. Β. με τίτλο: "Ανώνυμη Εταιρεία Οργανωμένου Εγκλήματος", με υπέρτιτλο: "Ο υπόδικος Α. ξανά αρχιφύλακας" και υπότιτλο: "Υπόδικος για εγκληματικές δραστηριότητας που είχε αναπτύξει στο χώρο των φυλακών - ο "πράσινος" Α.
Α. τοποθετήθηκε πρόσφατα, με ευθύνη του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αρχιφύλακας στο ψυχιατρείο των φυλακών ..., προφανώς για να συνεχίσει το "έργο" του". Το κείμενο αυτό είχε το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: "Ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όσον αφορά την άμεση συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού στην "Ανώνυμη Εταιρεία" του οργανωμένου εγκλήματος, που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα στις φυλακές, είναι η περίπτωση του Α.
Α. και της παρέας των Θ. Φ., Γ. Σ. και άλλων. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι η υποτιθέμενη κάθαρση που εξαγγέλλεται με τυμπανοκρουσίες, κάθε φορά που ξεχειλίζει το ποτήρι της αγανάκτησης, δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, μέχρι η προσοχή να στραφεί κάπου αλλού, οπότε αθόρυβα η "Α.Ε." επαναδραστηριοποιείται. Οι ίδιοι άνθρωποι στα ίδια πόστα εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά.
Ο Α. Α., πρώην αρχιφύλακας των Φυλακών ..., στέλεχος του ... και πρόεδρος της Ομοσπονδίας Δεσμοφυλάκων, υπόδικος για πλαστές βεβαιώσεις με τις οποίες αποφυλακίστηκε μεγαλέμπορος ναρκωτικών, κατηγορούμενος για συνέργεια σε υπόθεση εισαγωγής και διακίνησης μέσα στις φυλακές ενός κιλού ηρωίνης, τοποθετήθηκε αθόρυβα αρχιφύλακας του ψυχιατρείου των Φυλακών ..., όπου κρατούνται κατά κύριο λόγο τοξικομανείς κρατούμενοι, ενώ παράλληλα επισκέπτεται σε τακτική βάση το γραφείο του υπουργού Δικαιοσύνης Β.
Γ., ως άτυπος σύμβουλος. Διευθυντής στο ψυχιατρείο τοποθετήθηκε εξίσου αθόρυβα ο πρώην διευθυντής των Φυλακών ... Γ. Σ., που είχε κι αυτός τεθεί σε διαθεσιμότητα, αφού πρώτα με βούλευμα απηλλάγη από τις βαρύτατες κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Εξάλλου ο Θ. Φ., στέλεχος αυτός της Ν.Δ. που αποφυλακίστηκε για την υπόθεση των όπλων, αν και είχε καταδικαστεί πρωτόδικα σε έξι χρόνια φυλάκισης, αφέθηκε να κυκλοφορεί ελεύθερος, παρότι - εκτός άλλων υποθέσεων - είναι υπόδικος και για απόπειρα ανθρωποκτονίας του εισαγγελέα Ι.
Α. Μέσα από ένα σύντομο χρονικό διαγράφεται ξεκάθαρα η όλη εξέλιξη της υπόθεσης, τα δε συμπεράσματα εξάγονται από μόνα τους. Στις 25 Μαΐου του 94 προφυλακίζεται ο αρχιφύλακας του ... Θ. Φ., όταν σε αιφνιδιαστική έρευνα του εισαγγελέα Ι. Αγγελή βρίσκονται μέσα στον κοιτώνα του 5 πιστόλια, 4.000 σφαίρες, 300 γρ. ηρωίνης και 100 χάπια μεθαδόνης.
Στην προσπάθειά του να αποφύγει την έρευνα ο Φ. απειλεί τον εισαγγελέα με πιστόλι. Στις 3 Ιουνίου του 94 τίθεται σε διαθεσιμότητα ο Γ. Σ., διευθυντής των φυλακών, κατηγορούμενος για παράβαση καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου δίνεται στη δημοσιότητα τηλεφωνική συνδιάλεξη του αρχιφύλακα Α.
με τον παράνομα αποφυλακισμένο μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α. Ζ., που φανερώνει τη στενή τους σχέση αλλά και τη συνεργασία τους στη διακίνηση ναρκωτικών μέσα στις φυλακές. Τον ίδιο μήνα ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Εφετών Πειραιά Αλ. Μεταξάς, σε αναφορά του προς τον Άρειο Πάγο, κατηγορεί ευθέως για ένοχη αδιαφορία και ανεκτικότητα τους υπηρεσιακούς παράγοντες του υπουργείου Δικαιοσύνης "που συνειδητά έκλειναν τα μάτια τους στο πασίδηλο γεγονός του οργίου παρανομιών που συντελούνται στις Φυλακές ...".
Στις 16 Ιανουαρίου του 95 ασκείται δίωξη κατά του Α. διότι με δική του εντολή επέτρεψε στον Ζ. να επισκεφθεί παράνομα στις Φυλακές ... τους μπράβους Κ. και Χ., εναντίον των οποίων εκκρεμούν καταγγελίες ότι έδερναν κρατουμένους με οδηγίες του Φ.. Την επόμενη μέρα ασκείται δίωξη για κακούργημα κατά των Α. - Φ. γιατί με πλαστές βεβαιώσεις αποφυλάκισαν το μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α.
Ζ.. Στις 9 Φεβρουαρίου παραιτείται ο υπουργός Δικαιοσύνης Γ. Κ. χαρακτηρίζοντας "πρόβλημα πρώτης γραμμής τη δράση κυκλωμάτων παρανομίας, αυθαιρεσίας και εκμετάλλευσης των κρατουμένων", όταν αποκαλύπτεται ότι ο υπόδικος Α. όργωνε, παρά την απαγόρευση, τις φυλακές όλης της χώρας. Στις 15 Φεβρουαρίου νέες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις δίνονται στη δημοσιότητα, που αποκαλύπτουν ότι ο Α.
υπαγόρευε στο γενικό γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης ποιους κρατουμένους να μεταγάγει, ποιους φύλακες να διορίσει, ακόμη και ποιος διευθυντής θα κάνει τον οικονομικό έλεγχο στις φυλακές. Στις 25 Φεβρουαρίου, έξω από τα ανακριτικά γραφεία όπου συζητείται το θέμα της προφυλάκισης του Α., συνδικαλιστές σωφρονιστικοί υπάλληλοι απειλούν ανοιχτά ότι αν ο πρόεδρος τους προφυλακιστεί "οι φυλακές θα γνωρίσουν τις χειρότερές τους μέρες".
Στις 28 Μαρτίου του 95 ο Α. προφυλακίζεται, διότι σύμφωνα με το βούλευμα "ανέπτυξε μέσα στο χώρο των φυλακών εγκληματική δραστηριότητα και δημιούργησε ιδιαίτερες σχέσεις με επικίνδυνους κρατουμένους οι οποίοι δούλευαν για λογαριασμό του". Στις 25 Μαΐου ο Φ. καταδικάζεται σε φυλάκιση έξι χρόνων και δέκα μηνών για τα όπλα που βρέθηκαν στον κοιτώνα του, ενώ αθωώνεται για την ηρωίνη που περιγράφεται σαν...
ασβεστόσκονη! Στις 17 Ιανουαρίου του 96 αποφυλακίζεται ο Α., παρά το γεγονός ότι στην απόφαση προφυλάκισής του τονιζόταν ότι "αν ο πρώην αρχιφύλακας αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει νέα κακουργήματα". Τον ίδιο μήνα, στο Εφετείο, ο Φ. πετυχαίνει μείωση της ποινής του σε τέσσερα χρόνια, ενώ ασκείται νέα δίωξη κατά των Φ. - Α.
για συνέργεια στην εισαγωγή και διακίνηση ενός κιλού ηρωίνης μέσα στις φυλακές .... Στις 19 Μαρτίου ο Φ. αποφυλακίζεται, παρά το γεγονός ότι εις βάρος του εκκρεμούν κι άλλες διώξεις, ανάμεσα στις οποίες και η απόπειρα ανθρωποκτονίας του εισαγγελέα Αγγελή. Τις τελευταίες μέρες ο Α. Α. τοποθετείται αρχιφύλακας στο ψυχιατρείο των φυλακών ..., όπου ήδη έχει αναλάβει διευθυντής ο Γ.
Σ.". Από το σύνολο του πιο πάνω δημοσιεύματος ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του χαρακτηρίζει ως ψευδή και συκοφαντικά τον τίτλο, τον υπέρτιτλο και τον υπότιτλο του άρθρου, καθώς και δύο αποσπάσματά του, τα εξής: 1) "Ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όσον αφορά την άμεση συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού στην "Ανώνυμη Εταιρεία" του οργανωμένου εγκλήματος, που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα στις φυλακές, είναι η περίπτωση του Α.
Α. και της παρέας των Θ. Φ., Γ. Σ. και άλλων. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι η υποτιθέμενη κάθαρση που εξαγγέλλεται με τυμπανοκρουσίες, κάθε φορά που ξεχειλίζει το ποτήρι της αγανάκτησης, δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, μέχρι η προσοχή να στραφεί κάπου αλλού, οπότε αθόρυβα η "Α.Ε." επαναδραστηριοποιείται. Οι ίδιοι άνθρωποι στα ίδια πόστα εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά" και 2) "Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου δίνεται στη δημοσιότητα τηλεφωνική συνδιάλεξη του αρχιφύλακα Α.
με τον παράνομα αποφυλακισμένο μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α. Ζ., που φανερώνει τη στενή τους σχέση αλλά και τη συνεργασία τους στη διακίνηση ναρκωτικών μέσα στις φυλακές". Αντίθετα δεν περιλαμβάνει στην αγωγή του τα υπόλοιπα αποσπάσματα που τον αφορούν και με τα οποία επίσης του αποδίδονται σοβαρές κατηγορίες.
Από τα πιο πάνω τμήματα του δημοσιεύματος που περιλαμβάνει στην αγωγή του ο ενάγων ως ψευδή και συκοφαντικά: Α) Τα μεν διαλαμβανόμενα σ’ αυτά: α) ότι ο "πράσινος" (εννοώντας την πολιτική του τοποθέτηση) ενάγων, υπόδικος για εγκληματικές δραστηριότητες που είχε αναπτύξει στο χώρο των φυλακών, τοποθετήθηκε πρόσφατα (σε σχέση με το δημοσίευμα), με ευθύνη του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αρχιφύλακας στο ψυχιατρείο των φυλακών ...
και β) ότι το Δεκέμβριο του έτους 1994 δόθηκε στη δημοσιότητα τηλεφωνική συνδιάλεξη του ενάγοντος με τον μεγαλέμπορο ναρκωτικών Α. Ζ., συνιστούν γεγονότα, τα οποία κατά τα προαναφερθέντα ήταν αληθή στο σύνολο τους. Β) Τα λοιπά περιλαμβανόμενα στην αγωγή ως ψευδή και συκοφαντικά δεν συνιστούν γεγονότα αλλά αξιολογικές κρίσεις και συμπεράσματα του συντάκτη, συναγόμενα από τα παρατιθέμενα γεγονότα, όπως σαφώς προκύπτει από τη φράση: "Μέσα από ένα σύντομο χρονικό διαγράφεται ξεκάθαρα η όλη εξέλιξη της υπόθεσης, τα δε συμπεράσματα εξάγονται από μόνα τους", η οποία προηγείται της χρονολογικής παραθέσεως των γεγονότων.
Εν πάση περιπτώσει και αν θεωρηθεί ότι στα επίμαχα αποσπάσματα περιέχονται αναληθή γεγονότα που αφορούν τον ενάγοντα (όπως η τέλεση εκ μέρους του των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες είχε κατηγορηθεί, γεγονός που μετά την κατά τ’ ανωτέρω αθώωσή του τεκμαίρεται ως αναληθές κατά το άρθρο 366 παρ.2 Π.Κ., ή η τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων για τις οποίες δεν προκύπτει ότι είχε κατηγορηθεί, όπως η συμμετοχή αυτού, ως μέλους του κρατικού μηχανισμού, στην "ανώνυμη εταιρεία" του οργανωμένου εγκλήματος που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα στις φυλακές ή η εμπορία θέσεων διαμονής, θέσεων εργασίας, μεταγωγών, αποφυλακίσεων, οινοπνευματωδών, όπλων και ναρκωτικών σε συνεργασία με τον Α.
Ζ.) δεν αποδείχθηκε ότι στο πρόσωπο του εναγομένου συνέτρεχε το αναγκαίο για τη θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως στοιχείο του δόλου. Ακόμα και η μάρτυρας αποδείξεως Α. Κ., εκτός από την τυπική αναφορά ότι το δημοσίευμα ήταν "ψευδές και συκοφαντικό", δεν κατέθεσε οποιοδήποτε περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ο δόλος του εναγομένου.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος (ο οποίος, σύμφωνα με την κατάθεση της ίδιας πιο πάνω μάρτυρος αποδείξεως, δεν γνώριζε πριν από το δημοσίευμα τον ενάγοντα ούτε είχε με αυτόν οποιαδήποτε αντιδικία) ευλόγως πίστευε στην αλήθεια των ισχυρισμών του, ενόψει: α) του μεγάλου αριθμού και της βαρύτητος των εκκρεμών σε βάρος του ενάγοντος κατηγοριών για πράξεις που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του και του ιδιαιτέρως επιβαρυντικού γι’ αυτόν περιεχομένου των σχετικών βουλευμάτων, β) της επιστολής παραιτήσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, στην οποία αναφερόταν μεταξύ άλλων ο ενάγων ως παράγων των "κυκλωμάτων παρανομίας, αυθαιρεσίας και εκμετάλλευσης των κρατουμένων και των αναγκών της ζωής τους" και ως λόγος της παραιτήσεως του ιδίου η, παρά την απόφασή του με την οποία τέθηκε ο ενάγων σε διαθεσιμότητα, είσοδος του τελευταίου στη φυλακή Αλικαρνασσού, γ) της αδιαφορίας του ενάγοντος για την πιο πάνω υπουργική απόφαση και τους τεθέντες με τα προαναφερθέντα βουλεύματα περιοριστικούς όρους, δ) της αναφοράς του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, στην οποία γινόταν λόγος για όργιο παρανομιών μέσα στη φυλακή ...
στο διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων είχε σ’ αυτήν θέσεις ευθύνης, για το δυσαπόδεικτο των παρανομιών αυτών και για τη μεγάλη πιθανότητα εμπλοκής σ’ αυτές επίορκων σωφρονιστικών υπαλλήλων, ε) της αθέμιτης συνομιλίας του ενάγοντος με τον κρατούμενο για την παράνομη αποφυλάκιση του οποίου κατηγορούνταν, της οποίας ο ίδιος ζήτησε τη δημοσίευση χωρίς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της και χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση για το είδος των σχεσεών του με αυτόν, στ) του μεγάλου αριθμού δημοσιευμάτων άλλων εντύπων, τα οποία απέδιδαν στον ενάγοντα τις ίδιες πράξεις και κατά των οποίων ο τελευταίος δεν είχε στραφεί μέχρι το δημοσίευμα του εναγομένου αλλά ούτε και μετά και ζ) του ότι πριν ολοκληρωθεί η δικαστική εκκαθάριση των εκκρεμών ποινικών κατηγοριών σε βάρος του, ο ενάγων επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία και μάλιστα σε θέση αντίστοιχη με εκείνη που κατείχε προηγουμένως.
Εφόσον δε με βάση τ’ ανωτέρω ο εναγόμενος ευλόγως πίστευε ότι ήταν αληθή τα περιστατικά αυτά, δεν ενήργησε από δόλο ή υπαίτια (έστω και από αμέλεια) άγνοια και δεν τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Αλλά ούτε και την αδικοπραξία της απλής δυσφημήσεως έχει τελέσει αυτός, δεδομένου ότι η πιο πάνω πράξη του έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που είχε ως δημοσιογράφος για την πληροφόρηση, ενημέρωση και εν γένει κατατόπιση του αναγνωστικού κοινού σχετικά με τον ενάγοντα (πρόσωπο για το οποίο, λόγω της θέσεώς του ως αρχιφύλακα της φυλακής ..., ενδιαφερόταν το κοινωνικό σύνολο), το οποίο δικαιολογημένο ενδιαφέρον πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου.
Περαιτέρω από τον τρόπο και τις περιστάσεις που έγινε η πιο πάνω πράξη του εναγομένου δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός που κατευθυνόταν ειδικώς στην προσβολή της τιμής του τελευταίου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Σκοπός του εναγομένου, που όπως ήδη έχει εκτεθεί δεν γνώριζε προηγουμένως τον ενάγοντα και δεν είχε οποιαδήποτε αντιδικία με αυτόν, ήταν η ανάδειξη του προβλήματος της ατιμωρησίας των παρανομούντων στις φυλακές, ο δε τρόπος εκδηλώσεως της συμπεριφοράς του, αν και οξύς (όπως με τη φράση "προφανώς για να συνεχίσει το "έργο" του"), ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεώς του, που συνίστατο στο ότι κακώς οι υπεύθυνοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης επενέφεραν στην ενεργό υπηρεσία τον ακόμη υπόδικο ενάγοντα.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση του εναγομένου ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (η οποία παραδεκτά προβλήθηκε με τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρεται με τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ Π.Κ.), να απορριφθεί η αντένσταση του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος είχε σκοπό εξυβρίσεώς του (η οποία παραδεκτά προβλήθηκε καθ’ υποφοράν με την αγωγή και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 περ.β Π.Κ.) και να απορριφθεί η αγωγή του εκκαλούντος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών ισχυρισμών του εναγομένου. Ενόψει όλων αυτών, κατά την ίδια γνώμη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε και γι’ αυτό έπρεπε να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με τις πιο πάνω (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί η έφεση του ενάγοντος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη εδημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.
Α.Π. 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, με τις νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις του ισχυρίζεται, ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικώς το ερευνώμενο στην παρούσα δίκη δικαίωμά του περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, επειδή α) η φερόμενη ως τελεσθείσα κατά τα ανωτέρω εις βάρος του αδικοπραξία ετελέσθη τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1997 και β) η αγωγή ασκήθηκε από τον ενάγοντα μετά πάροδο ενός και ημίσεως έτους, ήτοι την 3-7-1998 και ύστερα από αναβολές και ματαιώσεις της συζητήσεως, οι οποίες οφείλονται σε πρωτοβουλία του ενάγοντος, η υπόθεση επαναφέρθηκε με πρωτοβουλία του προς συζήτηση με την από 16-9-2003 κλήση του ιδίου, δηλαδή μετά από πάροδο έξι και ημίσεως ετών από της τελέσεως της πράξεως.
Ότι, επί λέξει: "...Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αδράνεια και άφεση από τον ενάγοντα, ο οποίος με αποκλειστικά δικές του ενέργειες αξιώνει αποκατάσταση σχεδόν μετά από οκτώ έτη από το δημοσίευμα...". Μετά από επτά χρόνια και εννέα μήνες είναι προφανές ότι ο ενάγων έχει με τις προαναφερόμενες συγκεκριμένες ενέργειές του αποδυναμώσει το όποιο δικαίωμά του έχοντας δημιουργήσει σ’ εμάς την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα το ασκήσει.
Έτσι η μεταγενέστερη άσκησή του με σαφείς πράξεις αδιαφορίας και αδράνειας υπερβαίνει σαφώς τα όρια της καλόπιστης άσκησης του δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ και προκαλεί δυσμενείς και δυσανάλογες συνέπειες σ’ εμάς με ανυπέρβλητη οικονομική ζημία, αφού υποβαλλόμαστε μετά τόσα έτη σε δαπάνες υπεράσπισης και σε ενδεχόμενη αποζημίωση 50.000.000 δρχ για την οποία εύλογα πιστεύαμε ότι δεν υφίσταται ενδιαφέρον και υποχρέωση.
Σημειώνουμε ακόμη ως προς αυτό το σημείο ότι ο πρώτος από εμάς ασκεί το δημοσιογραφικό του έργο πλέον από μία μικρή πόλη της Κρήτης με αμοιβή 1000€ το μήνα μικτά. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε παραδοχή αποζημιωτικού αιτήματος θα προκαλέσει ανυπέρβλητη βλάβη σ’ εμάς και μάλιστα για μια αιτία, όπου ο ενάγων αδιαφόρησε επί μακρόν να διεκδικήσει...".
Με το περιεχόμενο αυτό, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος και συνεπώς είναι απορριπτέος, καθόσον σύμφωνα με την εκτεθείσα ανωτέρω σκέψη, μόνη ή μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος έστω και αν εδημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον εναγόμενο, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκησή του, ενώ επί πλέον ο εναγόμενος δεν επικαλείται προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά των διαδίκων, εν όψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες διαμορφωθείσης και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο διάστημα καταστάσεως, να εξέρχεται από τα όρια τα οποία διαγράφονται από το άρθρο 281 Α.Κ.
Επομένως, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου και για τον λόγο αυτόν δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως. Λαμβανομένων δε υπ’ όψιν και σταθμιζομένων του είδους της προσβολής, της εκτάσεως της βλάβης, των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, της βαρύτητος του πταίσματος και της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων, από τους οποίους ο μεν ενάγων ήτο δημόσιος υπάλληλος (αρχιφύλακας των φυλακών), έγγαμος και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, ο δε εναγόμενος ήτο δημοσιογράφος του μηνιαίου περιοδικού "...", το οποίο δεν προέκυψε ότι ήτο ευρέως γνωστό στο αναγνωστικό κοινό και επί πλέον από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, ότι κυκλοφορούσε μέσω των πρακτορείων εφημερίδων (άρθρο μόνο, παράγραφος 2 του Ν.1178/1981 ως αντικατεστάθη με το άρθρο μόνο, παράγραφος 4 του Ν.2243/1994) κρίνεται, ότι πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή, έσφαλε και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, να γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως.
Εν τέλει, πρέπει ο εναγόμενος να καταδικασθεί λόγω της μερικής ήττης του, στα μερικά δικαστικά έξοδα του ενάγοντος (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζον κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 974/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή. Δέχεται κατά πλειοψηφία μερικώς αυτήν. Υποχρεώνει τον εναγόμενο Ν. Β., να καταβάλει στον ενάγοντα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Καταδικάζει τον εναγόμενο στα μερικά δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ