Legislator Case Law & Legislation
1251/2012 AI generated

1251/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1251/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1251/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά από το χρόνο της σύναψης της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης ...".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1251 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1251/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Λήσινγκ Ανώνυμος Εταιρεία Χρηματοδοτικής Μισθώσεως", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούτσικο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Η Εθνική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, και την από 10-3-2006 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1982/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5104/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 6-12-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του τρίτου κατά ένα μέρος και του δευτέρου λόγου της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης: "Όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο".

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου: "Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται ρητά εντός δεκατεσσάρων ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου.

Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά από το χρόνο της σύναψης της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης ...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και προς εκείνες των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ προκύπτει ότι, μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου.

Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους, δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Στις περιπτώσεις όμως κατά τις οποίες η σύμβαση διέπεται από γενικούς και ειδικούς όρους ή φέρει παρεκκλίσεις από την αίτηση ασφάλισης και ο ασφαλιστής παραλείψει να εκπληρώσει τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν από τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 2 του Ν. 2496/1997 υποχρεώσεις προς τον λήπτη της ασφάλισης, εισάγεται απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 191 παρ. 2 και 192 του Α.Κ.

και θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε από την αρχή, στην περίπτωση μεν της παρ. 4 με το περιεχόμενο που ορίζει η παρ. 6, στη δε περίπτωση της παρ.5 με περιεχόμενο σύμφωνο με την αίτηση ασφάλισης, χωρίς τις αναφερόμενες σ' αυτήν παρεκκλίσεις, οι οποίες προστέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου (ΑΠ 217/2011).

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως (και) όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αίτηση αναιρέσεως μέρος, έχει ως ακολούθως: Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, με την από 3-2-2005 ανακοπή της, επικαλέσθηκε, ότι έχοντας απαίτηση αποζημιώσεως κατά της οφειλέτιδάς της εταιρείας με την επωνυμία "Χ.

Ε. Α.Ε.", ύψους 1.069.971,30 ευρώ, προερχόμενη από την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας εκ της μεταξύ τους καταρτισθείσης συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης ως τρίτης, επί απαιτήσεως της ανωτέρω οφειλέτιδάς της κατ' αυτής (αναιρεσίβλητης), προερχόμενη από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση ασφαλίσεως και την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και ότι, μετά την επιβληθείσα κατάσχεση, η αναιρεσίβλητη υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αρνητική δήλωση περί υπάρξεως της ανωτέρω απαιτήσεως στα χέρια της, πλην όμως η δήλωση αυτή δεν είναι ειλικρινής.

Ζήτησε δε ακολούθως με την ανακοπή της, να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται η χρηματική απαίτηση της εταιρείας "Χ. Ε. Α.Ε." κατά της καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητης και να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το κατασχεθέν στα χέρια της ποσό, το οποίο συνιστά την ασφαλιστική αποζημίωση που δικαιούται η ανωτέρω ασφαλισμένη σ' αυτήν οφειλέτης της.

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1982/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη. Κατ' αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε κατ' ουσίαν και απέρριψε την ανακοπή ως ενεργητικά ανομιμοποίητη, δεχόμενο ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, που συνιστούσε την κατασχεθείσα απαίτηση, δεν ήταν η οφειλέτης της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσείουσας) αλλά η Τράπεζα Πειραιώς, ως οιονεί καθολική διάδοχος της αρχικής δικαιούχου τράπεζας ΕΤΒΑ ΑΕ.

Ειδικότερα, για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο, αφού δέχθηκε α) ότι υφίστατο απαίτηση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Ε. ΑΕ", προερχόμενη από καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, σε εκτέλεση της οποίας η πρώτη παραχώρησε στην δεύτερη την χρήση του μηχανολογικού εξοπλισμού ενός εκκοκκιστηρίου βάμβακος έναντι μισθώματος, β) ότι η οφειλέτης εταιρεία κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 16339/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επέδωσε σ' αυτήν στις 28-12-2001 επιταγή προς πληρωμή του οφειλομένου υπολοίπου, ύψους 1.134.963,57 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, γ) ότι για την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεως της, επέβαλε με το από 29-12-1995 κατασχετήριο, κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, ως τρίτης, κάθε χρηματικής απαίτησης της οφειλέτιδάς της κατ' αυτής (αναιρεσίβλητης), η οποία προερχόταν από την μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως και δ)ότι η τελευταία υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδίκη αρνητική δήλωση υπάρξεως της κατασχεθείσης στα χέρια της απαιτήσεως, δέχθηκε περαιτέρω, αναφορικά με την καταρτισθείσα μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρείας "Χ.

Ε. ΑΕ" συμβάσεως ασφαλίσεως, διεπόμενης, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης, από τις διατάξεις των άρθρων 189 και 192 του ΕμπΝ, τα ακόλουθα: "Η ανωτέρω οφειλέτης της αναιρεσείουσας εταιρία "Χ. Ε. Α.Ε." ως κάτοχος του εν λόγω ακινήτου, δυνάμει του ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου ασφάλισε τούτο στην καθ' ης η υπό κρίση ανακοπή ασφαλιστική εταιρία "Εθνική Α.Ε.Γ.Α." (ήδη αναιρεσίβλητη) από κίνδυνο πυρκαγιάς έως του ποσού των 733.676,00 ευρώ.

Περαιτέρω, στις 13.12.2004 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο ανωτέρω ακίνητο, συνεπεία της οποίας καταστράφηκε ολοσχερώς τούτο και για τον λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε ο ασφαλιστικός κίνδυνος ... . Κατά την ... ασφαλιστική σύμβαση ... με διάρκεια ασφάλισης από 08.01.2004 μέχρι 08.01.2005, αλλά και κατά την προηγούμενη όμοια ... με διάρκεια ασφάλισης από 08.01.2003 έως 08.01.2004, δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης ήταν η τράπεζα "ΕΤΒΑ ΑΕ", την οποία διαδέχθηκε οιονεί καθολικά η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", αφού στις συμβάσεις αυτές προβλέφθηκε, δηλώθηκε και συμφωνήθηκε ρητά ότι "σε περίπτωση πραγματοποίησης του κινδύνου, η αποζημίωση θα καταβληθεί στην ΕΤΒΑ".

Ειδικότερα, με το υπ' αριθ. .../2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ορίστηκε ρητά ότι "δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι η ΕΤΒΑ Α.Ε." και ότι "επί του ως άνω ασφαλιζόμενου αντικειμένου ενδιαφέρεται ως ενυπόθηκος ή και ενεχυρούχος δανειστής η ΕΤΒΑ ΑΕ δια ποσόν Ευρώ 733.675,72" και "συμφωνείται και δηλώνεται ρητά ότι σε περίπτωση πραγματοποίησης του κινδύνου, η αποζημίωση θα καταβληθεί στην ΕΤΒΑ για κάλυψη ενυπόθηκης ή ενεχυρούχου απαίτησης της από το δάνειο που έχει χορηγηθεί απευθείας από την ΕΤΒΑ (βλ.

ειδικούς όρους στην 5η σελίδα του ασφαλιστηρίου)". Ακολούθως το Εφετείο, αφού εκθέτει τους περιλαμβανόμενους στο ανωτέρω συμβόλαιο ειδικούς όρους περί ενεχυρούχων-ενυποθήκων δανειστών, καταλήγει: "... Τέλος, με την υπ' αριθ. 3 πρόσθετη πράξη στην υπ' αριθ. ... ασφαλιστική σύμβαση, με την οποία ανανεώθηκε η διάρκεια του αμέσως προηγούμενου υπ' αριθ. ...

ασφαλιστηρίου, χωρίς να μεταβληθούν οι προαναφερθέντες ειδικοί όροι, ορίζονται τα εξής "Δια της παρούσης πρόσθετης πράξης διευκρινίζεται ότι επί του ασφαλιζόμενου αντικειμένου ενδιαφέρεται ως ενυπόθηκος ή και ενεχυρούχος δανειστής η ΕΤΒΑ ΑΕ δια ποσόν ΕΥΡΩ 733.676,00. Συμφωνείται και δηλώνεται ρητά ότι σε περίπτωση πραγματοποίησης του κινδύνου, η αποζημίωση θα καταβληθεί στην ΕΤΒΑ για κάλυψη ενυπόθηκης ή ενεχυρούχου απαίτησης της από δάνειο που έχει χορηγηθεί απευθείας από την ΕΤΒΑ.

Η παρούσα πρόσθετη πράξη ισχύει από ενάρξεως του παρόντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου". Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, με βάση την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, μόνο η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ως διάδοχος της ΕΤΒΑ ΑΕ, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος και μόνο αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει αντίστοιχη αγωγή κατά του ασφαλιστή για την καταβολή του, καθώς μόνο αυτή έχει οριστεί ρητά στη σύμβαση ως δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, απορριπτόμενου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού της ανακόπτουσας, ότι η ως άνω πρόσθετη πράξη δεν φέρει και την υπογραφή του εκπροσώπου της παραπάνω ασφαλισμένης εταιρίας, αφού και από τους δύο διαδίκους γίνεται επίκληση και προσαγωγή του πιο πάνω ασφαλιστηρίου και της πρόσθετης πράξης με συνέπεια την αποδοχή όλων των όρων τους κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 3 πρόσθετη πράξη του ένδικου .../2004 ασφαλιστηρίου, με την οποία ορίζεται ότι σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, το ασφάλισμα θα καταβληθεί στην ΕΤΒΑ, απέρριψε την ανακοπή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 189 και 192 του ΕμπΝ, στις οποίες ρητά και σαφώς αναφέρεται.

Υπό τις ανωτέρω όμως παραδοχές, εφαρμοστέο δίκαιο είναι αυτό του ν. 2496/1997, αφού η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε υπό το κράτος της ισχύος του και επομένως, εφαρμοστέα ήταν εν προκειμένω και η αναφερόμενη στη πρώτη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού. Εφόσον, λοιπόν, στην απόφαση του Εφετείου, δεν αναφέρεται ούτε ο χρόνος εκδόσεως της υπ' αριθμ. 3 πρόσθετης πράξης, ούτε ότι η αναιρεσίβλητη είχε μνημονεύσει στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης, ότι αυτή διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, τους οποίους η αναιρεσίβλητη παρέδωσε στον ασφαλισμένο με τη σύμβαση ασφαλίσεως, εν όψει μάλιστα της ρητής περί τούτου άρνησης της αναιρεσείουσας, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη αυτά ζητήματα.

Ανεπαρκής είναι επίσης η αιτιολογία της προσβαλλόμενης και ως προς το ότι, ενώ δέχεται ότι κατά την ασφαλιστική σύμβαση δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι η ΕΤΒΑ Α.Ε. για κάλυψη ενυπόθηκης ή ενεχυρούχου απαίτησής της από δάνειο που έχει χορηγηθεί απευθείας από την ΕΤΒΑ, παραλείπει να αναφέρει τα προσδιοριστικά στοιχεία του επικαλουμένου δανείου καθώς, και αν η δανείστρια τράπεζα είχε όντως ανεξόφλητη απαίτηση (και ποίου ύψους) κατά της δανειοληπτρίας κατά τον χρόνο που επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση.

Ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου, καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά ένα μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, κατ' εκτίμηση, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού περί του δικαιούχου του ασφαλίσματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../2004 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με το να δεχθεί ότι περιλαμβανόταν σ' αυτό όρος, ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος ήταν η Τράπεζα ΕΤΒΑ Α.Ε. και ήδη Τράπεζα Πειραιώς. Ο λόγος είναι βάσιμος, διότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι "στις συμβάσεις αυτές (δηλαδή την υπ' αριθμ. .../2004 και την προηγούμενη όμοια .../2003) προβλέφθηκε ρητά ότι σε περίπτωση πραγματοποίησης του κινδύνου η αποζημίωση θα καταβληθεί στην ΕΤΒΑ", δεν ανέγνωσε ορθά το υπ' αριθμ. .../2004 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, από την θεώρηση του οποίου προκύπτει ότι ως δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίσθηκε η εταιρεία "Χ. Ε. ΑΕ".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5104/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ