1251/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Ε., 2) Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Στυλιανού Βαγιάνου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βαγιάνο και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1251/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1251 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1251/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Ε., 2) Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Στυλιανού Βαγιάνου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βαγιάνο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Θ. του Π., κατοίκου ..., ως δικαστικής συμπαραστάτριας του υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση τελούντος αδελφού της Α. Θ. του Π., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Παπαναγιώτου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του Νόμου διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΑΖ" της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ε. συζύγου Π. Θ., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Παπαναγιώτου και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Θ. του Π., κατοίκου ..., ως δικαστικής συμπαραστάτριας του υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση τελούντος αδελφού της Α. Θ. του Π., 2) Ε. συζύγου Π. Θ., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Παπαναγιώτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Ε., 2) Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Στυλιανού Βαγιάνου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βαγιάνο και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2001 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχεία Β1-Β3 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 15/9/2001 αγωγή των υπό στοιχεία Α1 και Α3 ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειουσών και την από 19/3/2001 κύρια παρέμβαση-αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1193/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6337/2005 μη οριστική και 3063/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 27/4/2009 αίτησή τους και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσες με την από 5/6/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 27/4/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και πέμπτος λόγος της από 27/4/2009 αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί και να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της από 5/6/2007 αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκαση των από 27.4.2009(αρ. κατ. 426/27.4.2009) και από 5.6.2007 / αρ. κατ. 741/20.6.2007) αιτήσεων για αναίρεση την υπ' αρ. 3063/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά τα άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ, αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επί της από 5.6.2007 αιτήσεως αναιρέσεως των 1. Α. Θ. και 2. Ε. Θ..
Επειδή ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που οφείλεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να εννοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του ιδίου άρθρου), είτε παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας (αριθμός 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως κατά το άρθρο 932 του ΑΚ. αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού ούτε και από άποψη παραβιάσεως η μη της αρχή της αναλογικότητας που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως που το περιορίζει. Έξω όμως από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Επί του προκειμένου το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) δέχθηκε και τ' ακόλουθα σε σχέση με την από 15.9.2001 αγωγή: Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο Α. Θ., ηλικίας 24 ετών κατά το ατύχημα και η δεύτερη ενάγουσα Ε. Θ. συνεπεία της σε βάρος τους ως άνω αδικοπραξίας υπέστησαν ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως.
Λαμβανομένου δε υπόψη, των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα και ο τραυματισμός του πιο πάνω πρώτου ενάγοντος (Α. Θ.), του βαθμού συνυπαιτιότητας αυτού και του πρώτου εναγομένου (Δ. Κ.), του είδους των σωματικών του βλαβών με τις εντεύθεν δυσμενείς ψυχολογικές, σωματικές, κοινωνικές, οικογενειακές και οικονομικές επιπτώσεις, τους σωματικούς και ψυχικούς πόνους που αυτός δοκίμασε και η δεύτερη από την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου της κατά το ποσοστό που της ανήκε, καθώς και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, πρέπει να τους επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του Α.
Θ. το ποσό των 15.000,000 δραχμών, το οποίο κρίνεται εύλογο και το ποσό των 100.000 δραχμών, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της δεύτερης ενάγουσας Ε. Θ.. Περαιτέρω, σε σχέση με την από 15.1.2001 αγωγή δέχθηκε τ' ακόλουθα: Λαμβανομένων, δε υπόψη, των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα και ο τραυματισμός του πρώτου (Δ.
Κ.) και της τρίτης (Δ. Κ.) των εναγόντων, του είδους των σωματικών βλαβών αυτών και της στενοχώριας που δοκίμασαν, του βαθμού συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου, της στενοχώριας που επίσης δοκίμασαν ο πρώτος και ο δεύτερος των εναγόντων από την ολική καταστροφή του ανωτέρω αυτοκινήτου τους και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, έπρεπε να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης το ποσό των 500.000 δραχμών στον Δ.
Κ. και το ποσό των 500.000 δραχμών στη Δ. Κ.. Οι αναιρεσείοντες με το σχετικό της αναιρέσεως λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ, διότι με το να καθορίσει την επιδικαστέα στον πρώτο και δεύτερη των εναγόντων της από 15.9.2001 αγωγής Α. και Ε. Θ. αντίστοιχα, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το ένδικο ατύχημα στο προαναφερθέν εξαιρετικά μειωμένο χρηματικό ποσό σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά και περαιτέρω, την επιδικαστέα στον πρώτο και τρίτη των εναγόντων της από 15.1.2001 αγωγής Δ.
Κ. και Δ. Κ. αντίστοιχα εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το ένδικο ατύχημα στο προαναφερθέν εξαιρετικά αυξημένο σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη δικαιϊκή αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Εξ' άλλου και ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η αιτίαση ότι καθορισθείσα ως επιδικαστέα χρηματική ικανοποίηση στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων της από 15.9.2001 αγωγής Α. και Ε. Θ. αντίστοιχα, καθώς και στους πρώτο και τρίτη των εναγόντων της από 15.1.2001 αγωγής Δ. Κ. και Δ.
Κ. αντίστοιχα, στα προαναφερθέντα εξαιρετικά μειωμένα και αυξημένα αντίστοιχα χρηματικά ποσά δεν εντάσσεται στην έννοια της ευλόγου αποζημιώσεως και συντρέχει περίπτωση αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου καθώς και από τον αριθμό 1 εδ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 4 Ν. ΓΠΝ/1911) προκύπτει, ότι όταν στη γένεση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος το δικαστήριο της ουσίας, μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Οι έννοιες της υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιατής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσον και ως προς το βαθμό του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Επί του προκειμένου, προσάπτεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι καίτοι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης αυτής ο οδηγός του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Κ. κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου με κατεύθυνση προς Σούνιο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χιλιομέτρων ωριαίως, η οποία δεν προσδιορίσθηκε έλλειψη ιχνων τροχοπέδησης α) έπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου β)λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εξετράπη προς τα δεξιά, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προσέκρουσε στη συνέχεια στα βράχια και ανετράπη στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα, όπου ακινητοποιήθηκε, ενώ το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο αφού περιεστράφη περί του άξονά του στη συνέχεια μετατοπίστηκε προς τα εμπρός και ακινητοποιήθηκε κάθετα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Σούνιο με το εμπρόσθιο μέρος του προς τα βράχια σε απόσταση 4μ.
περίπου από το σημείο της σύγκρουσης γ) συνεπεία της σφοδρής σύγκρουσης το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Δ. Κ. υπέστη σοβαρές βλάβες στο εμπρόσθιο τμήμα του το οποίο παραμορφώθηκε πλήρως, στο σκελετό του, τον ουρανό, τις κολώνες, άνοιξαν και καταστράφηκαν οι αερόσακοι οδηγού και συνοδηγού καθώς και οι λαμαρίνες περιμετρικά και τα τζάμια υπέστη δηλαδή, ολική καταστροφή, αποτελέσματα, που δικαιολογούν αυξημένη ταχύτητα με μεγαλύτερη κατά βαθμό υπαιτιότητα στην πρόκληση της σύγκρουσης του αναιρεσιβλήτου Δ.
Κ., και περαιτέρω, ότι ο τελευταίος, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ούτε έκανε χρήση των αριστερών δεικτών αλλαγής κατεύθυνσης κατά την εξόδό του από τον επιτρεπόμενο ως άνω χώρο στάθμευσης και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως, από απόσταση 60 μέτρων περίπου που είχε τη δυνατότητα, το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, εν τούτοις έκρινε αυτόν (αναιρεσίβλητο Δ. Κ.) συνυπαίτιο της σύγκρουσης κατά ποσοστό 20%. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως με τον οποίο ψέγεται κατ' εκτίμηση η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου με βάση το γενόμενο δεκτό πταίσμα αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει γι' αυτά ο νόμος.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως στην περίπτωση που το δικαστήριο εκτιμώντας όπως δικαιούται , αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία γιατί η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 ΚΠοινΔ από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη.
Έτσι, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στοιχεία ως προς τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα, είναι από εκείνα την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως και του σχεδιαγράμματος. Επομένως, κατ' αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη η οποία ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 670, 671 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η διαφορά κατά το άρθρο 681Α ΚΠολΔ, με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμούνται με τον ίδιο τρόπο.
Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 599 ΚΠολΔ και αληθώς του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις προεκτεθείσες παραδοχές αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συγκλίνουσα αμέλεια περί την πρόκλησή του του οδηγού του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Θ. κατά ποσοστό 80% και του οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Κ. κατά ποσοστό 20% αποδέχθηκε ως πλήρως αποδεδειγμένα τα απεικονιζόμενα στο συνοδεύον την από 18.6.2000 έκθεση αυτοψίας σχεδιάγραμμα αναφορικά με τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα, κατά παράβαση των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, καθ' όσον ο συντάκτης των εγγράφων αυτών βεβαιώνει τη σύνταξή τους περί ώρα 01.00 (πρωινή) μετά την επέλευση της σύγκρουσης που έλαβε χώρα περί ώρα 12.30(πρωινή) και δεν είχε ίδια αντίληψη των βεβαιωθέντων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τα έγγραφα αυτά ως προς το ανωτέρω στοιχείο παρέχουν πλήρη απόδειξη, ενώ πέραν τούτου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την επίμαχη κρίση ότι το με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εξήλθε από το χώρο στάθμευσης δεξιά του ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Αθηνών Σουνίου με κατεύθυνση προς Σούνιο, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και όχι αποκλειστικώς ή κυρίως από το επίμαχο σχεδιάγραμμα.
Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 5.6.2007 (αρ. κατ. 741/20.6.2007) αίτηση για αναίρεση της υπ' Αρ. 3063/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες και δη η εκ τούτων πρώτη υπό την ιδιότητα που παρίσταται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
Επί της από 27.4.2009 (αρ. κατ. 426/27.4.2009) αιτήσεως αναιρέσεως των 1. Δ. Κ. 2. Ε. Κ. και 3. Δ. Κ..
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911,297,298,299,330 εδ. β,914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αφ. 1 εδ.
α' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 18.6.1999 και ώρα 00:30 (πρωινή), ο Δ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου κατά ποσοστό 50% και του Ε.
Κ. κατά ποσοστό επίσης 50% εξ αδιαιρέτου, στο οποίο επέβαινε η Δ. Κ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", εκινείτο στην αριστερή λωρίδα και πλησίον της διαχωριστικής γραμμής της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Σούνιο.
Η λεωφόρος αυτή στο 42° χιλιόμετρο έχει πλάτος 15,80 μ., δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Η ορατότητα στο πιο πάνω σημείο δεν περιορίζεται και υφίστανται πινακίδες Π-62 (υπόγεια διάβαση πεζών) και Π-31 (χώρος επιτρεπόμενης στάθμευσης), που βρίσκεται δεξιά του ρεύματος πορείας προς Σούνιο και πέραν αυτού η θάλασσα, πριν δε από το σημείο τούτο σε απόσταση 60μ.
περίπου, υφίσταται δεξιά καμπύλη για τα οχήματα που κινούνται προς Σούνιο, αριστερά της οποίας και κάθετα περίπου προς αυτήν αρχίζει η οδός Σοφούλη, ενώ δεξιά του αντίθετου ρεύματος πορείας προς Αθήνα στο ύψος του χώρου στάθμευσης υπάρχουν βράχια, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ρυθμίζεται με πινακίδα Ρ-32, ήτοι είναι 60 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Α. Θ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ιδίου κατά ποσοστό 50% και της μητέρας του Ε. Θ. κατά ποσοστό επίσης 50% εξ αδιαιρέτου και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΑΖ", εξήλθε από τον ανωτέρω χώρο στάθμευσης χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων που εκινούντο επί της λεωφόρου και χωρίς να χρησιμοποιήσει τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), με αριστερό ελιγμό διέσχισε κάθετα τη δεξιά λωρίδα (του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ιούνιο), στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του ιδίου ρεύματος επιχειρώντας με αναστροφή να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα, αποκλείοντας κατ' αυτόν τον τρόπο αιφνίδια την πορεία του ανωτέρω ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα τούτο, και συνεπεία του γεγονότος ότι ο οδηγός του (Δ. Κ.) δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως από απόσταση 60μ περίπου που είχε τη δυνατότητα, δεδομένου ότι η ορατότητα στο σημείο αυτό δεν περιοριζόταν ώστε με τη χρήση του συστήματος πέδησης να ακινητοποιήσει το όχημα του, αλλά αντιλήφθηκε το ανωτέρω αυτοκίνητο (...) από πολύ μικρή απόσταση τριών μέτρων (όπως ο ίδιος εκθέτει στην από 15.1.2001 αγωγή του), με αποτέλεσμα, λόγω και της υπερβολικής για τις περιστάσεις ταχύτητας, με την οποία έβαινε, η οποία δεν προσδιορίστηκε ακριβώς ελλείψει ιχνών πεδήσεως, πλην αυτή υπερέβαινε τα 60 χιλιόμετρα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του άνω ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ακολούθως, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης το πρώτο αυτοκίνητο (...) εξετράπη προς τα δεξιά, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προσέκρουσε στη συνέχεια στα βράχια και ανετράπη στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα, όπου ακινητοποιήθηκε, ενώ το δεύτερο αυτοκίνητο (...), αφού περιεστράφη περί του άξονά του στη συνέχεια μετατοπίσθηκε προς τα εμπρός και ακινητοποιήθηκε κάθετα στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Σούνιο, με το εμπρόσθιο μέρος του προς τα βράχια σε απόσταση 4μ.
περίπου από το σημείο της σύγκρουσης. Αποτέλεσμα της σφοδρής αυτής σύγκρουσης ήταν να τραυματισθούν οι ανωτέρω οδηγοί και η συνεπιβαίνουσα στο πρώτο αυτοκίνητο Δ. Κ. και να προκληθούν σοβαρότατες υλικές ζημιές και στα δύο αυτοκίνητα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η σύγκρουση των αυτοκινήτων έγινε, ως άνω, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο ύψος του πιο πάνω χώρου στάθμευσης, στο μέσον περίπου της λωρίδας αυτής, όπου βρέθηκαν θραύσματα ύαλων όπως αυτά απεικονίζονται στο από 18.6.2000 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίων Ατυχημάτων, που συνοδεύει την από 18.6.2000 έκθεση αυτοψίας αυτού και όχι στο ύψος της συμβολής της ανωτέρω λεωφόρου με την οδό Σοφούλη όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες της από 15.9.2001 αγωγής 1) Α.
Θ., ως δικαστική συμπαραστάτρια του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α. Θ., που διορίστηκε μέ την 3517/2001 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) Ε. Π. Θ.. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν από το συνδυασμό όλων των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά κυρίως α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Η.
Μ., ο οποίος έχει ιδία αντίληψη για το ατύχημα δεδομένου ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας όπως αναφέρεται και στην έκθεση αυτοψίας, ο οποίος εξετάσθηκε προανακριτικά και κατά πρόταση των εναγόντων της από 15.1.2001 αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου, β) την από 18.6.2000 έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα όπου περιγράφονται και απεικονίζονται η κατάσταση της οδού, η πορεία των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες αυτών, τα θραύσματα ύαλων και η τελική θέση των αυτοκινήτων, καθώς επίσης και τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα μετά το ατύχημα.
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να ανατραπούν από τις αντίθετες καταθέσεις του μάρτυρα Β. Α. που εξετάσθηκε με πρόταση των εναγόντων της από 15.9.2001 αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Δικαστηρίου, η κατάθεση του οποίου βασίζεται σε υποθετικά συμπεράσματα, όπως και οι ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ένορκες εξετάσεις των μαρτύρων Κ.
Μ., Ε. Π. Κ., Π. Κ. και Δ. Κ. που περιέχονται στις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες, ως άνω, ένορκες βεβαιώσεις. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά και των δύο οδηγών. Ειδικότερα, η αμέλεια του Α. Θ. συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε το όχημα του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ούτε έκανε χρήση των αριστερών δεικτών αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), κατά την έξοδο του από τον επιτρεπόμενο ως άνω χώρο στάθμευσης και τον μη επιτρεπόμενο αριστερό ελιγμό που πραγματοποίησε για να εισέλθει στην παραπάνω λεωφόρο Αθηνών-Σουνίου στο 42° χιλιόμετρο αυτής, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί, ως όφειλε, ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού που εκινούντο και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, και να επιχειρήσει αναστροφή στο ρεύμα που προοριζόταν για τα οχήματα που εκινούντο προς Αθήνα, παρά το γεγονός ότι τούτο απαγορευόταν, εφόσον υπήρχε διαγράμμιση του οδοστρώματος, με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή με συνέπεια να προκληθεί η ένδικη σύγκρουση.
Δηλαδή η υπαιτιότητα του επαρκώς θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8β, 12 παρ. 1, 19 παρ.1 και 21 τταρ.1 του Ν. 2696/1999. Εξάλλου η αμέλεια του Δ. Κ. συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, που βρίσκεται κάτω από παρόμοιες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του προ ενδεχόμενου κινδύνου, αλλά εκινείτο στην αριστερή λωρίδα με υπερβολική για τις περιστάσεις (νύχτα, πινακίδα Π-31), ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί ν' αντιληφθεί εγκαίρως τον ενδεχόμενο κίνδυνο και να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και έτσι δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως από απόσταση 60μ.
περίπου, που είχε ορατότητα και δυνατότητα να αντιληφθεί, αλλά από μικρή απόσταση τριών (3) μέτρων το όχημα που οδηγούσε ο Α. Θ. να κινείται καθέτως προς το ρεύμα πορείας του, δεν πραγματοποίησε πέδηση, ούτε ανέκοψε την αυξημένη ταχύτητα του οχήματος του ούτε έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά παρά το γεγονός ότι είχε τη.
δυνατότητα, αφού δεν εκινούντο εκείνη τη στιγμή άλλα οχήματα στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος προς Σούνιο και στο σημείο εκείνο υφίσταται προς τα δεξιά της οδού ο ως άνω χώρος στάθμευσης, με αποτέλεσμα να προκληθεί η πιο πάνω σφοδρή σύγκρουση των αυτοκινήτων. Παρέβη δηλαδή ο οδηγός αυτός τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.1, 17 παρ.6 και 19 παρ.1 του Ν. 2696/1999.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει κάθε οδηγό είναι 80% για τον Α. Θ. και 20% για τον Δ. Κ..
Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί του ουσιώδους ζητήματος της συνυπαιτιότητας του οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Κ. περί την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και τη σύγκρουση αυτού με το υπ' αρ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εκ των αναιρεσιβλήτων Α. Θ., όπως παρίσταται, διότι ενώ δέχεται ότι ο τελευταίος α) δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς β) πραγματοποίησε αριστερό ελιγμό για να εισέλθει στη λεωφόρο Αθηνών Σουνίου χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί, ως όφειλε ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού που εκινούντο και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και γ) επιχείρησε αναστροφή στο ρεύμα που προοριζόταν για τα οχήματα που εκινούντο προς Αθήνα παρά το γεγονός ότι τούτο απαγορευόταν, εφ' όσον υπήρχε διαγράμμιση του οδοστρώματος, με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, αποκλείοντας κατ' αυτό τον τρόπο αιφνίδια την πορεία του ανωτέρω με αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, στη συνέχεια, όλως αντιφατικά δέχεται ότι ο οδηγός του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου ( με αρ. ...) Δ. Κ. (αναιρεσείων), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί να αντιληφθεί εγκαίρως τον ενδεχόμενο κίνδυνο και να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και έτσι δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως από απόσταση 60 μέτρων που είχε ορατότητα και δυνατότητα να αντιληφθεί, αλλά από μικρή απόσταση τριών (3) μέτρων το ανωτέρω με αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο να κινείται καθέτως προς το ρεύμα πορείας του. Εξ άλλου, δεν αποσαφηνίζει σε ποια απόσταση ευρίσκετο κινούμενο το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος Δ. Κ. επί της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών -Σουνίου με κατεύθυνση προς Σούνιο κατά το χρόνο που ο αναιρεσίβλητος Α. Θ. άρχισε κινούμενος από το χώρο στάθμευσης που ευρίσκετο δεξιά του ρεύματος πορείας της πιο πάνω λεωφόρου με κατεύθυνση προς Σούνιο ώστε να διασχίσει καθέτως όλο το οδόστρωμα του ρεύματος αυτού προκειμένου να διενεργήσει προς τα αριστερά ελιγμό και β) αν η οδική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος Δ.
Κ. κατά την οποία, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη, δεν πραγματοποίησε πέδηση, ούτε ανέκοψε την αυξημένη ταχύτητα του οχήματος του, ούτε έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παρά το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα, αφού δεν εκινούντο εκείνη τη στιγμή άλλα οχήματα στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος προς Σούνιο και στο σημείο εκείνο υφίσταται προς τα δεξιά της οδού ο ως άνω χώρος στάθμευσης, είναι απότοκος, αιφνίδιας ή μη παρεμβολής στην πορεία του οδηγούμενου από αυτόν αυτοκινήτου, του ανωτέρω, με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εκ των αναιρεσιβλήτων Α. Θ.. Κατ' ακολουθία αυτών, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικώς έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του ουσιώδους συνδέσμου.
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της από 27.4.2009 (αρ. κατ. 426/27.4.2009) αιτήσεως είναι βάσιμος. Ενόψει δε του ότι η παραδοχή του λόγου αυτού συνεπάγεται την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σύνολό της, παρέχεται η έρευνα των λοιπών λόγων της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.
Πρέπει επομένως, να γίνει δεκτή η από 27.4.2009 (αρ. κατ. 426/27.4.2009) αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 5.6.2007 και με αρ. κατ. 741/20.6.2007 και από 27.4.2009 και με αρ. κατ.426/27.4.2009 αιτήσεις αναίρεσης της υπ' Αρ. 3063/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 5.6.2007 και με αρ. κατ. 741/20.6.2007 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες, εκ των οποίων την πρώτη υπό την ιδιότητα που παρίσταται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια(2.700) ευρώ.
Δέχεται την από 27.4.2009 και με αρ. κατ. 426/27.4.2009 αίτηση αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Αναιρεί την υπ' αρ. 3063/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το ως ανωτέρω μέρος.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους εκ των οποίων την πρώτη υπό την ιδιότητα που παρίσταται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείοντων που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 15 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ