Legislator Case Law & Legislation
1251/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider arguments regarding defamation and breach of trust.

Case Number 1251/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a contract termination. The appellant argued that the lower court ignored claims of defamation and a total breakdown of trust, but the court found these were not independent legal grounds sufficient for appeal. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the insurance company and the lawyer.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not consider arguments that do not constitute independent legal grounds for the foundation or destruction of a substantive or procedural right.

Keywords

AI generated
appeal admissibility independent legal grounds defamation claim breach of trust contract termination legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1251 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1251/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λάμπρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Του Ψ2, δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη Μπαλτά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1642/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1811/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-6-2007 αίτησή του και τους από 5-2-2008 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 10-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης (κύριων και προσθέτων).

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρ. 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που είχε προβάλλει με την έφεση του, ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν εξυβρίσθηκε από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ότι ο αναιρεσείων επισκέφθηκε τους Ολλανδούς για να διαμαρτυρηθεί για την εξύβριση του και ότι είχε κλονισθεί ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του.

Οι παραπάνω, όμως, ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τον τρίτο κατά το ένα του σκέλος, του κυρίου δικογράφου και τον δεύτερο των προσθέτων, λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση και συγκεκριμένα την από 1-6-2005 έγκληση του, την ...

αναφορά του προς το ΔΣΑ, την από 31-8-2005 έγκληση-μήνυσή του, την από 13-9-2005 έγκληση για συκοφαντική δυσφήμησή του, την από 23-6-2006 έγκλησή του κατά των αναιρεσιβλήτων και των μαρτύρων τους, το από 1-12-2004 έγγραφο του προς την αναιρεσίβλητη, την από 2-6-2005 έγκληση του αναιρεσιβλήτου, το από 13-12-2004 έγγραφο του αναιρεσείοντος, το από 20-10-2003 έγγραφο με τίτλο "Διαδικασία Επίλυσης Παραπόνων Πελατών" και τα από 17-11-2003 και 19-2-2004 έγγραφα της υπαλλήλου ΑΑ.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 1-12-2004 εγγράφου του προς την αναιρεσίβλητη καθώς και την από 2-6-2005 έγκληση του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε μεν σωστά, και τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όμως κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Επειδή σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τα άρθρα 22§1 του Συντ., 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της ΕΕ και έχει εφαρμογή σε οποιαδήποτε ενοχική σχέση, επομένως και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, εκείνος που χρησιμοποιεί με αμοιβή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να μεταχειρίζεται τα πρόσωπα αυτά ομοιόμορφα και συνεπώς να μην εξαιρεί ορισμένα από αυτά από παροχές στις οποίες προβαίνει δυνάμει συμβατικής δεσμεύσεως (από επαχθεί ή χαριστική αιτία) και όχι κατά νομική επιταγή, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.

Αναγκαία στοιχεία της αγωγής, με την οποία ζητείται με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή, αποτελούν εκτός από την οικειοθελή παροχή στην οποία προέβη ο εργοδότης προς άλλους μισθωτούς, ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων προσώπων προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και του ενάγοντος, η εργασία την οποία παρείχαν τόσο αυτοί όσο και ο ενάγων και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρείχετο, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η προαναφερόμενη αρχή.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτού, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρ. 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το περιεχόμενο του οποίου παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή του ότι προσέφερε τις δικηγορικές του υπηρεσίες στην πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση έμμισθης εντολής σε πάγια αντιμισθία μέχρι την 3-3-2005, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ένα μήνα πριν από την απόλυσή του προσέλαβε άλλο δικηγόρο διορισμένο στο Πρωτοδικείο, ενώ αυτός ήταν διορισμένος στο Εφετείο, στον οποίο κατέβαλε μηνιαίο μισθό 2.200 ευρώ, δηλαδή 200 ευρώ περισσότερα από τον δικό του και ότι οι ένδικες αξιώσεις του με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να υπολογισθούν με βάση το ποσό των 2449 ευρώ, ενόψει του ότι οι βασικές αποδοχές του αμειβόμενου με πάγια αντιμισθία δικηγόρου διορισμένου στο Εφετείο ήταν κατά 249 ευρώ μεγαλύτερη σε σχέση με αυτές του διορισμένου στο Πρωτοδικείο, άλλως με βάση το ποσό των 2200 ευρώ.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά το μέρος που στηρίζεται στην παραπάνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, είναι αόριστη, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει το είδος της εργασίας που παρείχε ο συγκρινόμενος με αυτόν συνάδελφός του και ειδικότερα αν ο τελευταίος χειριζόταν τον ίδιο αριθμό υποθέσεων, με τον ίδιο βαθμό δυσκολίας και σπουδαιότητας σε σύγκριση με τις υποθέσεις που χειριζόταν ο ίδιος και γενικά αν οι εν λόγω υπηρεσίες του συγκρινόμενου δικηγόρου παρέχονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, μη αρκούντος του γεγονότος μόνο ότι και οι δύο απασχολούνταν με συμβάσεις έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε με την ίδια αιτιολογία την αγωγή κατά την πιο πάνω νομική της βάση δεν έσφαλε και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ δεν είναι βάσιμος. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 και 94 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η σύμβαση μεταξύ φυσικού ή νομικού προσώπου, αφενός και δικηγόρου, αφετέρου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον πρώτο (εντολέα) τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή.

Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή απροειδοποίητα και αναιτιολόγητα καταβάλλοντος στο δικηγόρο την από την παρ. 1 του άρθρου 94 του ως άνω Κώδικα προβλεπόμενη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως, απαγορεύεται αν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Καταχρηστική είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία, κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ότι δεν έγινε, οπότε ο εντολέας περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του δικηγόρου και υποχρεούται, μέχρι την άρση της υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον ακύρως απολυθέντα δικηγόρο, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως του εντολέα του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.

Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς ή, πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης ήταν αναληθείς· ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους, που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Επίσης, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία, έστω και αν συντέλεσε σε αυτή κλίμα προστριβών, καχυποψίαw και αντιπάθειας του εντολέα προ του εντολοδόχο δικηγόρο, το οποίο όμως δημιουργήθηκε από μη συμβιβαζόμενες προς τη σύμβαση εντολής υποχρεώσεις, ενέργειες ή παραλείψεις του τελευταίου, όπως στην περίπτωση που από υπαιτιότητα του δικηγόρου διαταράχθηκαν οι σχέσεις αυτού με τον προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας νομικού προσώπου σε τέτοιο βαθμό, που να καθίσταται αδύνατη η συνεργασία αυτών και η ομαλή διεξαγωγή του έργου της νομικής υπηρεσίας.

Εξάλλου κατά το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με την κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα δικηγόρο ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης της συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία:

Με συμφωνία που καταρτίσθηκε την 1-3-2003 η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία ανήκει στο ολλανδικό Όμιλο ING, που δραστηριοποιείται στον χώρο των τραπεζικών, ασφαλιστικών και εν γένει χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και διαθέτει οργανωμένο Νομικό Τμήμα με νομικό σύμβουλο τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, προσέλαβε τον αναιρεσείοντα, ηλικίας τότε 29 ετών, δικηγόρο διορισμένο στο Πρωτοδικείο Αθηνών από το έτος 2000, να της παρέχει τις δικηγορικές υπηρεσίες του με πάγια μηνιαία αντιμισθία.

Ο αναιρεσείων, πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης με μεταπτυχιακές σπουδές στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φοιτώντας επί διετία στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Βρυξελλών και γνώστης της Αγγλικής και Γαλλικής γλώσσας, όπως προαναφέρθηκε, διορίσθηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών το έτος 2000 (και στο Εφετείο τον Οκτώβριο του 2004), με αποτέλεσμα, κατά το χρόνο της πρόσληψης του από την αναιρεσίβλητη να μην έχει αποκτήσει ιδιαίτερη εμπειρία, αφού αυτή περιοριζόταν μέχρι τότε στη συνεργασία και απασχόληση του στο γραφείο του πατέρα του.

Παρ' όλα αυτά, μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως του δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα, όσον αφορά το χειρισμό των υποθέσεων που είχε αναλάβει, τις οποίες διεκπεραίωνε κατά τρόπο ικανοποιητικό, με αποτέλεσμα νααποκτήσει την εμπιστοσύνη και των λοιπών δικηγόρων, καθώς και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων.

Πέραν της υποθέσεως, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω, ουδείς από τους μάρτυρες αναφέρθηκε κατά τρόπο συγκεκριμένο σε άλλη υπόθεση, την οποία ο αναιρεσείοντας αντιμετώπισε πλημμελώς. Σχετικά με τον χαρακτήρα του, όμως, ενώ κατά το πρώτο χρονικό διάστημα φαινόταν συνεσταλμένος, στη συνέχεια ορισμένες φορές φερόταν υπεροπτικά και άλλοτε ειρωνικά, ακόμη και προς τους δύο παλαιότερους δικηγόρους της εταιρίας, με τους οποίους στεγαζόταν στον ίδιο χώρο, ενώ αντιδρούσε ακόμη και σε εύλογες παρατηρήσεις, που ήταν αναμενόμενο να δέχεται, σε ένα οργανωμένο νομικό τμήμα.

Έτσι, ειρωνευόταν τους ως άνω συναδέλφους του για τον απαρχαιωμένο τρόπο δουλειάς τους και για τα "τεφτέρια" που τηρούσαν, ενώ ο ίδιος επαίρονταν για τη δυνατότητα πρόσβασης του σε ηλεκτρονικές πηγές νομικών πληροφοριών. Επίσης, όταν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος του έκαμε παρατήρηση, λόγω του ότι από προφανή παραδρομή προσκόμισε άλλο αντίγραφο αποφάσεως του Αρείου Πάγου από αυτό που του είχαν ζητήσει (απόφαση πολιτικού τμήματος αντί την αντίστοιχη του ποινικού τμήματος), αυτός αντέδρασε με ειρωνικό τρόπο.

Άλλη φορά, και πάλι μετά από κάποια παρατήρηση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου αντέδρασε έντονα, χτυπώντας δυνατά το χέρι του στο γραφείο και λέγοντας εις επήκοο άλλων συναδέλφων του "Ε, φτάνει πια! Αρκετά". Συχνά, επίσης, έπαιρνε πρωτοβουλίες και αναμειγνυόταν σε υποθέσεις και ζητήματα που δεν του είχαν ανατεθεί.

Όμως, η εν λόγω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οφειλόταν κατά βάση στο νεαρό της ηλικίας του και την μη ταχεία εξοικείωση του με τον τρόπο λειτουργίας του νομικού τμήματος μιας μεγάλης εταιρίας. Για τον λόγο αυτό, μέχρι την απόλυση του, ενόψει των ικανοτήτων που είχε επιδείξει, δεν είχε προκύψει πρόβλημα κλονισμού της εμπιστοσύνης της εταιρίας προς το πρόσωπο του ούτε και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε σκεφθεί την περίπτωση απολύσεως του, αφού αντιμετώπιζε με κατανόηση την ως άνω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.

Αντίθετα, η προαναφερόμενη αντιμετώπισή του από την εταιρία όπως η ουσιαστική ένταξή του στους δικηγόρους της εταιρίας που αμείβονταν με πάγια αντιμισθία, με παράλληλη αύξηση των αποδοχών του, καταδεικνύει την εμπιστοσύνη, με την οποία τον περιέβαλαν οι υπεύθυνοι της εταιρίας, ακόμη και για τον χειρισμό σοβαρών υποθέσεων.

Μία τέτοια υπόθεση, συνεχίζει το Εφετείο, ήταν και αυτή των πελατών της εταιρίας "ΒΒ - ΓΓ", που αφορούσε το ενδεχόμενο συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, που είχε προκύψει στα πλαίσια των εργασιών μιας εταιρίας του Ομίλου ING. Η εν λόγω υπόθεση είχε απασχολήσει την πρώτη αναιρεσίβλητημετά από την από 22-4-2003 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία των ως άνω πελατών της εταιρίας, οπότε κατά το μήνα Ιούλιο του 2003 ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα η συλλογή και αντιπαραβολή των σχετικών εγγράφων και όχι ο ουσιαστικός χειρισμός της υπόθεσης.

Για τη συλλογή των εν λόγω στοιχείων ήταν αναγκαία η συνεργασία και με άλλες υπηρεσίες της πρώτης αναιρεσίβλητης με αποτέλεσμα να υπάρξει κάποια καθυστέρηση στην υπόθεση, και γι' αυτό, μετά από διαμαρτυρίες των ως άνω πελατών της εταιρίας, τον Ιούνιο του 2004 ανατέθηκε ο συντονισμός όλων των ενεργειών στον αναιρεσείοντα, ο οποίος έκτοτε, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη αλληλογραφία, επιτάχυνε την όλη διαδικασία, προκειμένου να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση επί της ανωτέρω υποθέσεως, για την οποία είχε τη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου διευθυντή της εταιρίας ..., ο οποίος πίστευε, ότι στο ποσό που θα πρότεινε το νομικό τμήμα της εταιρίας θα συμφωνούσε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης ... .

Από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής προκύπτει, ότι, προτού γίνει οποιαδήποτε πρόταση προς τους ενδιαφερόμενους πελάτες, θα έπρεπε να υπάρξει σχετική εισήγηση του νομικού τμήματος προς τον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, προκειμένου να υπάρξει έγκριση αυτού για την υποβολή συγκεκριμένης συμβιβαστικής πρότασης προς τους πελάτες.

Ο αναιρεσείων όμως, από προφανή παρερμηνεία της ανωτέρω επιστολής αλλά και λόγω απειρίας, απέστειλε προς τους πιο πάνω ενδιαφερόμενους πελάτες την από 13-12-2004 επιστολή, με την οποία υπέβαλε προς αυτούς συγκεκριμένη πρόταση προς επίλυση της διαφοράς που είχε ανακύψει. Στην ως άνω επιστολή - πρόταση του αναιρεσείοντος οι πελάτες ΒΒ και ΓΓ απάντησαν με δικές τους προτάσεις, που περιέχονται στην από 18-1-2005 επιστολή των συνηγόρων τους προς τη διοίκηση της εταιρίας, για την οποία, όμως, ο αναιρεσείων δεν ενημέρωσε τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Μετά από ένα μήνα περίπου, η διοίκηση της εταιρίας διαμαρτυρήθηκε στον τελευταίο για την καθυστέρηση απαντήσεως στην πιο πάνω επιστολή των πελατών της εταιρίας, και αυτός κάλεσε τον αναιρεσείοντα στις 2-3-2005 στο γραφείο του για ενημέρωση, παρουσία και της προϊσταμένης της νομικής υπηρεσία της εταιρίας ΑΑ.

Όταν από τις εξηγήσεις του αντιλήφθηκε, ότι η επιστολή αυτή των πελατών ήταν απάντηση στην προηγούμενη, από 13-12-2004 επιστολή του αναιρεσείοντος για την οποία δεν είχε ενημερωθεί, φανερά εκνευρισμένος επέπληξε αυστηρότατα τον αναιρεσείοντα για την αυθαίρετη αυτή ενέργειά του, επισημαίνοντας ότι με τον τρόπο αυτό εξέθετε το νομικό τμήμα και ότι ήταν επικίνδυνη η παραμονή του στην εταιρία, λέγοντας του και τη φράση "έτσι είσαι εσύ, είσαι πολυπράγμων και βιαστικός".

Ο αναιρεσείων, αισθανόμενος ότι θίγεται από τις πιο πάνω έντονες παρατηρήσεις του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και από την προειδοποίηση αυτού περί πιθανής απολύσεώς του, σηκώθηκε όρθιος και, μιλώντας με έντονο τρόπο και στον ενικό αριθμό, απάντησε σε αυτόν λέγοντας "Άκου να σου πω Ψ2, θα σου μιλάω στον ενικό για να σου προσβάλλω την προσωπικότητα.

Μην τολμήσεις να με απολύσεις", για να του απαντήσει ο δεύτερος αναιρεσίβλητος με τη φράση "Τολμάς εσύ να μου μιλάς στον ενικό; Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Σήκω φύγε αμέσως", και στη συνέχεια, απευθυνόμενος στην παρούσα προϊσταμένη του νομικού τμήματος ΑΑ, της είπε για τον αναιρεσείοντα, ότι απολύεται. Πράγματι, μετά από το επεισόδιο αυτό ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εισηγήθηκε προς τη διοίκηση της εταιρίας την απόλυση του αναιρεσίοντος, η οποία έγινε δεκτή.

Την επόμενη ημέρα, 3-3-2005, ο αναιρεσείων μετέβη στο χώρο εργασίας του και με παραστάσεις του τόσο προς την ΑΑ όσο και προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας και τον αναπληρωτή του, ήτοι τον ... και ..., αντίστοιχα, προσπάθησε να αποτρέψει την απόλυσή του, ισχυριζόμενος ότι η συμπεριφορά του οφείλεται στο γεγονός ότι εξυβρίστηκε προηγουμένως από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο με τη λέξη "μαλάκα", πλην όμως η προσπάθεια του αυτή απέτυχε, αφού οι ανωτέρω νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας του δήλωσαν, ότι η απόλυσή του ήταν οριστική, καθόσον, όπως του είπαν, στον όμιλο ING η νομική υπηρεσία λειτουργεί ανεξάρτητα και η εισήγηση του νομικού συμβούλου για την απόλυση δικηγόρου πάντοτε ικανοποιείται.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, είπε το Εφετείο, προκύπτει σαφώς ότι το γεγονός που αποτέλεσε την αιτία για την απόλυση του αναιρεσείοντος είναι το επεισόδιο της 2-3-2005 με αφορμή τον εσφαλμένο χειρισμό αυτού στην υπόθεση ΒΒ - ΓΓ και ειδικότερα την πρωτοβουλία που αυτός ανέλαβε, χωρίς να ενημερώσει άλλον από το Νομικό Τμήμα, να υποβάλει έγγραφη πρόταση προς τους ανωτέρω πελάτες της εταιρείας.

Ο έντονος δε και αγενής τρόπος με τον οποίο αντέδρασε ο αναιρεσείων στις δικαιολογημένες παρατηρήσεις του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ως νομικός σύμβουλος της εταιρείας είχε κάθε λόγο να επισημαίνει το συγκεκριμένο σφάλμα του αναιρεσείοντος κατά τον χειρισμό της προαναφερόμενης υπόθεσης των πελατών της εταιρείας και με τον οποίο χειρισμό συνδέονται οι χαρακτηρισμοί "είσαι πολυπράγμων και βιαστικός" ήταν αδικαιολόγητος, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι σχέσεις αυτού με τον προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας και συνακόλουθα με τη διοίκηση της εταιρείας, σε τέτοιο βαθμό, που να καθίσταται αδύνατη η συνεργασία αυτών και η ομαλή διεξαγωγή του έργου της νομικής υπηρεσίας της εταιρείας.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, κατέληξε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος οφείλεται σε εκδικητική συμπεριφορά της εταιρείας για τη συγκεκριμένη στάση αυτού να υπερασπισθεί δήθεν την προσβληθείσα από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο τιμή και υπόληψή του, αφού ο τελευταίος δεν εξύβρισε τον αναιρεσείοντα με την επικαλούμενη φράση "είσαι μαλάκας, είσαι μαλάκας", αλλ' αντιθέτως αποδείχθηκε, όπως ελέχθη, ότι η καταγγελία οφείλεται στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του εξαιτίας της απρεπούς συμπεριφοράς τους προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο σε συνδυασμό και με τον εσφαλμένο χειρισμό του στην υπόθεση των εν λόγω πελατών της εταιρείας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη εκείνη του αριθ. 281 του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής του αναιρεσείοντος δεν έγινε για τους επικαλούμενους από αυτόν λόγους εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα από το άρθρ. 281 του ΑΚ όρια. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει με τους από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ τρίτο του κυρίου δικογράφου κατά το άλλο σκέλος και δεύτερο των προσθέτων λόγους αναιρέσεως δεν είναι βάσιμα.

Οι αποδιδόμενες δε κατά τα λοιπά με τους αυτούς λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, που ανάγονται σε ελλείψεις ή ανεπάρκειες αιτιολογιών ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή ή αντιφατική η έλλειψη ιδιαίτερης αναφοράς σε καθένα αποδεικτικό μέσο και στα επιχειρήματα των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2007 αίτηση και τους από 5-2-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 1811/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ