Legislator Case Law & Legislation
1251/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in internal bank promotion dispute, upholding employer's discretionary selection process.

Case Number 1251/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the employee's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss his promotion claim. The court found no clear superiority over other promoted colleagues despite the plaintiff's exceptional performance ratings. Consequently, the court ruled that the employer's discretionary decision did not violate good faith or constitute arbitrary injustice.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 and 207 paragraph 1 of the Civil Code; The court's discretionary assessment of an employee's promotion within a contractually agreed framework is not arbitrary or contrary to good faith unless there is a clear superiority of the applicant over other promoted colleagues.

Keywords

AI generated
internal promotion discretionary selection good faith principle clear superiority bank employee administrative decision appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 201 of the Civil Code
Article 207 paragraph 1 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1251 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1251/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/2/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 501/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5779/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/6/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 16/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων στο βαθμό του Υποδιευθυντή (2ο βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας), αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, από το Γενικό (Διοικητικό) Συμβούλιο, μετά από πρόταση του Διοικητή, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ευδόκιμης υπηρεσίας, ήτοι ενός έτους στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, γ) ύπαρξη προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) επίδειξη εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του και ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση του κρινομένου υπαλλήλου και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων.

Η κρίση του εν λόγω οργάνου της Τράπεζας υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων υπό τους όρους των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 Α. Κ. Ειδικότερα, αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελεί η προαγωγή του υπαλλήλου, παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί.

Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υποχρέου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο, και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι προαγωγές γίνονται βάσει προσόντων, η σειρά των δικαιούχων προαγωγής προσδιορίζεται από αυτά. Αν, λοιπόν, κάποιος τρίτος υπάλληλος του Οργανισμού, ομοιόβαθμος με τον ενάγοντα, επίσης παραλειφθείς, έχει προσόντα έστω απλώς ανώτερα του ενάγοντος, τότε μόνο αυτός και όχι ο ενάγων έχει σειρά για προαγωγή.

Στην περίπτωση αυτή, η προαγωγή άλλου, που υστερεί σε προσόντα, σε σύγκριση με τον ενάγοντα, πλήττει το προς προαγωγή δικαίωμα του υπερτερούντος τρίτου και όχι του ενάγοντος, ο οποίος, επομένως, δεν νομιμοποιείται ν' ασκήσει την ως άνω αγωγή. Έτσι, εναπόκειται στον εναγόμενο, προς κατάλυση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, να αντιπροτείνει ότι, εκτός του ενάγοντος, παραλήφθηκε και ένας συγκεκριμένος τρίτος υπάλληλος, ο οποίος υπερείχε τούτου, έτσι ώστε, αν δεν είχε προκριθεί ο αναφερόμενος στην αγωγή και υστερών σε σύγκριση με τον ενάγοντα, την αντίστοιχη κενή θέση θα έπρεπε να καταλάβει ο αντιπροτεινόμενος, ως έχων μόνον αυτός δικαίωμα προαγωγής και όχι ο ενάγων.

Ο ισχυρισμός αυτός, που υποδεικνύει απλώς ότι από την αδικοπραξία του εναγομένου ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, δεν αντίκειται στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη και συνιστά ένσταση διακωλυτική της αγωγής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού της Τράπεζας Ελλάδος, η οποία καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκρίσεως του προαχθέντος και της παραλείψεως του ενάγοντος (Ολ ΑΠ 14/1998).

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής:

Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 4-10-1971, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου της, και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, στον οποίο έχει προαχθεί από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος δύο σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Παιδαγωγικής Ακαδημίας και Παντείου Πανεπιστημίου), γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς την κατοχή αντίστοιχου τίτλου σπουδών.

Είχε παρακολουθήσει μέχρι την 1-11-1999, 4 επιμορφωτικά σεμινάρια, ακολούθως μέχρι το έτος 2002 άλλα 3. Ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από την 24-11-1983, που τοποθετήθηκε Προϊστάμενος στην Υπηρεσία Λογιστηρίου και Γραμματείας του Υποκαταστήματος ... . Από το τέλος του 1995 εκτελούσε χρέη Διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης, ενώ από την 20-6-1997 τοποθετήθηκε ο ίδιος Διευθυντής της.

Η αναιρεσίβλητη από το έτος 1989 ως και το έτος 1998 δεν συνέτασσε φύλλα επίδοσης του προσωπικού της, ενώ η βαθμολογία που περιέχεται στα φύλλα επίδοσης των προηγουμένων του έτους 1989 δεν λαμβάνεται υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1999 και εφεξής, αφενός μεν διότι η βαθμολογία αυτή απέχει των εν λόγω προαγωγών άνω των δέκα ετών, μη ανταποκρινόμενη, ως εκ τούτου, στην υπηρεσιακή εικόνα των κρινομένων, αφετέρου δε διότι αξιοποιήθηκε και αναλώθηκε, ως ληφθείσα υπόψη κατά τις προηγούμενες προαγωγικές κρίσεις.

Η βαθμολογία του αναιρεσείοντος από το έτος 1999 και εφεξής ήταν επί του συνόλου των 17 κριτηρίων αξιολόγησης 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" κατά το έτος 1999, ομοίως κατά το έτος 2000, 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" κατά το έτος 2001 και 17 "εξαίρετος" κατά το έτος 2002. Με την υπ' αριθμ. 13/17-11-1999 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της η αναιρεσίβλητη προέβη σε προαγωγές υπαλλήλων της από το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη στο βαθμό του Υποδιευθυντή, με αρχαιότητα από 1-11-1999.

Στις προαγωγικές αυτές κρίσεις, μεταξύ άλλων ομοιόβαθμων με τον αναιρεσείοντα συναδέλφων του, η αναιρεσίβλητη προήγαγε και τους προς σύγκριση Α, Β, Γ και Δ. Η κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος για να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να τον προαγάγει στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-1999 έχει ήδη απορριφθεί με την εκκαλούμενη απόφαση, που δεν προσβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα.

Στις επόμενες προαγωγικές κρίσεις, που έγιναν με την υπ' αριθμ. 7/27-5-2002 απόφαση Γενικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, με αρχαιότητα από 1-5-2002 προήχθηκαν στο βαθμό του Υποδιευθυντή οι συνάδελφοί του αναιρεσείοντος Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Ι και Ι. Ο εξ αυτών 1) ο Ε είχε προσληφθεί στις 7-2-1972, είναι κάτοχος ενός πτυχίου ΑΕΙ, δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες, έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο, ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από τον Ιανουάριο του 1986, κατέχει δε τον προηγούμενο βαθμό από την 1-7-1994, έχει αποσπασθεί ως συνδικαλιστής στα κεντρικά όργανα του Συλλόγου των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, 2) Η ΣΤ είχε προσληφθεί την 1-11-1971, είναι κάτοχος ενός πτυχίου ΑΕΙ, μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και ειδικού προγράμματος εκπαίδευσης στελεχών της BANK OF ENGLAND σε θέματα αρμοδιοτήτων κεντρικών τραπεζών.

Γνωρίζει τρείς ξένες γλώσσες, με αντίστοιχους τίτλους σπουδών. Ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1993, έχει παρακολουθήσει πληθώρα σεμιναρίων (άνω των 40) και προήχθη στον προηγούμενο βαθμό την 1-1-1997. Η βαθμολογία της κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν εξαίρετη (στο σύνολο των 17 κριτηρίων). 3) Ο Ζ είχε προσληφθεί την 7-2-1972, είναι κάτοχος 2 πτυχίων ΑΕΙ, ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από την 4-8-1986, έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια και δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες, προήχθη δε στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1-7-1994.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν "εξαίρετος" στο σύνολο των 17 κριτηρίων. 4) Ο Η είχε προσληφθεί την 5-10-1970, είναι κάτοχος ενός πτυχίου ΑΕΙ, ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από την 11-9-1993, γνωρίζει μία ξένη γλώσσα (χωρίς τίτλο σπουδών), δεν έχει παρακολουθήσει σεμινάρια, κατέχει δε τον προηγούμενο βαθμό από την 1-1-1997.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν "εξαίρετος" σε όλα τα κριτήρια. 5) Ο Θ είχε προσληφθεί την 11-8-1972, είναι κάτοχος 1 πτυχίου ΑΕΙ, γνώστης μιας ξένης γλώσσας και έχει παρακολουθήσει 7 σεμινάρια. Κατείχε τον προηγούμενο βαθμό από την 1-1-1997, ενώ ουδέποτε άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν "εξαίρετος" στο σύνολο των 13 κριτηρίων, με τα οποία αξιολογήθηκε (λόγω της μη κατοχής θέσης ευθύνης, την οποία αφορούσαν τα λοιπά 4 κριτήρια) 6) Τέλος, ο Ι είχε προσληφθεί την 6-10-1971, είναι κάτοχος πτυχίου ΑΕΙ, γνώστης 2 ξένων γλωσσών και έχει παρακολουθήσει 3 σεμινάρια.

Κατείχε τον προηγούμενο βαθμό από την 1-12-1992, ενώ ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από την 3-1-1994. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν "εξαίρετος" στο σύνολο των 17 κριτηρίων. Με βάση τα ανωτέρω ο αναιρεσείων δεν υπερτερεί καταφανώς έναντι των συναδέλφων του ΣΤ, Ζ και Ι, αφού υπερτερεί έναντι της πρώτης εξ αυτών ως προς μόνο το χρόνο το άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, της τελευταίας υπερτερούσας ως προς όλα τα υπόλοιπα προσόντα, πλην του χρόνου προσλήψεως και του χρόνου προαγωγής στον προηγούμενο βαθμό, που είναι όμοιοι (διαφέρει κατά 25 ημέρες ο χρόνος πρόσληψης, που είναι προγενέστερος ο του αναιρεσείοντος).

Επίσης ο αναιρεσείων υπερτερεί έναντι του Ζ ελαφρώς ως προς την γενική αρχαιότητα (4 μήνες), ως προς την γνώση ξένης γλώσσας και ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων (3 περίπου έτη), ελαφρότερα δε ως προς τον αριθμό σεμιναρίων, που παρακολούθησε, όμως ο τελευταίος υπερέχει του αναιρεσείοντος ως προς την ειδική αρχαιότητα (2,5 έτη), ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών και ελαφρώς ως προς τη βαθμολογία.

Τέλος, ο αναιρεσείων υπερτερεί έναντι του Ι ως προς τους τίτλους σπουδών, τον αριθμό σεμιναρίων και το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αλλά ο τελευταίος υπερέχει ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την ειδική αρχαιότητα και ελαφρώς ως προς την βαθμολογία. Έτσι δεν δύναται να γίνει λόγος για υπεροχή του αναιρεσείοντος και μάλιστα καταφανή έναντι των ανωτέρω συναδέλφων του.

Όσον αφορά όμως τους προαχθέντες Ε, Η και Θ υπάρχει καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος, όπως βάσιμα ο τελευταίος ισχυρίζεται με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής του. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υπερέχει έναντι του Ε ελάχιστα ως προς τη γενική αρχαιότητα (4 μήνες), ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένης γλώσσας, το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και τον αριθμό των σεμιναρίων.

Ο τελευταίος υπερέχει του αναιρεσείοντος μόνο ως προς την ειδική αρχαιότητα, ενώ η κατά τον νόμο ευδόκιμη υπηρεσία του, λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης (αρθρ. 20 εδ. δ' της από 4-8-82 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, που έχει ισχύ νόμου, κατά το άρθρο 29 Ν 1346/83) θα θεωρηθεί ως τοιαύτη μόνο αναφορικά με την ποιότητα του περιεχομένου έργου, ήτοι θα εκληφθεί ως αρίστη βαθμολογία, μη δυναμένη κατά την κρίση του Δικαστηρίου να καλύψει την έλλειψη των λοιπών προσόντων (μόρφωση, επιμόρφωση κλπ), ως προς τα οποία υπάρχει, όπως προεκτέθηκε σημαντική υπεροχή του αναιρεσείοντος.

Έναντι του Η ο αναιρεσείων υπερέχει ως προς τους τίτλους σπουδών, το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και τα επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ ο τελευταίος υπερέχει έναντι του αναιρεσείοντος ως προς την γενική αρχαιότητα (1 έτος) και ελαφρώς ως προς την βαθμολογία. Έναντι του Θ ο αναιρεσείων υπερέχει ως προς τη γενική αρχαιότητα, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, τους τίτλους σπουδών και ελαφρώς ως προς τον αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων, ενώ ο τελευταίος υπερέχει του αναιρεσείοντος μόνον ελαφρώς ως προς τη βαθμολογία.

Στις ίδιες όμως προαγωγικές κρίσεις εξάλλου παραλείφθηκαν και οι συνάδελφοι του αναιρεσείοντος Κ, Λ, Μ και Ν, τους οποίους η αναιρεσίβλητη επικαλείται για την ευδοκίμηση της προβαλλόμενης διακωλυτικής ενστάσεώς της. Ειδικότερα, ο εξ αυτών Κ είχε προσληφθεί την 1-8-1974, είναι κάτοχος 4 πτυχίων ως και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, έχει παρακολουθήσει 5 σεμινάρια και γνωρίζει 2 ξένες γλώσσες.

Ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από την 16-10- 1985 και κατέχει τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 1-7-1994, ενώ η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999-2000 ήταν "εξαίρετος". Ο Κ υπερέχει του αναιρεσείοντος τόσο ως προς την ειδική αρχαιότητα, όσο ως προς την βαθμολογία και ως προς τους τίτλους σπουδών και τις ξένες γλώσσες, ενώ ο αναιρεσείων υπερέχει αυτού ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, τον αριθμό σεμιναρίων και την γενική αρχαιότητα.

Η Λ είχε προσληφθεί την 1-10-1973, είναι κάτοχος δύο πτυχίων ΑΕΙ και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, γνωρίζει 2 ξένες γλώσσες, έχει παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια και ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από 9-9-1991, κατέχει δε το βαθμό του Εντ. Τμηματάρχη από 1-1-1997. Η βαθμολογία της κατά τα έτη 1999 - 2000 ήταν "εξαίρετος".

Η Λ υπερέχει του αναιρεσείοντος ως προς τη βαθμολογία, τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένων γλωσσών, ενώ ο ενάγων υπερέχει ως προς την γενική αρχαιότητα, τον αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων και ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Ο Ν έχει προσληφθεί την 8-9-1971, είναι κάτοχος δύο πτυχίων ΑΕΙ, γνωρίζει 1 ξένη γλώσσα (με τίτλο σπουδών), ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από 1-5-1985 και κατέχει τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 1-7-1994.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999-2000 ήταν "εξαίρετος". Ο Μ υπερέχει έναντι του αναιρεσείοντος, τόσο ως προς την ειδική αρχαιότητα, όσο και ως προς την βαθμολογία, ως προς την ξένη γλώσσα και την γενική αρχαιότητα. Ο αναιρεσείων υπερέχει έναντι αυτού ελαφρώς ως προς τον χρόνο ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων (1,5 έτος) και τον αριθμό σεμιναρίων.

Με βάση την πιο πάνω στάθμιση προκύπτει απλή υπεροχή των ανωτέρω Κ, Λ και Ν έναντι του αναιρεσείοντος. Το γεγονός ότι τρεις εκ των προτεινομένων με την διακωλυτική ένσταση υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης παραλήφθηκαν από τις προαγωγές ενώ είχαν προσόντα ανώτερα εκείνων του αναιρεσείοντος, καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του τελευταίου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται επομένως να ασκήσει την ως άνω αγωγή, αφού αυτό διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκρίσεως του προαχθέντος και της παραλήψεως του αναιρεσείοντος.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η διακωλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να απορριφθεί και η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί από την αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε ο αναιρεσείων να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-5-2002, το μεν λόγω μη καταφανούς και έκδηλης υπεροχής του αναιρεσείοντος ως προς τους τρεις πρώτους προαχθέντες, το δε λόγω παραδοχής της διακωλυτικής ένστασης της αναιρεσίβλητης ως προς τους τρεις τελευταίους.

Περαιτέρω από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα εξής: Με πράξη του Διοικητού της αναιρεσίβλητης που εκδόθηκε, επίσης σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων της, συστήθηκε η γνωμοδοτική επιτροπή προς αξιολόγηση των υπαλλήλων, που συμπληρώνουν χρόνο για την προαγωγή στο βαθμό του Υποδιοικητή την 1-12-2003.

Η εν λόγω επιτροπή, εκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων των κρινομένων, κατέταξε τον μεν αναιρεσείοντα σε πίνακα κατά σειρά αρχαιότητας, τους δε κατωτέρω αναγραφόμενους συναδέλφους του σε πίνακα προς προαγωγήν κατ' εκλογήν, θεωρήσησα ότι οι τελευταίοι υπερέχουν του πρώτου ως προς την διοικητική ικανότητα, την υπηρεσιακή απόδοση και τα τυπικά προσόντα, στη συνέχεια δε το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, μετά από προτάσεις του Διοικητή αυτής, προήγαγε από 1-12-2003 (με την 13/15-12-2003 απόφασή του ) στο βαθμό του Υποδιευθυντή μεταξύ άλλων τους 1) Ξ, 2) Ο, 3) Π, 4) Ρ, 5) ΣΤ, 6) Υ και 7) Φ, ενώ παρέλειψε και πάλι να προαγάγει τον αναιρεσείοντα.

Από τους ανωτέρω: 1) ο Ξ προσελήφθη στις 17-8-1974, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-1-1997, είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια. Απασχολήθηκε στα τμήματα Επεξεργασίας αποφάσεων, Γραμματεία Επιτροπών, Λογιστικού Ελέγχου, Γραμματεία Διοικητικού, Εισαγωγών δημοσίων οργανισμών και Εργασιών του Δημοσίου.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 17-4-1986, Αναπληρωτού Προϊσταμένου Τμήματος από 1-6-1992, Προϊσταμένου Τμήματος από 6-8-1993. Τα έτη 1999 - 2002 αξιολογήθηκε με 17 "εξαίρετος" επί 17 κριτηρίων. 2) Ο Ο προσλήφθηκε στις 7-8-1974, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-5-2002, είναι πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ και έχει δίπλωμα διδασκάλου, υπηρέτησε στο Τμήμα Στατικού Λογισμού της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου, του οποίου ήταν Αναπληρωτής Προϊστάμενος, ασκήσας προηγουμένως καθήκοντα προϊσταμένου Υπηρεσίας από το 1986.

Προηγουμένως ασχολήθηκε στα Τμήματα Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού και Επεξεργασίας Αποφάσεων. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, 3) η Π προσλήφθηκε στις 11-10-1973, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1-1-1997, είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής (Ιστορίας και Αρχαιολογίας και Αγγλικών Σπουδών) και υπηρετεί σε τμήματα Γραμματειακής και Διοικητικής υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού.

Ασχολήθηκε στα Τμήματα Υπηρεσιακής Εξέλιξης Προσωπικού, Παρακολούθησης Θεμάτων Γραφ. Διοίκησης, Γραμματείας και Διοικητικού. Παρακολούθησε οκτώ σεμινάρια (α) ενημέρωσης, β) Στενογραφίας, γ) La Communante Econom Europ, δ) Balanced Scorecard, ε) Project Rlanning- Control, στ) Συνέντευξη Επιλογής, ζ) Ανθρώπινο Δυναμικό σε εξέλιξη, η) Μαθήματα Γαλλικών, κατέχει Master of Arts Human Resunrces.

Γνωρίζει καλά την γαλλική γλώσσα. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρώτριας Τμήματος από 9-9-1991 και Προϊσταμένη Τμήματος από 4-5-1993, 4) Η Ρ προσελήφθη στις 10-2-1972, προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-1-1997, είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ. Ήταν Προϊσταμένη στο Τμήμα Γραμματείας της Διεύθυνσης Διοικητικού, ασχολούμενη με διαδικαστικά θέματα.

Παρακολούθησε, πέντε (5) σεμινάρια [ α) Συνάλλαγμα, β) βασικές αρχές πληροφορικής, γ) Βασικό πρόγραμμα management, δ) εφαρμοσμένη διοίκηση GRID και ε) Μαθήματα Αγγλικών ]. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από το 1983, Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος από 17-2-2003. 5) Ο ΣΤ προσλήφθηκε στις 29-6-1974, προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-1-1997, είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ (Διοίκηση Επιχειρήσεων).

Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο Τμήμα Σχέσεων μετά του Δημοσίου, ενώ από το 1997 απασχολήθηκε συνεχώς στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της ΤΕ Κτηματικής, του οποίου ήταν και προϊστάμενος. Παρακολούθησε έξι σεμινάρια [α) ενημέρωσης, β) ΕΛΚΕΠΑ Management, γ) Έλεγχος Συστημάτων Πληροφορικής, δ) Διοικητικής Επιμόρφωσης Management ε) Εφαρμοσμένης Διοίκησης GRID στ) post annual Return of cap 6) Ο Υπροσελήφθη την 6-9-1972, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊστάμενου την 14-2-1997, είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.

Γνωρίζει την αγγλική. Έχει παρακολουθήσει οκτώ σεμινάρια. Ασχολήθηκε στα Υποκαταστήματα Κομοτηνής και Σερρών και στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, επιθεωρεί πράκτορες της Τράπεζας σε ΔΟΥ, άσκησε καθήκοντα προϊστάμενου τομέα από το 1989. Συμμετείχε σε πολλές επιτροπές και ομάδες εργασίας και στην πανευρωπαϊκή διάσκεψη ινστιτούτων εσωτερικών ελέγχων το 1998.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 είναι εξαίρετος. Τονίζεται μάλιστα στις εκθέσεις 2001 και 2002 το εξαίρετο των διοικητικών του ικανοτήτων με βάση τα καθήκοντά του ως επικεφαλή κλιμακίων για την διενέργεια επιθεωρήσεων και ειδικών ερευνών και το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο γνώσεων, ποιότητας εργασίας, αντίληψης, συμπεριφοράς και ικανοτήτων, 7) Ο Φ προσελήφθη στις 24-8-1974, προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-1-1997 είναι πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ (Πολιτ.

Επιστ. και Δημ. Δ/σεως), υπηρέτησε στα τμήματα Διεύθυνσης Συναλλάγματος, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 24-5-1989 στο Τμήμα Υποστήριξης Εργασιών Συναλλάγματος. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα καλά. Υπήρξε εισηγητής σε σεμινάριο ("συνάλλαγμα εγχώριες - διεθνείς αγορές, αγορές συναλλάγματος" "αγορές χρήματος χρηματοοικονομικά προϊόντα" Συμμετείχε σε πολλές επιτροπές και ομάδες εργασίας.

Εκπροσώπησε την Τράπεζα σε αποστολή στην Κεντρική Τράπεζα της Γεωργίας. Στις εκθέσεις αξιολόγησης 1999, 2000, 2001, 2001 έχει βαθμολογηθεί ως "εξαίρετος" και στα 17 κριτήρια, τονίζεται δε εκτός των άλλων στην έκθεση 2001 "η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, δημιουργίας στελεχών". Από τη σύγκριση του αναιρεσείοντος με τους ανωτέρω συναδέλφους του και τη συνολική εκτίμηση των προσόντων καθενός από αυτούς δεν προκύπτει προφανής και κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των συγκεκριμένων συναδέλφων του, δεδομένου ότι άπαντες είναι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών, έχουν επιμόρφωση και η υπηρεσιακή τους επίδοση και απόδοση, που προκύπτει από την βαθμολογία, υπερέχει ελαφρά, ενώ η υπεροχή του αναιρεσείοντος ως προς την γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα δεν αποτελούν σημαντικά κριτήρια για την κατ' απόλυτο εκλογή στον βαθμό του Υποδιευθυντή τούτου, αφού οι ανωτέρω υπερέχουν του αναιρεσείοντος ως προς την εμπειρία, που έχουν αποκτήσει από την απασχόλησή τους σε νευραλγικές υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, από την ανάθεση σ' αυτούς ιδιαιτέρων καθηκόντων λόγω της καταρτίσεώς τους σε θέματα πλέον καίρια για την λειτουργία της Τράπεζας.

Συνεπώς, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των ανωτέρω προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε η παράληψη της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή να εμφανίζεται ως αντιβαίνουσα στην καλή πίστη και η σχετική κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ως καταφώρως άδικη, γι' αυτό και απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν είναι η ένδικη αγωγή και κατά το επικουρικό αίτημα της περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-12-2003, αφότου προήχθησαν οι ανωτέρω συνάδελφοί του.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή της πρώτης επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής, είχε αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-5-2002, και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, δηλαδή τόσο ως προς την εν λόγω επικουρική βάση της, όσο και ως προς την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως περί προαγωγής του αναιρεσείοντος από 1-12-2002, δεύτερη επικουρική βάση της ( ως προς την απορριφθείσα πρωτοδίκως κύρια βάση της αγωγής, περί προαγωγής του αναιρεσείοντος από 1-11-1999, η πρωτοβάθμια απόφαση δεν επλήττετο με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως).

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 5779/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ