1251/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2005 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1251/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1251 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1251/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... , 2. ..... και 3. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2005 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ., σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.
Περαιτέρω η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Τέλος με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 εδαφ. β΄, 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" ορίζεται ότι "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες (..... μέχρι .... ) τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται.
Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι........ Ρ2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας. Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία, πλησιάζει.........". "Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή..........". "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες.......... κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του............ πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων............." και "Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μη προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ΄Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. "Περί την 22.30 ώρα της 3-12-2001, ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το με στοιχεία ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως, νέας Εθνικής οδού Καστοριάς - Κοζάνης με κατεύθυνση προς Καστοριά.
Στο 10ο χιλιόμετρο η άνω οδός διασταυρώνεται κάθετα με την επαρχιακή οδό Αμπελοκήπων - Μαυροχωρίου, επί της οποίας, με κατεύθυνση προς την διασταύρωση και από αριστερά σε σχέση με την πορεία του πρώτου ενάγοντος εκινείτο το με στοιχεία κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Χ1, που οδηγούσε ο Χ2, ο οποίος είχε την πρόθεση να διασχίσει κάθετα την εθνική οδό με κατεύθυνση προς Μαυροχώρι.
Στην πορεία του τελευταίου υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Π-2 (STOP), προς την οποία όμως αυτός ουδόλως συμμορφώθηκε διακόπτοντας την πορεία του ως ώφειλε, αλλ΄ αντιθέτως αύξησε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, εισελθών ανεξέλεγκτα στην διασταύρωση την στιγμή, που το αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος απείχε ελάχιστα απ΄ αυτήν.
Αποτέλεσμα της τοιαύτης συμπεριφοράς του Χ2 ήταν να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα (η δεξιά πλευρά του εκ της επαρχιακής οδού προερχομένου με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του επί της Ε.Ο. κινουμένου), να εκτραπούν προς τα δεξιά, το αυτοκίνητο των εναγόντων να προσκρούσει σε στύλο της ΔΕΗ και τελικά μετά από ανατροπές να ακινητοποιηθούν αμφότερα.
Υπό τις άνω αποδεικτικές παραδοχές αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος κρίνεται ο οδηγός του ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ2, ενώ ουδέν πταίσμα βαρύνει τον οδηγό του ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ3 (πρώτο ενάγοντα), ο οποίος εκινείτο κανονικά επί της Εθνικής Οδού, στα όρια της επιτρεπομένης ταχύτητας, είχε προτεραιότητα, ενώ τέλος η αιφνιδιαστική εμφάνιση του εκ της επαρχιακής οδού προερχομένου αυτοκινήτου, το οποίο κατά τα προαναφερόμενα αύξησε προ της διασταύρωσης την ταχύτητά του, και το γεγονός, ότι το αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος ήταν ήδη εγγύτατα της διασταύρωσης, δεν επέτρεπαν στον τελευταίο κανένα αποφευκτικό ελιγμό.
Στο προμνησθέν τέλος όχημα (..... ΙΧΕ αυτοκίνητο) που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων Χ3 επέβαιναν η αδελφή του ..... και ο τρίτος ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος γαμπρός του ..... Εκ της συγκρούσεως των αυτοκινήτων άπαντες τραυματίσθηκαν, η δε ...... απεβίωσε την 15-12-2001, συνεπεία των τραυμάτων της.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, της αποκλειστικής δηλαδή υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσίαν, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την, με λόγο έφεσης, επαναφερόμενη από την αναιρεσείουσα ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του άλλου αυτοκινήτου.
΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση γιατί διέλαβε σ΄ αυτήν ανεπαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του αυτοκινήτου αναφορικά με την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ.
Κατά το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α και β του Π.Δ. 237/1986 (ΦΕΚ Α 110/18-7-1986) που κωδικοποίησε τις διατάξεις του ν. 489/1976, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το νόμο 1569/1985 και τα Π.Δ. 1019/1981 και 11811985, η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής.
Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύονται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2170/1993, στο οποίο ορίζεται ότι η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν.
Ο σκοπός της γνωστοποίησης αυτής είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση, ως προς το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει το περιεχόμενο του άρθρου τούτου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 167 ΑΚ, η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί. Τέλος, η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, εκτός από άλλους τρόπους, επέρχεται και με καταγγελία (άρθρο 9 παρ. 1 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976) αυτής, οποτεδήποτε από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και με κατάργησή της με αντισυμφωνία των μερών κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ.
Αυτή η λύση ισχύει καταρχήν μόνο στις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή. Για να ισχύσει και στις σχέσεις του ασφαλιστή και του τρίτου που ζημιώθηκε, με συνέπεια την απαλλαγή του πρώτου, πρέπει τα μέρη να τηρήσουν τον ως άνω από το νόμο επιβαλλόμενο τύπο της γνωστοποίησης της λύσης αυτής, έστω και αν επήλθε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία (σύμβαση) του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε έκτοτε την ακύρωση γιατί με τη σύμπραξή του προκλήθηκε.
Αν δεν γίνει καθόλου ή δεν γίνει νομότυπα η γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης ο ασφαλιστής παρά τη λύση εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι του τρίτου (που ζημιώθηκε) από την ασφαλιστική σύμβαση. Ειδικά αν ο ασφαλιστής επιλέξει συστημένη επιστολή μέσω των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛ-ΤΑ) για την πιο πάνω γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, δεν αρκεί η παράδοση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης του παραλήπτη με ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης απ΄ αυτόν του περιεχομένου της.
Αν ο παραλήπτης δεν ανοίξει την επιστολή και δεν λάβει γνώση του περιεχομένου της, η δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα και η σύμβαση λυθείσα από την παραλαβή της. Αντίθετα, αν για οποιοδήποτε λόγο, όπως συνεπεία παρόδου της προθεσμίας για την παραλαβή, αλλαγής κατοικίας ή διαμονής, δεν παραλάβει τη συστημένη επιστολή ο ίδιος ο παραλήπτης, δεν θεωρείται ότι συντελέστηκε η πιο πάνω απευθυντέα δήλωση και άρα δεν επήλθε η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης (ΑΠ 1052/2006).
Περαιτέρω κρίθηκε ότι στην περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρεία παρέδωσε στα "ΕΛ-ΤΑ" έγγραφο δικής της έκδοσης το οποίο φέρει τον τίτλο "κατάσταση ομαδικά κατατιθεμένων συστημένων ακυρωτικών επιστολών ασφαλιστηρίων συμβολαίων" η κατάσταση αυτή δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του νόμου για την απόδειξη της καταγγελίας, γιατί δεν υπάρχει συστημένο έγγραφο του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο με περιεχόμενο την προαναφερθείσα αναγγελία ούτε και άλλη "επί αποδείξει" παράδοση της καταγγελίας στον ασφαλισμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της λύσης ή μη της σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με το υπ΄ αριθμόν 210606 ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε ασφαλίσει το κατά τα προεκτεθέντα ζημιογόνο αυτοκίνητο .....
ΙΧΕ αυτοκίνητο για την προς τρίτους αστική ευθύνη και για το χρονικό διάστημα από 28-6-2001 έως 28-12-2001. Και ναι μεν η εναγομένη την 26-10-2001 παρέδωσε στα ΕΛΤΑ κατάσταση ομαδικά κατατιθεμένων συστημένων ακυρωτικών επιστολών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, μεταξύ των οποίων αναγράφεται ως παραλήπτης και ο Χ1 (ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου), πλην η τοιαύτη κατάσταση, όπως παραπάνω αναφέρεται, δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του νόμου για την απόδειξη της καταγγελίας, ενώ εξάλλου από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Χ1 παρέλαβε την καταγγελτήρια της ασφαλιστικής σύμβασης επιστολή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, της μη λύσης δηλαδή της ασφαλιστικής σύμβασης κατά το χρόνο του ατυχήματος, και ευθύνης εντεύθεν της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας προς αποκατάσταση των ζημιών των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο, απέρριψε κατ΄ ουσίαν, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τη με λόγο έφεσης επαναφερόμενη από την αναιρεσείουσα ένσταση λύσης από 16-11-2001 της ασφαλιστικής σύμβασης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων αυτών του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με το οικείο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις του εκείνες που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της γνώσης ή μη από τον ασφαλισμένο της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι κατέληξε στην κρίση του περί μη λύσης της σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος χωρίς να λάβει υπόψη τα νομίμως επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα απ΄ αυτήν κρίσιμα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) το υπό στοιχεία ..... από 03/12/01 Σήμα της Υπηρεσίας Στατιστικής Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων (ΥΣΑΕ), όπου βεβαιώνεται ότι η ασφαλιστική σύμβαση σχετικά με το ζημιογόνο αυτοκίνητο είχε ακυρωθεί και β) την από 24.1.2002 προανακριτική κατάθεση στην Τροχαία Καστοριάς του .... και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (η εναγομένη δεν εξήτασε μάρτυρα) και όλα τα μετ΄ επικλήσεως προσκομιζόμενα εκατέρωθεν έγγραφα". Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι παρόλο που δεν μνημονεύονται ειδικά και δεν αξιολογούνται χωριστά, έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε αυτά με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.1.2006 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" για αναίρεση της 178/2005 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ