Supreme Court dismisses appeal on fuel sales contract termination date and lack of renewal agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the appellant's appeal. The appellant argued the court misinterpreted a contract clause regarding fuel sales duration and renewal rights. The court found the lower court correctly interpreted the contract terms and ruled the post-September 2014 period was unregulated due to no proven renewal agreement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court does not err by correctly interpreting a contract clause while reaching a different conclusion on the existence of a subsequent renewal agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1250 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1250/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Προυσανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 776/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 391/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2020 αίτησή της και τους από 28-1-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 13-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 391/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την από 9-4-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 776/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 27-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 εδ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 Ν.4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 N.4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.
β Ν. 4842/2021 εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγο αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα [30] τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους [ΑΠ 1376/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι από 28-1-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31-1-2022 και επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 31-1-2022, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 5603/31-1-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Π.
Γ., ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και, επομένως, είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης και να ερευνηθούν περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμό τους.
Κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα [κινητό ή ακίνητο], το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μετάθεσης της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος.
Συνεπώς, επί αγωγής του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων, οφείλει ο πωλητής να επικαλεσθεί και να αποδείξει την κατάρτιση της οικείας σύμβασης, τα πωληθέντα πράγματα και την τιμή αυτών [AΠ 1600/2022, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 577/2016, ΑΠ 16/2009]. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, όπως τα τέσσερα τελευταία αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 3034/2002, προκύπτει ότι ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από την υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ήτοι κατά τον χρόνο παραδόσεώς του σ' αυτόν, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες.
Ο αγοραστής στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ' επιλογήν του, να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μία τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα [ΑΠ 924/2020, ΑΠ 1588/2018].
Εξάλλου, κατά το άρθρο 543 ΑΚ, "Αν κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συνομολογημένη ιδιότητα του πράγματος, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα δικαιώματα του άρθρου 540, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, ή σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.
Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή". Από τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου συνάγεται ότι εφόσον η προβλεπόμενη από αυτές αποζημίωση οφείλεται στο πλαίσιο της συμβατικής ευθύνης του πωλητή λόγω της ελαττωματικότητας του πράγματος [παράβαση κύριας συμβατικής υποχρέωσης] συνιστά περίπτωση θετικού διαφέροντος "για μη εκπλήρωση της σύμβασης" [543 εδ.
α], που αποσκοπεί, καλύπτοντας τόσο τις θετικές ζημίες όσο και το διαφυγόν κέρδος του αγοραστή, να τον φέρει [οικονομικά] στη θέση που θα βρισκόταν αν το πράγμα ανταποκρινόταν στη σύμβαση, δεν είχε δηλαδή το πραγματικό ελάττωμα ή αν έφερε τη συνομολογημένη ιδιότητα. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής επιλέξει να κρατήσει το πράγμα, δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση:
α] τόσο για τη θετική ζημία που επήλθε από την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας ή την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος και που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχε το πωληθέν χωρίς την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας ή χωρίς το πραγματικό ελάττωμα και εκείνης που έχει ήδη το ελαττωματικό ή σε όσα δαπάνησε για την αποκατάσταση της έλλειψης και όχι στην πλήρη από την μη εκτέλεση της σύμβασης καθ' ολοκληρίαν οφειλόμενη αποζημίωση, όσο και για το διαφυγόν κέρδος εξαιτίας της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας ή της ύπαρξης του πραγματικού ελαττώματος, β] για την λεγόμενη "περαιτέρω ζημία", δηλαδή τη ζημία σε άλλο, πέρα από το αντικείμενο της πώλησης ή σε αγαθά που απορρέουν από την προσωπικότητα [π.χ.
στην υγεία του, στην κυριότητά του σε άλλα αντικείμενα κ.λπ.], η οποία, χωρίς να συνδέεται άμεσα, με την "εκπλήρωση" της παροχής του πωλητή, οφείλεται εν τούτοις έμμεσα και αυτή στην ελαττωματικότητα του πράγματος. Πρόκειται, δηλαδή, για τις ζημίες που οφείλονται μεν αιτιωδώς στην ελαττωματικότητα του πράγματος, αλλά δεν εμπίπτουν σε εκείνες που καταλαμβάνονται από το στοιχείο α' της παρούσας [ΑΠ 1588/2018].
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 164 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι αν η μη υποκείμενη, κατά νόμο, σε έγγραφο τύπο σύμβαση έγινε εγγράφως και συμφωνήθηκε ότι κάθε τροποποίηση αυτής θα γίνει εγγράφως, μπορεί παρά τη συμφωνία αυτή με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, διότι η νεότερη αυτή συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποιήσεως της αρχικής συμφωνίας [ΑΠ 1225/2021, ΑΠ 424/2021].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [ολΑΠ 4/2028, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 156/2019]. Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Στο πλαίσιο δε αυτό το δικαστήριο δύναται να προβεί σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της κρίσιμης δήλωσης με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων προηγούμενων ή μεταγενέστερων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα [ΑΠ 71/2016, ΑΠ 134/2016].
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης αν αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου από αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση αυτή ανέλεγκτα [άρθρο 561 ΚΠολΔ], εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος [ολΑΠ 2/2019, ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 118/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος της, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία "... ΑΕ" (αναιρεσίβλητη) εδρεύει στον Πειραιά και έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εμπορία πετρελαιοειδών προϊόντων και ειδικότερα την προμήθεια πλοίων με καύσιμα, πετρελαιοειδή προϊόντα και λιπαντικά σε ελληνικούς λιμένες.
Η εναγόμενη (και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία "..." (δ.τ. "...") εδρεύει στην Παιανία Αττικής και έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία τσιμέντου, το οποίο διαθέτει και διακινεί χύμα στην Ελληνική και ξένη αγορά. Μάλιστα, για το σκοπό αυτό χρονοναυλώνει η ίδια ή τρίτοι γι' αυτήν πλοία κατάλληλα για τη μεταφορά του προϊόντος της, ενώ έχει στην κυριότητα, νομή και κατοχή της και τρεις φορτηγίδες και μια λάντζα οι οποίες εκτελούν εργασίες σχετικές με τη μεταφορά φορτίων ή προσώπων ή εκτελούν βοηθητικές εργασίες σχετικές με το αντικείμενο της δραστηριότητάς της.
Στο πλαίσιο των άνω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους η ενάγουσα και η εναγόμενη κατήρτισαν στην Αθήνα στις 1-9-2010 σύμβαση προμήθειας - αγοραπωλησίας καυσίμων σε πλοία των οποίων η εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια ή ναυλώτρια / υποναυλώτρια και χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά πρώτων υλών και για την εμπορία των προϊόντων της.
Ειδικότερα, με την ανωτέρω σύμβαση οι νυν αντίδικοι συμφώνησαν μεταξύ άλλων α) να υποβάλουν σε έγγραφο τύπο τη σχετική συμφωνία τους (όρος Α), β) να ορίσουν τη διάρκειά της σε ένα (1) έτος, με ημερομηνία έναρξης της ισχύος της την 1-9-2010 και ημερομηνία λήξης της την 30-9-2011 και παροχή δικαιώματος στην εναγόμενη (αγοράστρια) να παρατείνει μονομερώς τη διάρκεια της σύμβασης αυτής για ένα ακόμα έτος, ήτοι μέχρι την 30-9-2012, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, αποστέλλοντας για το σκοπό αυτό, δύο (2) μήνες πριν τη λήξη της, σχετική επιστολή προς την προμηθεύτρια - ενάγουσα (όρος Γ), γ) να δικαιούνται οι αντισυμβαλλόμενοι να παρατείνουν εκ νέου τη σύμβαση για δυο επιπλέον έτη, ήτοι μέχρι την 30-9-2014, με έγγραφη συμφωνία τους επί των τιμών πώλησης των καυσίμων, σε περίπτωση που η αγοράστρια εναγόμενη ασκούσε το ανωτέρω δικαίωμα μονομερούς παράτασης της διάρκειας της σύμβασης δυο (2) τουλάχιστον μήνες πριν τη λήξη της (όρος Γ), δ) να περιλαμβάνεται μεταξύ των συμφωνηθέντων τύπων και προδιαγραφών των πωλούμενων καυσίμων το ναυτιλιακό καύσιμο πετρέλαιο (μαζούτ) τύπου "marine fuel oil 380 cst>, που έχει μέγιστο ιξώδες 380 Centistrokes / 50o C και περιγράφεται διεθνώς ως "grade RMG 380" και στις (συμφωνηθείσες) προδιαγραφές του, με βάση την πιστοποίηση ποιότητας ISO 8217 (2005), να περιλαμβάνεται μέγιστη συνολική δυνατότητα ιζημάτων (maximum total sediment potential) ίση με 0,10% m/m (Όρος Β4), ε) να υποχρεούται η ενάγουσα (προμηθεύτρια) να παραδίδει στο εκάστοτε πλοίο της εναγομένης δελτίο χημικής ανάλυσης των παραδιδόμενων προϊόντων ή αντιπροσωπευτικό σφραγισμένο δείγμα, δυνάμενων να χρησιμοποιηθούν σε περιπτώσεις που ανέκυπταν ερωτηματικά σχετικά με την ποιότητά τους (Όρος Θ3) και να δικαιούται η εναγόμενη (αγοράστρια) να στέλνει τα αντιπροσωπευτικά δείγματα για πλήρη ανάλυση σε ανεξάρτητο χημικό εργαστήριο (Όρος Θ4), στ) να γίνεται παράδοση των καυσίμων και με χρήση βυτιοφόρων οχημάτων, με ειδικότερα καθοριζόμενες πρόσθετες χρεώσεις σημαίας ανά βυτιοφόρο όχημα, σύμφωνα με την Y.A.
K/ 24241/2045 του έτους 2008 και ανάλογα με την περιοχή παράδοσης (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα, Αλιβέρι, Βόλος) (Όρος E5) και ζ) να θεωρούνται ουσιώδεις όλοι οι όροι της σύμβασης. Στις 30-9-2014 έληξε η χρονική διάρκεια ισχύος της προαναφερθείσας σύμβασης προμήθειας καυσίμων και παροχής συναφών υπηρεσιών, κατόπιν των δυο προβλεπόμενων στη σύμβαση αυτή διαδοχικών παρατάσεων αυτής από το χρόνο της αρχικής λήξης της στις 30-9-2011, χωρίς να παραταθεί η διάρκειά της πέραν της 30-9-2014, ενόψει και του ότι, με τον όρο Γ αυτής, απαιτείτο προς τούτο έγγραφη συμφωνία των διαδίκων επί των τιμών πώλησης των καυσίμων και τέτοια σύμβαση παράτασης (έγγραφη ή προφορική), πέραν της 30-9-2014, με νέες τιμές πώλησης δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ' ουσία του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης, ο οποίος και πρωτόδικα απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσία και επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής της.
Όμως και μετά τις 30-9-2014 η ενάγουσα εξακολούθησε να προμηθεύει με ναυτιλιακά καύσιμα πλοία πλοιοκτησίας, διαχείρισης ή εν γένει συμφερόντων της εναγομένης και να προσφέρει στα πλοία αυτά και σχετικές υπηρεσίες μεταφοράς καυσίμων. Τούτο όμως γινόταν πλέον στα πλαίσια κατάρτισης μεταξύ τους αυτοτελών συμβάσεων για κάθε πώληση και παράδοση ναυτιλιακών καυσίμων, για την οποία η εναγόμενη έστελνε με φαξ στην ενάγουσα ξεχωριστή εντολή αγοράς, στην οποία αναγράφονταν το είδος των παραγγελλόμενων καυσίμων, καθώς και οι όροι και συμφωνίες για κάθε πώληση και παράδοση.
Όλες οι εντολές αυτές αγοράς περιείχαν όμοιο όρο που προέβλεπε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να ενεργούν όπως αναφέρεται στο παρόν έγγραφο (εννοώντας τις εντολές αγοράς), οι οποίες, σημειωτέον, στις περιπτώσεις πώλησης ναυτιλιακού καυσίμου πετρελαίου τύπου "marine fuel oil 380 cst" δεν περιείχαν όρο ότι το μέγιστο ολικό υπόλειμμα ιζημάτων (maximum total sediment potential) αυτού έπρεπε να είναι ίσο με 0,10% m/m, όρο που δεν ανέγραφαν ούτε τα σχετικά τιμολόγια που εξέδιδε η ενάγουσα και προσκομίζονται.
Εξάλλου, εκτός από την ανωτέρω σύμβαση με την ενάγουσα, κατά το χρόνο υπογραφής της η εναγόμενη είχε ήδη συμβληθεί, δυνάμει του από 2-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού αορίστου χρόνου και του προγενέστερου αυτού από 2-1-2004 όμοιου περιεχομένου ιδιωτικού συμφωνητικού, με την ανήκουσα στον ίδιον όμιλο εταιριών με την ίδια (όμιλο "...") εταιρία "..." (στο εξής:
Α.Ν.Ε.Η), η οποία είχε ως σκοπό να αναλαμβάνει τη ναύλωση και εκμετάλλευση παντός είδους πλοίων για λογαριασμό της ή τρίτων και τη διενέργεια πάσης φύσεως ναυλομεσιτικών εργασιών. Ειδικότερα, η εναγόμενη ανέθεσε στην Α.Ν.Ε.Η, στο πλαίσιο επαναδιατύπωσης του ισχύοντος μέχρι τότε από 2-1-2004 όμοιου συμφωνητικού τους, αφενός τη για λογαριασμό της (εναγομένης) εξεύρεση πλοίων που ανήκαν σε τρίτους και ήταν κατάλληλα για τη μεταφορά των προϊόντων, πρώτων υλών της, κ.λ.π, δηλαδή για την εκτέλεση του μεταφορικού έργου που είχε ανάγκη και αφετέρου την εντεύθεν χρονοναύλωση ή ναύλωση πλοίων για το μεταφερόμενο όγκο προϊόντων της, είτε στο όνομά της (της Α.Ν.Ε.Η.
δικαιούμενης, κατά το συμφωνητικό αυτό, σε υποναύλωση, οπότε και θα υπεκναύλωνε τα πλοία στην εναγόμενη), είτε απλώς με τη μεσολάβησή της στην εξεύρεσή τους, οπότε η χρονοναύλωση θα γινόταν στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης. Συμφωνήθηκε δε ρητά στον όρο 1.3 του ανωτέρω συμφωνητικού ότι, σε κάθε περίπτωση, ναυλώτρια ή η υποναυλώτρια των πλοίων που θα βρίσκει η Α.Ν.Ε.Η.
θα είναι η εναγόμενη και επομένως οι όροι των σχετικών συμβάσεων που θα συνάπτει η εναγόμενη θα τελούν υπό την απόλυτη έγκριση της Α.Ν.Ε.Η, οι δε όροι των υποναυλώσεων, κατά την αυτούσια διατύπωση της 2ης παραγράφου του όρου 1.3 του ίδιου συμφωνητικού, "θα είναι κατά βάση ίδιοι με αυτούς της αρχικής ναύλωσης, με δυνατότητα διαφοροποίησης μόνον ως προς το χρόνο της ναύλωσης, της παράδοσης ή της επαναπαράδοσης του πλοίου, στο ποσό του ναύλου, στις τυχόν ποινικές ρήτρες, καθώς και σε άλλους όρους, οι οποίοι ρητά θα αναφέρονται στο σχετικό συμφωνητικό υποναύλωσης".
Επίσης, προβλέφθηκε ότι στην περίπτωση των ναυλώσεων στο όνομα της εναγόμενης ο ναύλος θα καταβάλλεται απ' αυτήν απευθείας στον εκναυλωτή, ενώ στις υπεκναυλώσεις συμφωνήθηκε ότι ο ναύλος θα καταβάλλεται από την εναγόμενη στην Α.Ν.Ε.Η, η οποία θα εκδίδει επ' ονόματι της πρώτης (εναγομένης) το σχετικό παραστατικό.
Στο δε όρο 1.7 του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι η προμήθεια των καυσίμων θα γίνεται βάσει των αντίστοιχων συμφωνιών της εναγομένης, ενώ στον όρο 1.9, όπως τροποποιήθηκε στις 2-7-2007, αναφέρθηκε ότι η εναγόμενη είχε παραχωρήσει στην Α.Ν.Ε.Η τη διαχείριση του υφιστάμενου τότε στόλου της και δη των φορτηγίδων ...
Ι, ...
ΙΙ, ... και της λάντζας .... Σε εφαρμογή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού η Α.Ν.Ε.Η. ναύλωσε δυνάμει: α) της από 15-11-2007 σύμβασης χρονοναύλωσης (timecharter τύπου "NYPE"), την οποία κατήρτισε με την πλοιοκτήτρια εταιρία "...", το με αριθμό νηολογίου 11684 και με ... υπό ελληνική σημαία Φ/Γ πλοίο με την ονομασία "...", για χρονικό διάστημα 44 μηνών, η ναύλωση του οποίου παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι την 15-11-2019 και β) της από 1-6-2007 σύμβασης χρονοναύλωσης (timecharter τύπου "NYPE"), την οποία κατήρτισε με την πλοιοκτήτρια εταιρία "...", το με αριθμό νηολογίου ...
και με ΙΜΟ ... υπό ελληνική σημαία Φ/Γ πλοίο με την ονομασία "....", για χρονικό διάστημα 44 μηνών, η ναύλωση του οποίου παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι την 31-1-2019. Με το άρθρο 60 των άνω ναυλοσυμφώνων ορίστηκε ρητά ότι καύσιμο κατάλληλης ποιότητας θα αποτελεί το προαναφερόμενο ναυτιλιακό πετρέλαιο (μαζούτ), με ιξώδες 380 cst/50o C και με τις προδιαγραφές ISO 8217:2005 ή άλλου ισοδύναμο, δηλαδή μαζούτ που έπρεπε να παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, μέγιστη συνολική πιθανότητα ιζημάτων / ολικού υπολείμματος (Maximum Total Sediment Potential) ίση με 0,10% m/m, ενώ με το άρθρο 18 αυτών παρείχετο η δυνατότητα στη ναυλώτρια Α.Ν.Ε.Η.
να υπεκναυλώσει τα δυο ανωτέρω πλοία σε οποιαδήποτε θυγατρική ή συνδεδεμένη εταιρία του ομίλου "..." (στον οποίον ανήκε και η εναγόμενη) για το σύνολο ή οποιοδήποτε μέρος του χρονικού διαστήματος που καλύπτονταν από τα ναυλοσύμφωνα, αφού ενημέρωνε σχετικά την πλοιοκτήτρια τρεις ημέρες πριν την έναρξη κάθε υποναύλωσης.
Ακολούθως, σε εφαρμογή του άνω όρου των ναυλοσυμφώνων και του μεταξύ τους από 2-1-2007 άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η A.N.E.H. υπεκναύλωσε στην εναγόμενη τα ανωτέρω πλοία, τα οποία ήταν χρονοναυλωμένα απ' αυτήν ως υποναυλώτρια κατά τον κρίσιμο για την αγωγή χρόνο, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στη συνέχεια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συναλλακτικής σχέσης τους ως προμηθεύτριας και αγοράστριας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 31-8-2011 μέχρι 15-3-2017 η ενάγουσα εξέδωσε, για πραγματοποιηθείσες προμήθειες ναυτιλιακών καυσίμων [marine fuel oil 380 cst και marine gas oil 0,1 max (0,05<s<=0,1%)] και="" για="" παροχή="" υπηρεσιών="" μεταφοράς="" τους="" σε="" πλοία="" της="" εναγομένης,="" τα="" ακόλουθα="" τιμολόγια: 1) το υπ' αριθ.
Α-ΤΙΜ Υ0012291 τιμολόγιο ... και 33) το υπ' αριθ. Α-ΤΙΜ Υ0035482 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 818,00 δολαρίων Η.Π.Α, το οποίο εκδόθηκε στις 15-3-2017 και ήταν πληρωτέο μέχρι τις 4-4-2017, για τις επιπρόσθετες χρεώσεις σημαίας τεσσάρων βυτιοφόρων οχημάτων, με τα οποίο παραδόθηκαν παραγγελθέντα φορτία 74,016 μετρικών τόνων μαζούτ, τύπου FUEL OIL 380 CST και 22,983 μετρικών τόνων πετρελαίου τύπου GAS OIL 0,1 ΜΑΧ στο πλοίο "....", ναύλωσης της A.N.E.H.
και υποναύλωσης της εναγομένης, στο λιμάνι του Βόλου, στις 24-2-2017 και το οποίο επίσης παραμένει ανεξόφλητο. Συνολικά η αξία των άνω τιμολογίων της ενάγουσας για πραγματοποιηθείσες προμήθειες ναυτιλιακών καυσίμων και για παροχή υπηρεσιών μεταφοράς τους στα άνω πλοία της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των (47,04 + 251,54 + 205,08 + 470,00 + 251,54 + 352,50 + 7.052,31 + 409,00 + 250,48 + 349,75 + 409,00 + 117,50 + 441,52 + 17.912,05 + 409,00 + 19.291,27 + 409,00 + 17.912,61 + 409,00 + 4.936,16 + 204,50 + 44.339,77 + 818,00 + 45.708,01 + 1.270,00 + 18.183,33 + 613,50 + 6.134,76 + 204,50 + 54.067,13 + 1.022,50 + 44.124,17 + 818,00) 289.394,52 δολαρίων Η.Π.Α.
Όμως, σε σχέση με τα κονδύλια που αφορούν τα υπ' αριθ. 1 έως και 15 ανωτέρω τιμολόγια, συνολικού ποσού 28.928,31 δολαρίων Η.Π.Α, με την εκκαλουμένη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως παραγραμμένη κατ' άρθρα 289 παρ. 3 και 291 παρ. 1 Κ.Ι.Ν.Δ., κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης της εναγομένης. Κατά της απορριπτικής διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης για τα ανωτέρω κονδύλια η ενάγουσα δεν προέβαλε παράπονα με σχετικό λόγο έφεσης ή αντέφεσης ... .
Όπως ήδη αναφέρθηκε, η διάρκεια της από 1-9-2010 έγγραφης σύμβασης προμήθειας καυσίμων και παροχής υπηρεσιών μεταξύ των νυν αντιδίκων, λήξασα κατά των συμφωνηθέντα χρόνο λήξης της στις 30-9-2011, στη συνέχεια, κατά τους σχετικώς, επίσης, εγγράφως συμφωνηθέντες όρους της, παρατάθηκε δύο φορές από τα συμβαλλόμενα μέρη και μέχρι τις 30-9-2014, ημερομηνία μέχρι την οποία είχε συμφωνηθεί (συγκεκριμένα στον όρο Γ αυτής) η απώτερη διάρκειά της ως παραταθείσας.
Στον όρο Β.4 της άνω σύμβασης είχε πράγματι συμφωνηθεί, μεταξύ άλλων, ως εκ των προδιαγραφών του υπόψη καυσίμου ναυτιλιακού πετρελαίου τύπου marine fuel oil 380 cst, το οποίο περιγράφεται διεθνώς ως grade RMG 380, σύμφωνα με την ISO 8217 (2005), η μέγιστη συνολική δυνατότητα ιζημάτων - ολικού υπολείμματος ίση με 0,10%. Επειδή όμως η ένδικη έγγραφη σύμβαση προμήθειας καυσίμων (στην οποία περιέχονταν ο ανωτέρω όρος) έληξε στις 30-9-2014 και δεδομένου ότι για τις όμοιες συναλλαγές μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης για την προμήθεια και μεταφορά του άνω τύπου ναυτιλιακού καυσίμου στα άνω πλοία πλοιοκτησίας διαχείρισης ή (υπο)ναύλωσης της τελευταίας για τον μετά τις 30-9-2014 χρόνο, δεν υφίστατο εγγράφως διατυπωμένη (σε έτερη επιμέρους όμοια σύμβαση πώλησης και παροχής υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων) ως συμφωνημένη ιδιότητα αφ' εαυτής η ως άνω επίμαχη προδιαγραφή, ούτε περιελήφθη αυτή, υπό τη μορφή απαίτησης πιστοποίησης ποιότητας ISO-8217:2005, σε κάποιο εκ των αντιστοίχως εκδοθέντων τιμολογίων για τα υπόψη πωληθέντα ναυτιλιακά καύσιμα τύπου marine fuel oil 380 CST, η επικαλούμενη απουσία του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού τους κατά το χρόνο φόρτωσής τους στα ναυλωμένα από την εναγόμενη πλοία δεν δύναται να καταγνωστεί ως έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας τους, παρά μόνον ως πραγματικό τους ελάττωμα,...
ήτοι εφόσον αποδειχθεί ότι η απουσία του άνω χαρακτηριστικού αποτελεί ατέλειά τους που αφορά την ιδιοσυστασία η την κατάστασή τους κατά τον κρίσιμο χρόνο της ευθύνης του πωλητή και έχει αρνητική επίδραση πάνω στην αξία η τη χρησιμότητά τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ουσιώδης προϋπόθεση θεμελίωσης σχετικής ευθύνης προς αποζημίωση για την επέλευση θετικής ζημίας η διαφυγόντος κέρδους της αγοράστριας εναγομένης από την προμήθεια ελαττωματικών καυσίμων στα ως άνω υποναυλωμένα απ' αυτήν πλοία είναι η συνδρομή του στοιχείου του πταίσματος στην πωλήτρια ενάγουσα, το οποίο έπρεπε να το επικαλεστεί και να το αποδείξει η εναγόμενη, σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία και θεωρία άποψη....
την οποία δέχεται ως ορθότερη και το Δικαστήριο τούτο. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκαν από κάποιο εκ των προσκομιζόμενων με επικλήσεως εγγράφων αποδεικτικών μέσων ή ενόρκων βεβαιώσεων περιστατικά που να καταδεικνύουν πταισματική συμπεριφορά της ενάγουσας, ήτοι δόλο ή αμέλεια (έστω ελαφρά) αυτής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται ή των προστηθέντων της, η οποία να συνδέεται με ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος των προαναφερόμενων ναυτιλιακών καυσίμων κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην εναγόμενη, ενώ δεν γίνεται και επίκληση τέτοιας συμπεριφοράς της ενάγουσας από μέρους της εναγομένης.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί νόθου αντικειμενικής ευθύνης της ενάγουσας, υποχρεούμενης να αποδείξει την απουσία πταίσματός της ως προς την ελαττωματικότητα των επίμαχων καυσίμων. Πέραν όμως της απουσίας της ουσιώδους προϋπόθεσης του πταίσματος, η οποία καθιστά από μόνη της αβάσιμες τις προς συμψηφισμό προβαλλόμενες απαιτήσεις αποζημίωσης της εναγομένης κατ' άρθρο 543 εδάφ.
β' Α.Κ, με βάση τα προσκομιζόμενα έγγραφα και εμμάρτυρα αποδεικτικά μέσα, κρίνεται αναπόδεικτη και η ύπαρξη του επικαλούμενου από την εναγόμενη πραγματικού ελαττώματος, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ τέτοιου ελαττώματος και των επικαλούμενων από την εναγόμενη δαπανών στις οποίες υποβλήθηκαν τα πλοία ...
και .... από τις πλημμελείς πετρελεύσεις με τις ένδικες ναυτιλιακές ποσότητες καυσίμων, οι οποίες (δαπάνες) επιβάρυναν την αρχική ναυλώτρια ναυτιλιακή εταιρία Α.Ν.Ε.Η, συμφερόντων της εναγομένης και εντεύθεν την ίδια, ως τελική χρονοναυλώτριά τους. Ειδικότερα, η εναγόμενη επικαλείται και προσκομίζει α) σ' ότι αφορά τα ανωτέρω ναυτιλιακά καύσιμα τύπου marine fuel oil 380 CST 25.000 Kgr, 25.002 Kgr και 24.951 Kgr, τα οποία η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο πλοίο ...
στις 14-10-2016 στο λιμάνι της Δραπετσώνας, τις υπ' αριθ. 16/7629, 16/7630 και 16/7631 εκθέσεις ανάλυσης της εταιρίας "... A.E." επί των με αριθμούς 8469196, 8469198 και 8469177 ληφθέντων δειγμάτων (επ' αυτών) και τη με αριθμό 16-018007-O-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος ... Limited επί του με αριθμό σφραγίδας εργαστηρίου 1536302 αποσταλμένου δείγματος, σύμφωνα με τις οποίες (εκθέσεις ανάλυσης) το ολικό υπόλειμμα που εμφανίζεται σ' αυτά ανέρχεται, σε αντιστοιχία με τα ανωτέρω δείγματα, σε 0,17% m/m, 0,19% m/m, 0,19 m/m 0,16 m/m, β) σ' ότι αφορά τα ανωτέρω ναυτιλιακά καύσιμα τύπου marine fuel oil 380 CST 24.008 Kgr και 25.001 Kgr, τα οποία η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο ίδιο πλοίο στις 25-10-2016 στο λιμάνι της Δραπετσώνας, την υπ' αριθ. 16/8392 έκθεση ανάλυσης της εταιρίας ...
A.E. επί των με αριθμούς 2121251 και 2121256 ληφθέντων δειγμάτων (επ' αυτών) και τη με αριθμό 16-020587-0-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος ... Limited επί του με αριθμό 1582992 ληφθέντος δείγματος, σύμφωνα με τις οποίες το ολικό υπόλειμμα που εμφανίζεται σ' αυτά ανέρχεται, σε αντιστοιχία με τα ανωτέρω δείγματα, σε 0,23 % m/m, 0,25 0/0 m/m και 0,30 % m/m, γ) σ' ότι αφορά τα ανωτέρω ναυτιλιακά καύσιμα τύπου marine fuel oil 380 CST 25.002 Kgr, 25.002 Kgr, 25.004 Kgr, 25.004 Kgr και 24.004 Kgr (μαζούτ), τα οποία η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο ανωτέρω πλοίο στις 29/3010-2016 στο λιμάνι της Δραπετσώνας, την υπ' αριθ. 16/7634 έκθεση ανάλυσης της εταιρίας ...
Α.Ε. επί των με αριθμούς 2121061, 2121054, 2121058 και 2121024 ληφθέντων δειγμάτων (επ' αυτών) και τη με αριθμό 16-019291-0-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος ... Limited επί του με αριθμό σφραγίδας εργαστηρίου 1534897 ληφθέντος δείγματος, σύμφωνα με τις οποίες το ολικό υπόλειμμα που εμφανίζεται σ' αυτά ανέρχεται, σε αντιστοιχία με τα ανωτέρω δείγματα, σε 0,24 % m/m, 0,24 % m/m, 0,24 % m/m, 0,23 % m/m και 0,24 % m/m αντίστοιχα και δ) σ' ότι αφορά τα ανωτέρω ναυτιλιακά καύσιμα τύπου marine fuel οπ 380 CST 25.001 Kgr και 24.004 Kgr, τα οποία η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο έτερο πλοίο ....
στις 29/30-10-2016 στο λιμάνι της Δραπετσώνας, τις υπ' αριθ. 16/8532 και 16/8533 εκθέσεις ανάλυσης της εταιρίας ... Α.Ε. επί των με αριθμούς 2129017, 2129012, 2129015, 2129010, 2129019, 122626 και 122628 ληφθέντων δειγμάτων (επ' αυτών) και τη με αριθμό 16-020679-0-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος ... Limited επί του με αριθμό σφραγίδας εργαστηρίου 1583000 αποσταλμένου δείγματος, σύμφωνα με τις οποίες το ολικό υπόλειμμα που εμφανίζεται σ' αυτά ανέρχεται, σε αντιστοιχία με τα ανωτέρω δείγματα, σε 0,06 m/m, 0,27% m/m, 0,27% m/m, 0,28% m/m, και 0,25% m/m και 0,25% m/m αντίστοιχα.
Όμως για το ποσοστό ολικού υπολείμματος στις προαναφερόμενες υπό στοιχεία α', β', γ' και δ' ποσότητες ναυτιλιακού καυσίμου πετρελαίου (μαζούτ) τύπου fuel oil 380 cst που φορτώθηκαν στα πλοία ... και ...., χρονοναύλωσης της εναγομένης και δεν εμφανίζονται ως ανεξόφλητα από την ενάγουσα, η τελευταία, επικαλούμενη την τήρηση της επίμαχης προδιαγραφής μέγιστης συνολικής πιθανότητας ιζημάτων ολικού υπολείμματος (maximum total sentiment potential) ίσης με 0,10% m/m στα καύσιμα αυτά, προέβη επίσης στις 14 & 15-11-2016 στη χημική ανάλυση των ακόλουθων αντιπροσωπευτικών δειγμάτων καυσίμων από το πλοίο ...:
α) δειγμάτων που έφεραν αριθμούς σφραγίδας προμηθευτή 002121063, 002121056, 002121060, 002121026, από καύσιμο που παραδόθηκε στο άνω πλοίο στις 29-10-2016, από την ανάλυση των οποίων προέκυψε, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα εκθέσεις ανάλυσης με αριθμούς σφραγίδων 161114-8-1, 161114-8-2, 161114-8-3, 161114-8-4 των εργαστηρίων ποιοτικού ελέγχου με την επωνυμία "...
A.E.", ότι η ποσότητα του ολικού υπολείμματος ανερχόταν σε ποσοστά 0,09%, 0,08%, 0,08% και 0,07% και β) δειγμάτων που έφεραν αριθμούς σφραγίδων 8469199, 8469178 και 8469194, από καύσιμο που παραδόθηκε στο άνω πλοίο στις 14-10-2016, από την ανάλυση των οποίων προέκυψε, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες με από την ενάγουσα εκθέσεις ανάλυσης με αριθμούς 161114-8-5, 161114-8-6 και 161027-9 των ίδιων ως άνω εργαστηρίων, ότι η ποσότητα του ολικού υπολείμματος ανερχόταν σε ποσοστά 0,09%, 0,08% και 0,08%.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις έγγραφες επισημάνσεις στις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγόμενη ανωτέρω αναφορές ανάλυσης δείγματος FOBAS από την άνω εταιρία ... Limited, οι οποίες αφορούν αμφότερα τα πλοία ... και ...., η άνω εταιρία, παρά τις διαπιστώσεις της περί ολικού υπολείμματος υπερβαίνοντος σε σημαντικό ποσοστό το ανωτέρω ποσοστό καταλληλότητας στις αντίστοιχες δειγματοληψίες μαζούτ, συνιστά τελικά τη χρήση αυτού του καυσίμου, με την παραμονή του ως εναλλακτικού διαθέσιμου καυσίμου στο πλοίο σε περίπτωση εμφάνισης μη διαχειρίσιμων προβλημάτων από τη χρήση του προμηθευθέντος "ελαττωματικού" καυσίμου (βλ.
σχετ. τις με αριθμούς 16-020587-0-UKHO-PDZ, 16-019291-0-UKHO-STY, 16-020679-0-UHKO-PDZ αναφορές ανάλυσης δείγματος FOBAS από την άνω εταιρία ... Limited) και σ' ότι αφορά, μάλιστα, συγκεκριμένες δειγματοληψίες, όπου το Δυναμικό Ολικού Υπολείμματος υπερβαίνει ελαφρώς το όριο των 0,10% m/m, το τελευταίο κατατάσσεται στις αναφορές της ίδιας εταιρίας, εντός του πεδίου ανοχής του προκείμενου τεστ ανάλυσης (βλ.
τη με αριθμό 16-018007-0-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος FOBAS της άνω εταιρίας ... Limited) και προστίθεται ότι το δείγμα συμμορφώνεται με την ανανεωμένη διεθνή σύμβασης MARPOL, Παράρτημα VI 14.1.2. (βλ. σχετ. τη με αριθμό 16-018007-0-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος FOBAS της 21-10-2016 της άνω εταιρίας ... Limited για το πλοίο ..., τη με αριθμό 16-020587-0-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος FOBAS της 17-11-2016 της ίδιας εταιρίας για το πλοίο ...., τη με αριθμό 16-019291-0-UKHO-STY αναφορά ανάλυσης δείγματος FOBAS της 17-11-2016 της ίδιας εταιρίας για το πλοίο ...
και τη με αριθμό 16-020679-0-UKHO-PDZ αναφορά ανάλυσης δείγματος FOBAS της 17-11-2016 της ίδιας εταιρίας για το πλοίο ...). Ενισχυτικό δε της άποψης περί μη ακαταλληλότητας του επίμαχου ναυτιλιακού πετρελαίου (μαζούτ) που παρέδωσε η ενάγουσα στα άνω πλοία της εναγομένης κατόπιν σχετικών παραγγελιών της τελευταίας (οι οποίες δεν αποδεικνύεται να βασίστηκαν στις απαιτήσεις ποιότητας που πιστοποιούνται από την ISO 8217: 2005, όπως δεν αποδεικνύεται και ότι τα άνω πλοία της εναγομένης είχαν την άνω πιστοποίηση ποιότητας) είναι και το ότι, ενώ η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στον λιμένα Δραπετσώνας επί του πλοίου ....
την 1411-2016 74.015 μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου τύπου fuel oil 380 cst το οποίο ήταν εκτός των προβλεπομένων προδιαγραφών, στη συνέχεια, από το τιμολόγιο της ενάγουσας με αριθμό Α-ΤΙΜ ΚΟΟ17264 και τα Δελτία Αποστολής Καυσίμων Tranzito με αριθμούς σειράς Moh 11438/12-11-2016, 11439/12-11-2016, 11440/12-11-2016 και 11442/12-11-2016 προκύπτει ότι στην πραγματικότητα η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο άνω πλοίο της εναγομένης κατά την άνω ημερομηνία 99.008 μετρικούς Τόνους FUEL ΟΙL 380 CST, εκ των οποίων ποσότητα 24.995 μετρικών τόνων δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη ότι ήταν κατάλληλη προς χρήση στις μηχανές του πλοίου και ότι περιείχε ποσότητα ολικού υπολείμματος έως 0,10 m/m.
Είναι όμως οξύμωρο, το μεν τμήμα 74.015 μετρικών τόνων του μείζονος φορτίου fuel oil 380 cst να εμφανίζεται να έχει ποσότητα ολικού υπολείμματος πολύ μεγαλύτερη του 0,10 m/m και το υπόλοιπο τμήμα των 24.995 μετρικών τόνων να εμφανίζεται με ποσότητα ολικού υπολείμματος εντός προδιαγραφών, καίτοι οι δυο ποσότητες (δηλαδή των 24.995 και των 74.015 μετρικών τόνων) προέρχονταν από το συνολικό φορτίο 99.008 μετρικών τόνων που παραδόθηκε την ίδια ημέρα στο πλοίο .....
Εξάλλου, δεν υποδηλώνει αναγνώριση από μέρους της ενάγουσας πραγματικού ελαττώματος του άνω ναυτιλιακού καυσίμου πετρελαίου fuel oil 380 cst που πώλησε και παρέδωσε στο πλοίο ...., για το οποίο η εναγόμενη διατύπωσε επιφυλάξεις για την καταλληλότητά του, το γεγονός ότι συμφώνησε με την τελευταία να αντικαταστήσει το σύνολο του πετρελαίου αυτού και ότι στη συνέχεια, σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, εκφόρτωσε από το πλοίο αυτό και παρέλαβε ξανά συνολικά 71.601 μετρικούς τόνους του άνω παραδοθέντος πετρελαίου και συγκεκριμένα:
α) Την 9-2-2017 ποσότητα 24.061 μετρικών τόνων του άνω καυσίμου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 17570/9-2-2017 προτιμολόγιο της ενάγουσας, το υπ' αριθ. 11697/9-2-2017 Δελτίο Αποστολής Καυσίμων Tranzito της ... προς την "... ΑΕ" και το αντίστοιχο έγγραφο - δήλωση Τ1 της ενάγουσας προς το αρμόδιο Τελωνείο, β) Την 9-2-2017 ποσότητα 24.255 μετρικών τόνων του άνω καυσίμου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 17.571 / 9-2-2017 προτιμολόγιο της ενάγουσας, το υπ' αριθ. 11698/9-2-2017 Δελτίο Αποστολής Καυσίμων Tranzito της ...
προς την "... ΑΕ" και το αντίστοιχο έγγραφο δήλωση Τ1 της ενάγουσας προς το αρμόδιο Τελωνείο. Και γ) Την 102-2017 ποσότητα 23.285 μετρικών τόνων του άνω καυσίμου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 17.571 /9-2-2017 προτιμολόγιο της ενάγουσας, το υπ' αριθ. 17.572/10-2-2017 Δελτίο Αποστολής Καυσίμων Tranzito της ... προς την "... ΑΕ" και το αντίστοιχο έγγραφο - δήλωση Τ1 της ενάγουσας προς το αρμόδιο Τελωνείο.
Και τούτο διότι η αντικατάσταση του άνω καυσίμου πετρελαίου (μαζούτ) από μέρους της δικαιολογείται από εμπορικούς λόγους και δη από την πολυετή απρόσκοπτη συνεργασία των διαδίκων, την προσδοκία συνέχισής της στο μέλλον και σύντομης άρσης των ανακυψάντων ερωτηματικών της εναγομένης για την ποιότητα των καυσίμων, σε συνδυασμό με το μη αμφισβητούμενο αίτημα της τελευταίας για αντικατάστασή τους και τη μη απόδειξη εξωτερίκευσης μεταβολής της θέσης της ενάγουσας περί της καταλληλότητας αυτών.
Τα υποστηριζόμενα δε περί ακαταλληλότητας των καυσίμων αυτών που φορτώθηκαν στις 14-10-2016 και στις 29/30-10-2016 στο πλοίο ... και στις 25-10-2016 και 13/14-11-2016 στο πλοίο .... από το μάρτυρα της εναγομένης Η. Κ. (Logistics and Exports Manager αυτής) δεν αρκούν για να αποδείξουν ελαττωματικότητά τους, διότι ούτε βασίζονται σε σχετική ιδία γνώση του άνω μάρτυρα, ούτε άλλωστε αυτός εμφανίζεται ως έχων ειδικές γνώσεις σε θέματα καταλληλότητας ναυτιλιακών καυσίμων και μάλιστα ως έχων λάβει υπόψη τις απαιτήσεις των κατασκευαστών των κυρίων μηχανών και λοιπών μηχανολογικών εγκαταστάσεων των άνω πλοίων και την προσαρμοστικότητά τους στα επίμαχα καύσιμα, ούτε προσδιορίζονται οι συγκεκριμένου τύποι των μηχανών αυτών από άποψη ταυτότητας και προδιαγραφών απ' αυτόν ή από την εναγόμενη, καίτοι η τελευταία επικαλείται τη μαρτυρία του προς απόδειξη της ακαταλληλότητας των καυσίμων λόγω αρνητικής επίδρασης της υπέρβασης του ορίου των 0,10 % m/m στη χρησιμότητά τους.
Για την ταυτότητα των λόγων δεν κρίνονται πειστικές και οι αόριστες αναφορές στις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη από 16-12-2016 και από 8-11-2017 πανομοιότυπες επιστολές της ... S.A. προς κάθε ενδιαφερόμενο, περί ακαταλληλότητας για χρήση σε ναυτικές εφαρμογές του ανωτέρω τύπου μαζούτ που παραδόθηκε στο πλοίο ...
στις 14-10-2016 στο πλοίο .... στις 14-11-2016 και στις 25-10-2016 και περί προσδοκίας δυσμενούς επίδρασης του καυσίμου αυτού στην ομαλή λειτουργία των μηχανολογικών εγκαταστάσεων των άνω πλοίων, αφού αυτές δεν εξειδικεύουν την επικαλούμενη δυσμενή επίδραση των καυσίμων στις κύριες μηχανές και λοιπές μηχανολογικές εγκαταστάσεις των άνω πλοίων, των οποίων δεν αναφέρουν τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις των κατασκευαστών προς αιτιολόγηση αδυναμίας προσαρμοστικότητάς τους στα επίμαχα καύσιμα, ούτε ακόμη επικαλούνται έλλειψη εξοπλισμού των πλοίων για τη διαχείριση και τη χρήση των επίμαχων καυσίμων.
Με βάση τις προηγηθείσες ουσιαστικές παραδοχές δεν αποδεικνύεται μετά βεβαιότητας ότι τα επίμαχα καύσιμα που αναγράφονται στα υπ' αριθ. Α-ΤΙΜ Κ0017124/26-10-2016, Α-ΤΙΜ Κ0017159/31-10-2016, Α-ΤΙΜ Κ0017171/31-10-2016 και ΑΤΙΜ Κ00171264/30-11-2016 τιμολόγια της ενάγουσας και παραδόθηκαν στα πλοία .... και ... δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο σκοπό τους, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ελλείπει και η παράθεση και απόδειξη συγκεκριμένων περιστατικών και σχετικών τεχνικών - ναυπηγικών εκτιμήσεων, δυνάμενων να θεμελιώσουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ πραγματικού ελαττώματος των καυσίμων αυτών και στις ιστορούμενες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η Α.Ν.Ε.Η και επιβαρύνθηκε τελικά η εναγόμενη για αποσφράγιση και ανάλυση δειγμάτων, για έξοδα απεκφόρτωσης (μη παρατιθέμενων καυσίμων), για εργασίες καθαρισμού δεξαμενών, τροφοδοσίας και για παράδοση (επίσης μη παρατιθέμενων) καυσίμων και πετρελαιοειδών καταλοίπων, για λεμβουργικές εργασίες, για πλοηγικά, για έξοδα δεξαμενισμού, για επισκευές και ανταλλακτικά, καθώς και για τις εκτιθέμενες περαιτέρω ζημιές που προκλήθηκαν λόγω απώλειας χρόνου, εξαιτίας των παρεκκλίσεων από τα καθορισμένα προγράμματα των ανωτέρω δύο πλοίων προκειμένου να διενεργηθούν οι αποφορτώσεις των "ελαττωματικών" καυσίμων σε ημεροχρονολογίες (Φεβρουάριου και Μαρτίου του έτους 2017) τουλάχιστον μετά τρίμηνο και τετράμηνο από τις ανωτέρω εκτιθέμενες ημεροχρονολογίες παράδοσης αυτών στα άνω πλοία.
Επομένως, η εναγόμενη δεν έχει έναντι της ενάγουσας δικαίωμα αποζημίωσης κατ' άρθρο 543 Α.Κ. λόγω πώλησης στα άνω πλοία της ελαττωματικών καυσίμων και η σχετική ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε αυτή με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρει με τους πρώτο έως και έβδομο λόγους της έφεσής της [επικαλούμενη σχετικά επιμέρους πλημμέλειες της εκκαλούμενης απόφασης και δη α) με τον πρώτο λόγο έφεσης εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη διάρκεια ισχύος της από 1-9-2010 έγγραφης σύμβασης, β) με το δεύτερο λόγο έφεσης εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος επίκλησης και απόδειξης της ύπαρξης πταίσματος της πωλήτριας - ενάγουσας για την ελαττωματικότητα των πωληθέντων καυσίμων, γ) με τον τρίτο λόγο έφεσης εσφαλμένη εκτίμηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την απόδειξη έλλειψης υπαιτιότητας της πωλήτριας - ενάγουσας για την ελαττωματικότητα των πωληθέντων καυσίμων.
δ) με τον τέταρτο λόγο έφεσης εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η ελαττωματικότητα των πωληθέντων καυσίμων, ε) με τον πέμπτο λόγο έφεσης εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (αντιφατικότητα αιτιολογιών) ως προς το αν το ολικό υπόλειμμα άνω του 0,10 m/m συνιστά πραγματικό ελάττωμα, στ) με τον έκτο λόγο έφεσης εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την αρνητική επίδραση του ολικού υπολείμματος άνω του 0,10 m/m:
στα πωληθέντα καύσιμα και ζ) με τον έβδομο λόγο έφεσης κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ελαττωματικότητας των καυσίμων και της πρόκλησης ζημίας στην εναγόμενη] είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επίσης απέρριψε ως ουσιαστικά, αβάσιμη την άνω ένσταση συμψηφισμού των επίδικων απαιτήσεων της ενάγουσας από τα με αριθ. 16 έως και 29 τιμολόγια με τις ανταπαιτήσεις της εναγομένης κατά της ενάγουσας κατ' άρθρο 543 Α.Κ.
λόγω ελαττωματικότητας των άνω πωληθέντων καυσίμων και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία για τα επίδικα και μη παραγραμμένα υπ' αριθ. 16-33 άνω τιμολόγια συνολικού ποσού (19.291,27 + 409,00 + 17.912,61 + 409,00 + 4.936,16 + 204,50 + 44.339,77 + 818,00 + 45.708,01 + 1.270,00 + 18.183,33 + 613,50 + 6.134,76 + 204,50 + 54.067,13 + 1.022,50 + 44.124,17 + 818,00) 260.466,21 δολαρίων Η.Π.Α.
και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής του άνω συνολικού ποσού των 260.466,21 δολαρίων Η.Π.Α, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας πληρωμής των σχετικώς επιμέρους ποσών καθενός εκ των αναφερομένων στο σκεπτικό αντιστοίχων τιμολογίων, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε τις αποδείξεις, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες που αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας (άρθρο 543 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος έως και έβδομος λόγοι της έφεσης και ακολούθως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η έφεση στο σύνολό της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 776/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 27-3-2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 260.466,21 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την λήξη προθεσμίας κάθε επί μέρους ποσού.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159, 164 και 361 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι διάδικοι συνήψαν την από 1-9-2010 σύμβαση προμήθειας καυσίμων, η οποία έληξε στις 30-9-2014, χωρίς έκτοτε να παραταθεί ή να ανανεωθεί έγγραφα ή προφορικά, μετά δε τη λήξη της η εναγομένη συνέχισε να προμηθεύει την ενάγουσα με καύσιμα, συνάπτοντας με αυτή αυτοτελείς κάθε φορά συμβάσεις για κάθε πώληση και παράδοση καυσίμων, στις οποίες δεν περιλαμβανόταν η συμφωνηθείσα ιδιότητα της αρχικής σύμβασης, ως προς το ύψος των ιζημάτων του πωλούμενου ναυτιλιακού καυσίμου και ως εκ τούτου η επικαλούμενη παραβίαση του ορίου των ιζημάτων αυτών συνιστά πραγματικό ελάττωμα, το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε με συνέπεια η εναγομένη να οφείλει στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης.
Ακόμη, δέχθηκε ότι η βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν σαφής και δεν υπήρχαν κενά ή αμφιβολίες που να καθιστούν αναγκαία την προσφυγή του δικαστηρίου στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Εξάλλου, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την εφαρμογή τους, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πόρισμά της περί μη παράτασης με οποιονδήποτε τρόπο της από 1-9-2010 σύμβασης των διαδίκων περί προμήθειας καυσίμων, που έληξε την 30-9-2014.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι: α] η από 1-9-2010 σύμβαση προμήθειας - αγοραπωλησίας καυσίμων σε πλοία, που καταρτίστηκε εγγράφως, είχε ημερομηνία λήξης την 30-9-2011, παρατάθηκε μονομερώς από την εναγομένη μέχρι την 30-9-2012 με τους ίδιους όρους και παρατάθηκε εκ νέου με σύμβαση των διαδίκων μέχρι την 30-9-2014, όπως προβλεπόταν από την αρχική σύμβαση, β] την 30-9-2014 η ως άνω σύμβαση έληξε και έκτοτε δεν παρατάθηκε με έγγραφη ή προφορική συμφωνία των διαδίκων, πλην όμως η ενάγουσα εξακολουθούσε να παραδίδει καύσιμα στην εναγομένη, καταρτίζοντας με αυτήν αυτοτελείς συμβάσεις για κάθε πώληση και παράδοση καυσίμων, έστελνε στην ενάγουσα με φαξ ξεχωριστή εντολή αγοράς, στην οποία αναγραφόταν το είδος των παραγγελλομένων καυσίμων και οι όροι και οι συμφωνίες για κάθε πώληση και παράδοση, γ] για τις αυτοτελείς αυτές πωλήσεις δεν είχε συμφωνηθεί ο όρος της αρχικής σύμβασης που προέβλεπε ότι το πωλούμενο ναυτιλιακό καύσιμο, που περιγράφεται διεθνώς ως "grade RMG 380" και στις συμφωνηθείσες προδιαγραφές του με βάση την πιστοποίηση ποιότητάς του [ΙSΟ 8215/2005], να περιλαμβάνεται μέγιστη συνολική δυνατότητα ιζημάτων ίση με 0,10 ο/ο, δ] η επικαλούμενη από την εναγομένη υπέρβαση του ως άνω ορίου 0,10 ο/ο m/m στο συνολικό ίζημα του πωληθέντος ναυτιλιακού καυσίμου, συνιστά πραγματικό ελάττωμα, το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε από την εναγομένη που έφερε το βάρος απόδειξής του, ε] η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το τίμημα του πωληθέντος ναυτιλιακού καυσίμου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 260.466,21 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην απόφαση.
Επομένως, ο πρώτος [κατά το δεύτερο μέρος του], ο δεύτερος και ο τέταρτος [κατά το δεύτερο μέρος του] λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και πρόσθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης [εξεταζόμενοι στο σύνολό τους ενιαία] από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μην προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, μπορούν να συμφωνήσουν και τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή την μη προσαγωγή και επίκληση, των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες.
Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνο αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη αν το αποδεικτικό μέσο που καθορίζεται ως αποκλειστικό είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη, πράγμα που συμβαίνει και όταν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία απόκτησης ή προσαγωγής στο δικαστήριο.
Διότι τότε η συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, και ιδιαίτερα στους κανόνες αφενός των άρθρων 179 περ. α ΑΚ και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και αφετέρου των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ [ΝΔ 53/1974], αφού δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του συμβαλλομένου [και εν δυνάμει διαδίκου] να αξιώσει την παροχή από το αρμόδιο δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα του ενδιαφερομένου όχι μόνο να προσφύγει απλώς στο δικαστήριο, ασκώντας αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα, αλλά και να προσκομίσει σ' αυτό όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της διαφοράς [ολΑΠ 27/1993, ΑΠ 1136/2022].
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις, οι οποίες υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, είναι έγκυρες, να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ή τις υπόλοιπες διατάξεις του Κώδικα αυτού είτε όχι [ΑΠ 1136/2022, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1746/2013].
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε του τη δικονομική συμφωνία των διαδίκων ότι το μοναδικό αποδεικτικό μέσο της ένδικης διαφοράς τους θα ήταν είτε το δελτίο της χημικής ανάλυσης των προϊόντων καυσίμου που παρέδιδε η εναγομένη σε κάθε πλοίο, είτε το αντιπροσωπευτικό σφραγισμένο δείγμα, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για χημική ανάλυση αν τυχόν προέκυπταν ερωτηματικά σχετικά με την ποιότητα των παραδοθέντων προϊόντων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής, αφού στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι κατά τον επίδικο χρόνο παράδοσης των προϊόντων καυσίμων από την ενάγουσα στην εναγομένη εξακολουθούσε να ισχύει η από 1-9-2010 σύμβαση των διαδίκων και ειδικότερα ο υπό στοιχείο Θ.4 όρος της σύμβασης αυτής, γεγονός όμως αναληθές, αφού κατά τα προαναφερθέντα η ως άνω σύμβαση κρίθηκε ότι είχε λήξει ήδη από το 2014.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αξίωση της αναιρεσείουσας για τη θεμελίωση ευθύνης της αναιρεσίβλητης από την πώληση ελαττωματικών προϊόντων, λόγω νομικής αοριστίας, αφού απαίτησε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών και σχετικών τεχνικών - ναυπηγικών εκτιμήσεων, δυνάμενων να θεμελιώσουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ πραγματικού ελαττώματος των πωληθέντων καυσίμων και των ιστορουμένων δαπανών με τις οποίες επιβαρύνθηκε η αναιρεσείουσα για αποσφράγιση και ανάλυση δειγμάτων, για έξοδα εκφόρτωσης, για εργασίες καθαρισμού δεξαμενών και για λοιπές αναφερόμενες ζημιές, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού κατά τα προαναφερθέντα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στα πωληθέντα και παραδοθέντα καύσιμα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε.
Περαιτέρω, το απόσπασμα από τα βιβλία που τηρούν οι έμποροι δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σ' αυτό, διότι δεν προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από τις εν λόγω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη. Είναι όμως έγκυρη σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία, ότι η απαίτηση θα αποδεικνύεται πλήρως από τέτοιο απόσπασμα, οπότε το απόσπασμα αυτό επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου.
Αν δεν υπάρχει τέτοια δικονομική συμφωνία και αν δεν υπάρχει συμφωνία λειτουργίας ανοικτού λογαριασμού, τα αποσπάσματα αυτά στερούνται της ανωτέρω αποδεικτικής δύναμης. Κατά δε το άρθρο 447 ΚΠολΔ, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ [ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1479/2011].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα αποτελούντα πλήρη απόδειξη αποσπάσματα από τα εμπορικά της βιβλία [καρτέλα προμηθευτή], στα οποία αποτυπώνονται οι χρεοπιστώσεις των επίδικων ημερομηνιών, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών της. 'Όμως, από τις περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές του Εφετείου, ότι τα εκτυπωμένα αποσπάσματα από την μηχανογραφικώς τηρούμενη "καρτέλα" προμηθευτή δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 ΚΠολΔ, που αποτελούν πλήρη απόδειξη, αφού δεν υπάρχει συναφής δικονομική σύμβαση, ούτε συμφωνία ανοικτού λογαριασμού, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν παραβίασε τους ορισμούς των ανωτέρω άρθρων, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν ιδιωτικά έγγραφα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που αποτελούν πλήρη απόδειξη, ενόψει των ανέλεγκτων παραδοχών του περί έλλειψης δικονομικής σύμβασης και έλλειψης λειτουργίας ανοικτού λογαριασμού.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3042/2002, προκύπτει ότι σε περίπτωση που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.
Δηλαδή η ευθύνη προς αποζημίωση ορίζεται βασικά αντικειμενική, αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, πταισματική όμως αν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα. Το πταίσμα μπορεί να υπάρχει, αν κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή ή το οποίο ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει [δηλαδή αρκεί και άγνοια από ελαφρά αμέλεια] είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης είτε [σε περίπτωση πράγματος κατά γένος ορισμένου] κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου.
Η ως άνω ευθύνη, όπως διαγράφεται στο άρθρο 543 ΑΚ είναι συμβατική. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.
Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. Επίσης, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της [ΑΠ 836/2022, ΑΠ 1230/2019, ΑΠ 267/2015, ΑΠ 575/2013].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία [διάταξη] κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το πρώτο προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασή του θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα αγωγής, ένστασης κ.λπ.
και που οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υποβάλει το αίτημα, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης [ΑΠ 765/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1428/2019]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 543 ΑΚ, δεχόμενη τη γνήσια πταισματική ευθύνη του πωλητή από πραγματικά ελαττώματα των πωληθέντων προϊόντων καυσίμων, ενώ η ευθύνη αυτή διαμορφώνεται από το παραπάνω άρθρο ως νόθος αντικειμενική, δηλαδή με αντιστροφή του βάρους απόδειξης, έτσι ώστε ο πωλητής να ευθύνεται για την απόδειξη της έλλειψης πταίσματός του από την πώληση προϊόντων με πραγματικά ελαττώματα.
Όμως, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη των πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων προϊόντων, αφού η ευθύνη κατά το άρθρο 543 ΑΚ διαμορφώνεται ως γνήσια πταισματική και όχι ως νόθος αντικειμενική, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα], είναι αβάσιμος.
Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν τον συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς, κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του [κύρια ή ενεργητική απαίτηση] προτείνοντας την ανταπαίτησή του [παθητική απαίτηση] σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι δεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης [άρθρο 442 ΑΚ, ΑΠ 1761/2022 ΑΠ 42/2022, ΑΠ 695/2020]. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525, και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ίδιου νόμου, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως ως προς αυτές λόγος που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής [ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018].
Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520, 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων στην παράγραφο 6 αυτού περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία.
Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο [δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη] κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια [ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019].
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτο ενώπιον του Εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης [ΑΠ 153/2019].
Σε όλες τις περιπτώσεις βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά την έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας [ΑΠ 84/2020].
Το απαράδεκτο της προβολής νέων αιτήσεων ή ισχυρισμών [άρθρα 223, 224, 526, 527 ΚΠολΔ] ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ολΑΠ 2/2005 ΑΠ 84/2020]. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των πρόσθετων λόγων έφεσης καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών [ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 1216/2019]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι:
α] εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 441 και 442 ΑΚ και έτσι δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης με ανταπαίτησή της ύψους 25.223,44 ευρώ, που προερχόταν από αδικαιολόγητο πλουτισμό, β] δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό έγγραφο που επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε και συγκεκριμένα δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στο ιδιωτικό έγγραφο της καρτέλας προμηθευτή, έτους 2017, που τηρείται ηλεκτρονικά και προσκομίστηκε με βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της αναιρεσείουσας που διενήργησε την εκτύπωση και γ] παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση αυτή συμψηφισμού, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστη και επαναφέρθηκε νομότυπα με λόγο έφεσης, αφού αποδεικνυόταν από το παραπάνω έγγραφο που έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης και την ένσταση συμψηφισμού, με το αιτιολογικό ότι δεν υποβλήθηκε παραδεκτά το πρώτον με λόγο έφεσης και επίκληση απόδειξής του αποκλειστικά από την ως άνω καρτέλα προμηθευτή που τηρεί η εναγομένη για την ενάγουσα, προς δικαιολόγηση της κατ' εξαίρεση προβολής του, κατ' άρθρο 527 παρ. 6 ΚΠολΔ.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν παραβίασε τις διατάξεις σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, μη αποδίδοντας στο παραπάνω αποδεικτικό έγγραφο της καρτέλας προμηθευτή ισχύ ιδιωτικού εγγράφου με πλήρη απόδειξη, αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, η καρτέλα προμηθευτή δεν έχει τέτοια ισχύ.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 177/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε τον τρίτο όρο της από 1-9-2010 σύμβασης πώλησης καυσίμου, που αναφέρει ότι: "Εφόσον ο αγοραστής ασκήσει το κατά τα ανωτέρω δικαίωμά του περί μονομερούς παράτασης της διάρκειας της σύμβασης και δύο [2] τουλάχιστον μήνες πριν τη λήξη αυτής, οι συμβαλλόμενοι διατηρούν το δικαίωμα να παρατείνουν εκ νέου τη μεταξύ τους σύμβαση για δύο [2] επιπλέον έτη, δηλ.
μέχρι την 30-9-2014 με έγγραφη συμφωνία επί των τιμών πώλησης των καυσίμων". Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα από την περικοπή αυτής που παρατίθεται στο αναιρετήριο, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του προαναφερόμενου όρου της σύμβασης των διαδίκων, κατέληξε όμως σε διαφορετικό πόρισμα, ήτοι ότι η σύμβαση αυτή έληξε στις 30-9-2014 και δεν αποδείχθηκε σύμβαση παράτασης [έγγραφη ή προφορική] πέραν της 30-9-2014 με νέες τιμές πώλησης, με αποτέλεσμα το χρονικό διάστημα μετά την 30-9-2014 να μείνει αρρύθμιστο από την ως άνω σύμβαση, της οποίας οι όροι έπαυσαν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Σημειώνεται ότι μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα της αναιρεσείουσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και επιστροφή του ποσού των 71.428,57 ευρώ [ισάξιου σε ευρώ των 80000 δολαρίων ΗΠΑ], που κατέβαλε σε συμμόρφωση με την πρωτοβάθμια απόφαση και του ποσού των 159.846,07 ευρώ [ισάξιου σε ευρώ των 180466,21 δολαρίων ΗΠΑ], που κατέβαλε σε συμμόρφωση με την δευτεροβάθμια απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με τους από 28-1-2022 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 391/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς στην πρότερη κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ