Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidentiary assessment errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court accepted financial transactions based on incomplete evidence regarding mobile phone instructions. The court ruled that the appeal failed to meet the strict requirements for challenging evidentiary assessments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 105, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or reasoning without alleging a specific failure to consider proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1250 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1250/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΚΑΠΠΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΚΑΠΠΑ Α.Ε.Ε.Δ.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπιτσαξή και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4407/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2633/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104 και 105 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα παρέχει το δικαίωμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις, που αφορούν στη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, η άσκηση ένδικων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες, που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.Α.Π. 13/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή, παρότι εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση, που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν, όμως, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εάν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και δεν αποδεικνύεται ότι ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση, κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον εμφανισθέντα αντίδικο ή τον ομόδικο του, προκειμένου να παραστεί κατ' αυτήν, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 1-7-2019 κλήση του Γ. Μ. του Π. επαναφέρεται προς συζήτηση η από 15-1-2018 (1251/97/5-2-2018) αίτησή του κατά 1) του Ι. Κ. του Κ. και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΚΑΠΠΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΚΑΠΠΑ Α.Ε.Ε.Δ.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, για αναίρεση της 2633/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε, κατά τη δικάσιμο της 20ης-5-2019, λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, ενόψει αυτοδιοικητικών εκλογών και ευρωεκλογών.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (5- 10-2020), οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αθηνών, Ευάγγελο Μπιτσαξή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Ο ανωτέρω δικηγόρος προσκόμισε το …/2020 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αικατερίνης Φλουρή του Γεωργίου, με το οποίο, όμως, μόνον ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων τον διόρισε ειδικό αυτού πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, προκειμένου να παρασταθεί και να τον εκπροσωπήσει στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Αντίθετα, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε προσηκόντως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, οπότε και συζητήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση αυτής επέσπευσε ο καλών - αναιρεσείων, ο οποίος επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο της από 1-7-2019 κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και εγγραφής στο πινάκιο του ΑΙ τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη 2522Β76-3-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ.
Π., την οποία αυτός προσκομίζει.
Συνεπώς, η δεύτερη αναιρεσίβλητη πρέπει να δικαστεί ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 2633/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 29-4-2015 (2720/29-4-2015) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4407/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσία την από 9-11-2009 (214046/2009) αγωγή του, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως και την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του πρώτου εξ αυτών, ως μέσον εκτελέσεως της εκδοθησόμενης απόφασης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από το άρθρο 298, 299, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας ή (και) ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακής ή μη ζημίας του παθόντος.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται, οπωσδήποτε, παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς του δράστη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της έννομης τάξης, δηλαδή η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ήτοι (η παράβαση) της κοινωνικά επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη μέτρων επιμέλειας προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτου προσώπου.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, με την έννοια της παράβασης του επιβαλλόμενου από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. γενικού καθήκοντος του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (Ολ.Α.Π. 967/1973) αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος, που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά και χρηστά ήθη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (Ολ.Α.Π. 8/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι αα) αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογικών, το ελάττωμα αυτό, ββ) αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται και δδ) αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται.
Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών - ενάγων είναι συνταξιούχος θαλαμηπόλος του Εμπορικού Ναυτικού, επενδυτής από το έτος 1998 στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Μεταξύ του ιδίου (ενάγοντος) και της μη διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ"...
καταρτίστηκε στις 8-9-1998 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με αντικείμενο την αγορά και πώληση για λογαριασμό του ενάγοντος μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο... και με τους όρους και συμφωνίες, που περιέχονται στην ανωτέρω σύμβαση. Επίσης με την από 17-2-2006 σύμβαση παροχής πίστωσης μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρείας "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕΠΕΥ", συμφωνήθηκε η παροχή πίστωσης στον ενάγοντα για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς μετοχών.
Η κατάρτιση των συμβάσεων έγινε με τη μεσολάβηση του πρώτου εναγομένου, ο οποίος είχε συστήσει το 1999 τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία... και είχε σκοπό τη λήψη και διαβίβαση εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών μέσω χρηματιστηρίου. Μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου υφίστατο οικογενειακός δεσμός και ιδιαίτερη σχέση φιλίας και πνευματικής συγγένειας του ενάγοντος με τον αποβιώσαντα πατέρα του πρώτου εναγομένου, επί τη βάσει της οποίας οικοδομήθηκε σχέση εμπιστοσύνης στην μεταξύ των διαδίκων συνεργασία.
Ο πρώτος εναγόμενος ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης κατέχοντας το 80% των μετοχών της. Ο τελευταίος λάμβανε εντολές για λογαριασμό του ενάγοντος και τις διαβίβαζε περαιτέρω στην εταιρεία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", προκειμένου να διενεργηθούν χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Οι εντολές αυτές δίνονταν είτε τηλεφωνικά είτε γραπτά όταν ο ενάγων βρισκόταν στα γραφεία της δεύτερης εναγομένης. Αποδείχθηκε πλήρως ότι μεταξύ των μερών υπήρχε συμφωνία οι εντολές αυτές να δίνονται και από το κινητό τηλέφωνο χωρίς καταγραφή και κατ' απόκλιση από τα επιτασσόμενα στη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3340/2005...
Για την κατ' απόκλιση από τα ανωτέρω επιτασσόμενα - διαβίβαση των εντολών εκ μέρους του ενάγοντος προς τον πρώτο εναγόμενο, καταθέτει με σαφήνεια στην ένορκη βεβαίωσή του ο μάρτυρας Δ. Κ., ο οποίος βεβαιώνει 'Συχνά οι εντολές δινόντουσαν μέσω κινητού τηλεφώνου, για λόγους ευκολίας και ταχύτητας'. Τα ίδια επιβεβαιώνει και η εξετασθείσα επιμελεία των εναγομένων μάρτυρας στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καταθέτοντας 'Βασικά στα τηλέφωνα και το κινητό που ήταν πιο άμεση η επικοινωνία τους και επειδή τον γνώριζε τον κύριο Μελέτη υπήρχε γενικώς μια επαφή'.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα όσα καταθέτει στην ένορκη βεβαίωσή της η Θ. Μ. - σύζυγος του ενάγοντος, η οποία κατέθεσε Ό σύζυγος μου έδινε εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών στον Ι. Κ. είτε τηλεφωνικά είτε μεταβαίνοντας ο ίδιος αυτοπροσώπως στα γραφεία της εταιρείας ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΚΑΠΠΑ Α.Ε.Ε.Δ. στον Πειραιά, στην οποία ο Ι.
Κ. ήταν πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος αυτής και ο οποίος διαβίβαζε αυτές τις εντολές στην ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕΠΥ, η οποία διενεργούσε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές'. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την προαναφερθείσα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων λόγω μακρόχρονων οικογενειακών δεσμών και πνευματικής συγγένειας μεταξύ τους.
Κατά το διάστημα από τον μήνα Αύγουστο του 2008 έως τον μήνα Οκτώβριο του 2008 (11/8/2008 έως 22/10/2008) ο πρώτος εναγόμενος διαβίβασε στην εταιρεία ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ.ΠΕ.Υ τις ακόλουθες εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών τις οποίες εκτέλεσε η ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πινακίδια εκτέλεσης εντολών που στάλθηκαν σταδιακά στον ενάγοντα...
Ο ενάγων υποστηρίζει ότι περί τα τέλη Αυγούστου του 2008 όταν επέστρεψε στην κατοικία του στον Κορυδαλλό από το εξοχικό του με έκπληξη ανακάλυψε να του έχει ταχυδρομηθεί το από 30/7/2008 ... πινακίδιο εκτέλεσης εντολών το οποίο του έστειλε η ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ.ΠΕ.Υ. και αφορούσε μια συναλλαγή αγοράς εκ μέρους του με δύο εντολές 5.000 μετοχών της ΑΛΦΑ BANK στις 30/7/2008 συνολικής αξίας 97.356,32 ευρώ παρότι ο ίδιος δεν είχε δώσει ουδεμία τέτοια εντολή αγοράς και πώλησης και ότι διαμαρτυρήθηκε για την αγορά των παραπάνω μετοχών που έγινε χωρίς την εντολή του, ο δε πρώτος εναγόμενος διασκέδασε τις ανησυχίες του και ότι του δήλωσε ότι θα αποκαθιστούσε τη μερίδα του και το λογαριασμό και ότι από προφανή παραδρομή έγινε η συναλλαγή αυτή με την αιτιολογία ότι προοριζόταν για τον πεθερό του, που φέρει το ίδιο όνομα.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι οι ανωτέρω συναλλαγές του διαστήματος από τον μήνα Αύγουστο του 2008 έως τον μήνα Οκτώβριο του 2008 (11/8/2008 έως 22/10/2008) πραγματοποιήθηκαν χωρίς δική του εντολή και κατά παράβαση της υποχρέωσης των εναγομένων να καταγράφουν και να αρχειοθετούν όλες τις εντολές που δίνουν πελάτες τους για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων και ιδίως με ηχογράφηση των εντολών που δίνονται τηλεφωνικώς.
Ωστόσο ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος αποδείξεως ότι οι ανωτέρω συναλλαγές έγιναν άνευ γνώσεως και εντολών του ούτε ότι μεταξύ της παραπάνω παράβασης περί ηχογράφησης των εντολών του και της επικαλούμενης ζημίας του ύψους 79.726,45 ευρώ υφίσταται ουσιώδης σύνδεσμος. Και τούτο διότι κατά τα προαναφερθέντα στην πράξη και με τη συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων έδινε εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών από το κινητό του τηλέφωνο χωρίς καταγραφή.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Α. Δ. στην με αρ. …/2914 ένορκη βεβαίωση που συνέταξε η Ειρηνοδίκης Αθηνών καταθέτοντας 'Μου κάνουν εντύπωση γιατί ήμουν παρών σε πολλά τηλεφωνήματα που έγιναν μεταξύ Αυγούστου - Οκτωβρίου 2008 ανάμεσα στον κύριο Καπάτσο και στον κύριο Μελέτη. Στις συνομιλίες αυτές, που συχνά ήταν εκτεταμένες, γινόντουσαν ιδιαίτερες αναλύσεις μεταξύ των συνομιλούντων, σχετικά με την πορεία των μετοχών, τις προοπτικές τους και τους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους...'.
Αποδείχθηκε ότι η όποια διένεξη μεταξύ των διαδίκων προήλθε λόγω της ανωτέρω συναλλαγής του με αρ. θεωρ. … πινακιδίου εκτέλεσης η δε συνεργασία μεταξύ τους συνεχίστηκε καθόλο το επόμενο επίδικο διάστημα. Επίσης αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους του πρώτου εναγομένου καταβολή στις 24/10/2008 -κατά τις ομολογίες του δικογράφου- του ποσού των 50.000 ευρώ στον ενάγοντα έλαβε χώρα όχι στο πλαίσιο συμβάσεως δανείου, όπως υποστηρίζει ο πρώτος εναγόμενος αλλά με συμφωνία των διαδίκων προς αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος για την πραγματοποίηση στη συνέχεια άλλων χρηματιστηριακών συναλλαγών που έγιναν όλες με εντολές του ενάγοντος και ως επί το πλείστον κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ήτοι μέσω κινητού τηλεφώνου χωρίς καταγραφή, όπως συνήθιζαν στα πλαίσια της μακρόχρονης συνεργασίας τους, με εξαίρεση τις καταγεγραμμένες της 1ης/9/2008 και της 3ης/9/2008 που προσκομίζονται με επίκληση και από τις οποίες δεν προκύπτει η επικαλούμενη ζημία του ύψους 79.726,45 ευρώ.
Οι ακόλουθες χρηματιστηριακές συναλλαγές μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 δεν υπήρξαν κερδοφόρες και δεν επωφελήθηκε ο ενάγων από την διαφορά αγοράς και πώλησης των μετοχών του. Συνακόλουθα, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι το σύνολο των συναλλαγών του διαστήματος από τον μήνα Αύγουστο του 2008 έως το μήνα Οκτώβριο του 2008 (11/8/2008 έως 22/8/2008) πραγματοποιήθηκε εκ μέρους του πρώτου εναγομένου άνευ σχετικών τηλεφωνικών εντολών του και είχε άγνοια αυτών καθώς απουσίαζε σε παρατεταμένες διακοπές λαμβάνοντας γνώση του ύψους της ζημίας του μόλις περί τα μέσα Νοεμβρίου 2008, όταν προσέφυγε στην "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ.ΠΕ.Υ" και του χορηγήθηκε αναλυτική εικόνα της θέσης του χαρτοφυλακίου του ύψους 79.726,45 ευρώ λόγω των άνευ εντολών του αγοραπωλησιών των μετοχών από τον πρώτο εναγόμενο κατά το επίδικο διάστημα δεν κρίνονται πιστευτοί.
Άλλωστε, οι επίδικες αγοραπωλησίες διενεργούνταν μέσω των κωδικών χρήστη, που κατείχε ο ενάγων και οποιοδήποτε κέρδος προέκυπτε προστίθετο στο χαρτοφυλάκιο του, όπως και κάθε ρευστοποίησή του σε προσωπικό λογαριασμό του δικαιούχου, χωρίς να έχει δυνατότητα ο πρώτος εναγόμενος να καρπωθεί περιουσιακό όφελος.
Μάλιστα κατά του πρώτου εναγομένου ο ενάγων είχε υποβάλει μήνυση για απάτη σχετικά με τις επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το με αρ. 740/2012 βούλευμά του δέχθηκε ότι οι επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν με εντολές του ενάγοντος, που δόθηκαν από τον ίδιο προφορικά ή στο κινητό του πρώτου εναγομένου, αν και έπρεπε να δοθούν στο σταθερό τηλέφωνο της εταιρείας με μαγνητοφώνησή τους και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του πρώτου εναγομένου...
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε έντονο ενδιαφέρον για την πορεία των χρηματιστηριακών του συναλλαγών, ώστε ήταν συχνότατη η τηλεφωνική του συνομιλία με τον πρώτο των εναγομένων και η ανησυχία του για την κερδοφορία των μετοχικών τίτλων του χαρτοφυλακίου του, ενώ δεν απεδείχθη ότι είχε άγνοια για τις συναλλαγές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα...
Όλες οι επίδικες συναλλαγές προκύπτουν από τα σχετικά παραστατικά, που εκδόθηκαν από την εταιρεία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ.ΠΕ.Υ" και διενεργήθηκαν με χρήση λογαριασμού πίστωσης (margin account) που είχε ανοιχτεί στα πλαίσια της προαναφερόμενης πίστωσης με την χρηματιστηριακή εταιρεία ενώ από το από 16-4-2010 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας και τις επισυναπτόμενες αναλύσεις χρηματικών καρτελών προκύπτει ότι το πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα αποστέλλονταν ταχυδρομικά στην κατοικία του ενάγοντος όλα τα πινακίδια, όπου εμφανίζονταν οι πράξεις, που έγιναν στον κωδικό του κατά τον προηγούμενο μήνα.
Παρά δε την συστηματική ενασχόλησή του με το χρηματιστήριο από το έτος 1998 και την εμπειρία που διέθετε αλλά και τη γνώση της πορείας των μετοχών του από την ενημέρωση του πρώτου εναγομένου καθώς και από τα αποσταλέντα πινακίδια ουδέποτε προέβαλε εμπρόθεσμα τις αντιρρήσεις του σχετικά με τις ως άνω συναλλαγές, συμφώνως προς τον συνομολογηθέντα γενικό όρο της μεταξύ αυτού και της χρηματιστηριακής εταιρείας συμβάσεως μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την παραλαβή των πινακιδίων...
Παράλειψη έγκαιρης υποβολής αντιρρήσεων ισχύει ως έγκριση, στα δε αποστελλόμενα έγγραφα η εταιρεία εφιστά την προσοχή του πελάτη στην συνέπεια αυτή. Ο εκκαλών παραπονείται... ότι ο ανωτέρω όρος ίσχυε σε κάθε περίπτωση έναντι της ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕΠΕΥ και όχι έναντι των αντιδίκων του, πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν, διότι η απουσία αντιρρήσεων του ενάγοντος εντός της παραπάνω προθεσμίας αξιολογήθηκε από την εκκαλουμένη προκειμένου να στηρίξει την κρίση της ως προς το στοιχείο της γνώσης του ενάγοντος για τις επίδικες συναλλαγές που είναι ζήτημα πραγματικό και αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από την απουσία των αντιρρήσεών του εντός της παραπάνω 15μερης προθεσμίας, την οποία...
ο ενάγων γνώριζε λόγω της μακράς ενασχόλησής του με το είδος των ένδικων συναλλαγών". Με βάση τις κρίσεις και τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, στο οικείο (τρίτο) σκέλος του καθώς και με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ως προς κρίσιμα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα α) παντελής έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με το αν μία εκάστη των κρίσιμων χρηματιστηριακών συναλλαγών διενεργήθηκε εν γνώσει του, καθόσον στο αποδεικτικό πόρισμά της αρκείται σε γενικόλογη και αόριστη διατύπωση ότι ο αναιρεσείων έγινε εντολές, μέσω κινητού τηλεφώνου, που δεν καταγράφονταν, β) ενδοιαστικές αιτιολογίες σχετικά με αν το σύνολο των επίμαχων συναλλαγών διενεργήθηκαν μετά σχετικές εντολές και γ) αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι ο αναιρεσείων έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συγχρόνως, όμως, ι) αναφέρει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 50.000 ευρώ, προς αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου του, γεγονός, το οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αποτελεί ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι οι ενέργειές του δεν ήταν σύννομες και ιι) διατυπώνει την παραδοχή ότι η μεταξύ των διαδίκων διένεξη προήλθε λόγω της συναλλαγής με το … πινακίδιο εκτέλεσης.
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατίθενται, καταδεικνύεται ότι διαλαμβάνονται σ' αυτήν, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το αποδεικτικό πόρισμα ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι δεν επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Συγκεκριμένα, από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι όλες οι επίμαχες χρηματιστηριακές συναλλαγές διενεργήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους, στο όνομα και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, σε εκτέλεση των αντίστοιχων εντολών και οδηγιών τούτου, που δόθηκαν τηλεφωνικά, μέσω κινητού τηλεφώνου, χωρίς να έχουν καταγραφεί, κατά την πάγια μεταξύ τους πρακτική, θεμελιωμένη στις στενές οικογενειακές σχέσεις των διαδίκων και της αμοιβαίας μεταξύ τους εμπιστοσύνης, κατά τη διάρκεια της δεκαετούς αγαστής συνεργασίας τους.
Ότι ο αναιρεσείων, έμπειρος στη δραστηριότητα αυτή, δηλαδή στην αγοραπωλησία μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, με συστηματική, σχεδόν καθημερινή ενασχόληση και γνώστης των σχετικών διαδικασιών, ενημερωνόταν, ανά μήνα, για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του και το οικονομικό αποτέλεσμα αυτών, με την αποστολή σ' αυτόν των αντίστοιχων πινακιδίων εκτέλεσης.
Ότι δεν προέβαλε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν του αντίστοιχου πινακιδίου, τις αντιρρήσεις του για τις αντίστοιχες συναλλαγές, που διενεργήθηκαν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως είχε, κατά το νόμο και τη σύμβαση, το δικαίωμα, με συνέπεια να θεωρούνται ως εγκριθείσες απ' αυτόν.
Ότι οι επίμαχες συναλλαγές κατέστησαν ιδιαίτερα ζημιογόνες για τον αναιρεσείοντα, λόγω της πώλησής τους σε τιμές κατά πολύ μικρότερες του τιμήματος αγοράς τους, αρχής γενομένης από τη συναλλαγή, που αφορούσε στις 5.000 μετοχές της ΑΛΦΑ BANK, γεγονός, το οποίο και αποτέλεσε την απαρχή της ρήξης των μέχρι τότε άριστων σχέσεων των διαδίκων.
Ότι, στα πλαίσια της δεκαετούς συνεργασίας τους και στενών φιλικών σχέσεων που συνέδεαν τους ίδιους και τις οικογένειές τους, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 50.000 ευρώ, για την αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου του, το οποίο, για πρώτη φορά, παρουσίαζε μεγάλο χρεωστικό υπόλοιπο, προκειμένου ο τελευταίος να συνεχίσει την ως άνω δραστηριότητα, όπως πράγματι έγινε.
Η κρίση ότι η παραπάνω ενέργεια του πρώτου των αναιρεσιβλήτων συνιστά ομολογία τούτου για τη μη σύννομη συμπεριφορά του προς τον αναιρεσείοντα αποτελεί επιχείρημα του τελευταίου, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, το οποίο δεν συνιστά παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, μη επιδεχόμενη, εντεύθεν, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 713, 714, 914 και 932 του Α.Κ. και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δ., καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Μετά την κατάργηση της παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως απόφασης, ο αναιρετικός έλεγχος, με βάση την ως άνω διάταξη, περιορίζεται στην παραβίαση του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο, που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 498/2019, Α.Π. 169/2019).
Ειδικότερα, εσφαλμένη εφαρμογή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίσει από τις αποδείξεις, που παραδεκτά προσκομίστηκαν, τη δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, υποστηρίζει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κ.λ.π.
και τον οποίο ο διάδικος που τον υπέβαλε, οφείλει να αποδείξει, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό, άλλως, υποπίπτει στην πλημμέλεια του λόγου αυτού. Για την απόδειξη των γεγονότων αυτών, ο δικαστής λαμβάνει υπόψη του, όχι μόνο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζει ο φέρων το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως διάδικος, αλλά και εκείνα, που προσκομίζει ο αντίδικος του ή οι ομόδικοι καθώς και όσα αυτεπαγγέλτως διέταξε το δικαστήριο (όπως αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη).
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει, λοιπόν, ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε, ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος συλλογισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (Α.Π. 847/2013).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 224, 237, 242 παρ.1, 261, 262 παρ.1 και 338 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να επιδιώξει είτε την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε μ' αυτήν, προβάλλοντας με ένσταση νέα πραγματικά περιστατικά, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του δικαιώματος αυτού είτε να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την αλήθεια ή προσθέτοντας στην αμφισβήτηση αυτή και τους λόγους, που δικαιολογούν την αναλήθειά τους.
Η διάκριση μεταξύ απλής ή αιτιολογημένης άρνησης αφενός και ένστασης αφετέρου έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος απόδειξης, καθόσον, στην περίπτωση της άρνησης, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής περιστατικών, ενώ, στην περίπτωση της ένστασης, ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων, που θεμελιώνουν την ένστασή του.
Ο ενάγων υπέχει το βάρος να αρνηθεί τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ένσταση, όχι όμως και τα γεγονότα, που στηρίζουν την αιτιολογία της άρνησης της αγωγής του. Τέλος, η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και έντασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον ο λόγος, που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη, συντρέχει μόνον όταν ο κίνδυνος της αμφιβολίας του δικαστηρίου της ουσίας αφορά στην απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, όχι όμως και την αιτιολογημένη άρνηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, στο πρώτο σκέλος αυτής, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο έκρινε, παρά το νόμο, ότι αυτός είχε το βάρος απόδειξης σχετικά με το ότι οι επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές, που διενεργήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους, επ' ονόματι του, διενεργήθηκαν εν αγνοία του, χωρίς εντολή τούτου ή, σε κάθε περίπτωση, χωρίς την έγκρισή του, ισχυρισμό, τον οποίο δεν απέδειξε, ενώ, το ορθό ήταν ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους, ότι, δηλαδή, προέβησαν στις εν λόγω συναλλαγές εν γνώσει του αναιρεσείοντος και μετά από τις σχετικές εντολές του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών, δηλαδή για την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι οι αναιρεσίβλητοι διενήργησαν τις επίμαχες χρηματιστηριακές συναλλαγές, χωρίς την εντολή ή, σε κάθε περίπτωση, χωρίς την έγκριση τούτου.
Δέχθηκε, δηλαδή, ότι δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και, συνεπώς, το Εφετείο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφέβαλε ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και, ως εκ τούτου, ορθώς, ο αμφίβολος αγωγικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσία.
Εξάλλου, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, αμυνόμενοι κατά της αγωγής, δεν προέβαλαν νέα γεγονότα, παρακωλύοντα οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, αλλά την αρνήθηκαν αιτιολογημένα. Ως εκ τούτου, ορθά κρίθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων - αναιρεσείων έφερε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης των γεγονότων που συγκροτούσαν την ιστορική βάση της αγωγής του και τον κίνδυνο, εντεύθεν, της αμφιβολίας του παραπάνω Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των γεγονότων αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν στήριξε την κρίση του σε μη επιτρεπόμενα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.
Ως 'πράγματα', κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί, που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 247/2012).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, με βάση τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται σ' αυτή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο 'πράγμα', υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δη στο δεύτερο σκέλος τούτου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στη διενέργεια όλων των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών, με βάση τις εντολές και τις οδηγίες του αναιρεσείοντος, χωρίς να υπάρχει πλήρης απόδειξη για τις παραδοχές αυτές και συγκεκριμένα ότι το ως άνω Δικαστήριο αρκέστηκε σε 'δειγματοληπτική' απόδειξη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων έδωσε όλες τις εντολές μέσω κινητού τηλεφώνου χωρίς καταγραφή, αλλά ότι, γενικώς και αορίστως, έδινε εντολές και από το κινητό του τηλέφωνο και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα ως αληθή, χωρίς να έχει υπάρξει πλήρης απόδειξη ως προς αυτά.
Οι αιτιάσεις αυτές, όμως, δεν ιδρύουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο και, συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθούν, πρωτίστως, ως απαράδεκτες, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, για τη θεμελίωσή του, ότι το Εφετείο διαμόρφωσε το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή με βάση μη επιτρεπόμενα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα ή χωρίς να εκθέτει την απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, αλλά, αντίθετα, υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε 'πράγματα', χωρίς να έχει σχηματιστεί πλήρης απόδειξη, πλήττοντας, έτσι, υπό την επίφαση του ως άνω αναιρετικού λόγου, την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του νομίμως παραστάντος στη δίκη αυτή πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Ι. Κ.υ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-1-2018 (1251/97/2018) αίτηση του Γ. Μ. του Π. για αναίρεση της 2633/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ