1250/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Legislator headnote
AI generated1250/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1250 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1250/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ηλία Σαρακενίδη και Κωνσταντίνου Ανυφαντή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Α. του Α., 2) Β. Ξ. του Χ., 3) Δ. Σ. και 4) Κ. Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Σφέτσιου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν η 473/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 118/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.
Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).
Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ’ υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, 1694/2012).
Αν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας (ΚΠολΔ 70), τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δημιουργούν την ακυρότητα και αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011).
2. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το Μονομελές Εφετείο Λαρίσης δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες είχαν προσληφθεί την 15-11-2007 (η 1η), την 12-7-2004 (η 2η), την 31-5-2001 (η 3η) και την 15-11-2007 (η 4η) από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αστική εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτήν ως νοσηλεύτριες ΤΕ η 1η και η 4η και ως ψυχολόγοι η 2η και η 3η, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις μονάδες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης χρόνιων ψυχωτικών εξερχόμενων από ψυχιατρεία, η λειτουργία των οποίων τελεί υπό την ευθύνη της, σύμφωνα με την 40055/6-12-2001 εγκριτική απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στα πλαίσια εξυπηρέτησης του σκοπού της, συνιστάμενου στη φροντίδα του χρόνιου ψυχικά ασθενούς με χρηματοδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ότι οι συμβάσεις των ανωτέρω καταγγέλθηκαν από την εναγομένη την 18-2-2014 (της 1ης), την 12-2-2014 (της 2ης), την 23-1-2014 (της 3ης) και την 1-4-2014 (της 4ης), με την καταβολή σ’ αυτές της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι από τα αναλυτικά οικονομικά στοιχεία που επικαλέσθηκε η εναγομένη (και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση) δεν προέκυψαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι που επέβαλλαν την απόλυση μέρους από το προσωπικό που αυτή απασχολούσε.
Ότι, αντιθέτως, η χρηματοδότηση της εναγομένης και η αντίστοιχη οικονομική επιφάνεια αυτής, εν μέσω οικονομικής κρίσης, εμφανίζεται επαρκής και δυνάμενη να υποστηρίξει τη λειτουργία των δομών της με το υπάρχον προσωπικό. Ότι στο .../20-2-2014 έγγραφο της εναγόμενης προς την εποπτεύουσα Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, με θέμα "πληθυσμός εργαζόμενων στις δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης", δεν γίνεται καμία αναφορά σε οικονομική αδυναμία κάλυψης των θέσεων των εργαζόμενων στις δομές της, αλλά διατυπώνεται το ερώτημα εάν ο αριθμός του προσωπικού θα πρέπει να ορίζεται με βάση την άδεια λειτουργίας (172 θέσεις) ή με βάση το συντελεστή 1,2 που αναφέρεται στο .../8-7-2013 έγγραφο της ανωτέρω Διεύθυνσης, με την επισήμανση ότι με βάση το συντελεστή αυτό θα έπρεπε να προστεθούν και άλλοι δέκα εργαζόμενοι, για τις δομές 12 και 13 (ήτοι για το Διαμέρισμα … και το Κέντρο Ημέρας).
Ότι στην τελευταία στήλη του πίνακα, που απεικονίζει τον αριθμό του προσωπικού της εναγόμενης, ο αριθμός του υπάρχοντος κατά το χρόνο εκείνο (20-2-2014) προσωπικού αυτής υπολείπεται τόσο του αριθμού των εργαζόμενων, που καθορίζεται με βάση την άδεια λειτουργίας της, όσο και του αριθμού που προκύπτει σύμφωνα με τον ανωτέρω συντελεστή.
Ότι σε κάθε περίπτωση ουδόλως προέκυψε ότι η εναγομένη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις επελθούσες μεταβολές στη χρηματοδότησή της, επιχείρησε τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων σε σύγκριση με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, όπως τη μείωση των αποδοχών τους ή άλλων παροχών της προς αυτές ή την εσωτερική ανακατανομή τους σε υπηρεσίες που δεν είχαν επαρκή στελέχωση.
Ότι ακόμη και αν ήθελαν υποτεθεί αληθινοί οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί του ότι α) είχαν εκδηλωθεί φαινόμενα ομαδοποίησης των εργαζόμενων στις δομές της, με υπεύθυνη για αυτά την πρώτη από τις ενάγουσες, β) είχαν διαπιστωθεί ελλείψεις στο ψυχολογικό και θεραπευτικό έργο της δεύτερης και τρίτης από τις ενάγουσες, συνιστάμενες στην αδυναμία διαχείρισης της συμπεριφοράς κάποιων ασθενών και σύνταξης με επιστημονικό τρόπο πλήρους και αναλυτικού ιστορικού αυτών ή υποβολής προτάσεων για ατομικό ή ομαδικό θεραπευτικό έργο και γ) είχαν παραβιασθεί κατ’ επανάληψη οι οδηγίες του προέδρου (ορθόν:
γενικού γραμματέα) του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης ως προς την εκπλήρωση των καθηκόντων των εναγουσών, αυτή (η εναγόμενη εταιρία) δεν αντέδρασε κατ’ αρχήν ελεγκτικά, είτε δια των οργάνων της είτε με αναφορά στην εποπτεύουσα αρχή ή με την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος των εναγουσών, αλλά, αντιθέτως, προχώρησε άμεσα στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί του ότι η καταγγελία των συμβάσεων οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους και σε αδιαφορία των εναγουσών ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους είναι αβάσιμοι. Και ότι ως εκ τούτου η εναγόμενη ενήργησε καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας, ήτοι καταχρηστικά, με συνέπεια οι καταγγελίες να είναι άκυρες και η εναγόμενη, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες των εναγουσών, να έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη και να οφείλει νομιμοτόκως τους μισθούς που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από την επομένη της άκυρης καταγγελίας για την κάθε ενάγουσα μέχρι την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής.
Γι’ αυτό εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη και, δικάζοντας εκ νέου, την έκανε εν μέρει δεκτή.
4. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που διέπουν τη λειτουργία του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.1), αφού εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε σ’ αυτές και, μάλιστα, στο άρθρο 281 ΑΚ, ενώ, περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας των ενδίκων καταγγελιών.
Ειδικότερα, στήριξε την κρίση του στο ότι, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του, η εναγομένη δεν απέδειξε τους αρνητικούς ισχυρισμούς της περί του ότι ενήργησε αφ’ ενός για οικονομοτεχνικούς λόγους και αφ’ ετέρου λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως των εκ της συμβάσεως υποχρεώσεων των εναγουσών, αλλά δεν ασχολήθηκε καθόλου με τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, στα οποία οι ενάγουσες επιχείρησαν να στηρίξουν την κατάχρηση και τα οποία μόνο, εάν ήθελαν αποδειχθεί, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ακυρότητα των καταγγελιών τους.
Συγκεκριμένα, δεν διέλαβε παραδοχές ως προς τους ισχυρισμούς: α) Της η 1ης ενάγουσας, περί του ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εμπάθειας του προέδρου του ΔΣ της εναγομένης, συνιστάμενους στο ότι απέκρουσε την επίμονη και ιδιαιτέρως "φιλική" στάση που εκείνος επιδείκνυε προς αυτήν, συνισταμένη σε μη αρμόζουσες για εργασιακό χώρο φιλοφρονήσεις ως προς την εμφάνισή της και σε προσκλήσεις να μετακινηθεί ως διοικητικός υπάλληλος στην έδρα της εναγομένης, προκειμένου να εργάζεται μαζί του στον ίδιο χώρο.
β) Της 2ης ενάγουσας, περί του ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εμπάθειας του ιδίου προσώπου, διότι αυτή [δήθεν] διαχειρίστηκε με εσφαλμένο τρόπο την παροδική "εξαφάνιση" του ασθενούς Θ. Ζ., την 9-2-2014, γεγονός που τον οδήγησε σε άδικα και υποτιμητικά σχόλια σε βάρος της, τα οποία αυτή απέκρουσε και με τον τρόπο αυτό προκάλεσε την οργή του.
γ) Της 3ης ενάγουσας, περί ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εμπάθειας του ιδίου προσώπου, διότι την 23-1-2014, όταν αυτός κατηγόρησε άδικα τους συναδέλφους της για ανικανότητα και ανεπάρκεια, αυτή αντέδρασε και τους υπερασπίστηκε. Και δ) της 4ης ενάγουσας, περί του ότι η καταγγελία έγινε για να ικανοποιηθεί η δυσαρέσκεια της κόρης του προέδρου του ΔΣ και συναδέλφου της για το περιστατικό της [δήθεν] εκ προθέσεως μη ενημέρωσής της σχετικά με συνάντηση προσωπικού, που η εν λόγω ενάγουσα είχε οργανώσει την 31-3-2014.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων αποβαίνει περιττή. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττημένων αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 118/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά της έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ