Legislator Case Law & Legislation
1250/2017 AI generated

1250/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1250/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1250/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 6-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ως προς τους τέταρτη έως και εικοστό πρώτο των αναιρεσιβλήτων και β) να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προς τους πρώτο έως και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Keywords

AI generated
agricultural prices common organisation of agricultural markets agricultural direct payments agricultural credit common flat-rate scheme for farmers aid in the agricultural sector
AI generated
1674/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
128/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
124/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
1415/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
395/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1250 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1250/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην με την επωνυμία "... ... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου - Αλμπανίδου.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ..., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Κ., κατοίκου ..., 3) Α. Α., κατοίκου ..., 4) Δ. Ε., κατοίκου ..., 5) Π. Μ., κατοίκου ..., 6) Α. Μ., κατοίκου ..., 7) Ν. Λ., κατοίκου ..., 8) Α. Α., κατοίκου ..., 9) Θ. Μ., κατοίκου ..., 10) Μ. Μ., κατοίκου ..., 11) Α. Ρ., κατοίκου ..., 12) Β. Α., κατοίκου ..., 13) Χ. Δ., κατοίκου ..., 14) Π. Κ., κατοίκου ..., 15) Π. Α., κατοίκου ..., 16) Ι. Χ., κατοίκου ..., 17) Σ. Τ., κατοίκου ..., 18) Μ. Μ., κατοίκου ..., 19) Ν. Κ., κατοίκου ..., 20) Κ. Κ., κατοίκου ... και 21) Ζ. Ο., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-11-2007 και 14-11-2007 ανακοπές των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 426/2014 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 6-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ως προς τους τέταρτη έως και εικοστό πρώτο των αναιρεσιβλήτων και β) να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προς τους πρώτο έως και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις .../21-7-2016 και .../25-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης Π. Ν. Ζ., τις .../27-7-2016, .../28-11-2016 και .../24-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας Μ. Β. Γ., τις ...-8-2016 και .../2-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Θ. Χ. Τ. προς τον Σ. Σ., ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των 4ης, 6ου, 7ου, 8ου, 9ης, 10ης, 13ου, 16ου και 20ης των καθών, τις ...-7-2016, ... και ...-7-2016, ...-7-2016, .../29-7-2016, ...12-2016, ... και .../2-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Θ. Χ. Τ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και της από 15-11-2016 κλήσεως για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και δεν εμφανίσθηκαν αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήσαν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Αντιθέτως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τετάρτης έως και εικοστού πρώτου των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον έναντι αυτών η αναιρεσείουσα δεν ηττήθηκε, δεδομένου ότι με την 49/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου η από 12-11-2007 ανακοπή των αναιρεσίβλητων απορρίφθηκε στο σύνολό της και με την προσβαλλόμενη 426/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών η κατ’ αυτής έφεση των εκκαλούντων - ανακοπτόντων έγινε δεκτή μόνο ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο τούτων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 και 978 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζουν η μεν πρώτη ότι τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση πρέπει να κατατεθούν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, η δε δεύτερη ότι απαιτήσεις που εξαρτώνται από αίρεση ή αμφίβολες κατατάσσονται τυχαίως, προκύπτει ότι η μη κατάθεση ή η εκπρόθεσμη κατάθεση των εγγράφων που αποδεικνύουν την απαίτηση και το προνόμιό της δεν επάγεται έκπτωση από του δικαιώματος της κατατάξεως, αλλά ως μόνη συνέπεια έχει την, κατά το άρθρο 151 ΚΠολΔ, έκπτωση από το δικονομικό δικαίωμα της αποδείξεως της απαιτήσεως προς οριστική κατάταξή της στον πίνακα, κατά την τάξη του προνομίου που έχει.

Οι "αμφίβολες" απαιτήσεις κατατάσσονται τυχαίως, υπό την έννοια ότι θα καταταγούν οριστικώς και κατά την τάξη του προνομίου τους αν και όταν, κατά τη διαδικασία που ανοίγεται με την άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα, αποδειχθεί το υποστατό αυτών και του προνομίου τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 περ.

β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων και περιγραφή της απαιτήσεως του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι η παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξεως συνεπάγεται ακυρότητα αν η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δε μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της εκτελέσεως, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαιτήσεως που αναγγέλλεται και του προνομίου της.

Ενόψει όμως του χαρακτήρα της αναγγελίας ως πρώτης πράξεως της διαδικασίας της κατατάξεως και του γεγονότος ότι ήδη ο νόμος δεν απαιτεί "ακριβή" περιγραφή της απαιτήσεως, για το κύρος της αναγγελίας αρκεί η περιγραφή της απαιτήσεως και του προνομίου της να είναι τέτοια ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στον καθού η εκτέλεση και στους άλλους αναγγελθέντες δανειστές, ο μεν πρώτος να προβεί στη σύγκριση και κατάταξή της στον πίνακα κατά την τάξη και τη σειρά του προνομίου της, οι δε άλλοι να αμυνθούν με την αμφισβήτηση είτε της απαιτήσεως είτε του προνομίου της.

Εξάλλου, η ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει όλα τα από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητα και το κύρος εισαγωγικού δικογράφου στοιχεία, ειδικότερα δε ακριβέστερη περιγραφή της απαιτήσεως της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, αναφορά δηλαδή των πραγματικών περιστατικών τα οποία κατά το νόμο θεμελιώνουν την απαίτηση και το προνόμιό της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 12-11-2007 ανακοπή, οι ανακόπτοντες και ήδη πρώτος, δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, (κατά των οποίων μόνο στρέφεται η από 14-11-2007 ανακοπή της αναιρεσείουσας), με πληρότητα και σαφήνεια εκθέτουν σ’ αυτήν τα θεμελιούντα, κατά τα ανωτέρω, τις αναγγελθείσες απαιτήσεις τους και το προνόμιό τους πραγματικά περιστατικά.

Ειδικότερα, με την ένδικη από 12-11-2007 ανακοπή εκθέτουν ότι είναι αγρότες και ότι κατά της οφειλέτιδας εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "... SA", εναντίον της οποίας επισπεύσθηκε ο χωριστός πλειστηριασμός των κινητών πραγμάτων που αποτελούσαν τη μονάδα παραγωγής της βιομηχανικής επιχείρησης της καθής η εκτέλεση (οφειλέτιδας εταιρείας), που έγινε στις 26-9-2007, έχουν απαίτηση ο πρώτος ποσού 19.037,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-8-2005, ο δεύτερος ποσού 11.201,86 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-8-2005 και ο τρίτος αγροτικός συνεταιρισμός ποσού 121.386,98 ευρώ συνολικά, με το νόμιμο τόκο από 1-4-2005, από 1-5-2005 και από 1-6-2005, όπως για το κάθε επιμέρους ποσό αναφέρεται στην ανακοπή, οι απαιτήσεις δε αυτές προέρχονται από τίμημα συμβάσεων πωλήσεως αγροτικών προϊόντων, οι οποίες επιδικάστηκαν με την υπ’ .../2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία κατέστη ήδη τελεσίδικη.

Περαιτέρω, αμφισβητώντας το ειδικό προνόμιο της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, η οποία επίσης αναγγέλθηκε και κατατάχθηκε ως προσημειούχος ενυπόθηκη δανείστρια, ζητούν, επικαλούμενοι τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους, τη μεταρρύθμιση του υπ’ αριθμ. .../29-10-2007 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αιγίου Μ.

Γ. και την κατάταξη των απαιτήσεών τους στο ποσό για το οποίο κατετάγη η αναιρεσείουσα Τράπεζα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό της ανακοπής, αναφέρονται σ’ αυτή, κατά τρόπο επαρκή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνονται οι επικαλούμενες απαιτήσεις των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων και το πιο πάνω προνόμιο τούτων και δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται σ’ αυτήν ο χρόνος καταβολής του πλειστηριάσματος, που αφορά στον προηγηθέντα χωριστό πλειστηριασμό του βιομηχανικού κτηρίου, στο οποίο ήσαν τοποθετημένα τα εκπλειστηριασθέντα κινητά πράγματα, επί του πλειστηριάσματος των οποίων έγινε η κατάταξη με τον ανακοπτόμενο πίνακα (πρβλ ΑΠ 338/1998).

Το Εφετείο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε το λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως ως προς το ζήτημα τούτο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι έπρεπε να απορρίψει την ανακοπή τούτων ως αόριστη, επειδή δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, εάν και πότε έγινε η καταβολή του πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε στον προηγηθέντα πλειστηριασμό του εργοστασίου της κοινής οφειλέτιδας, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 17 του Ν. 2298/1995, στην τέταρτη τάξη των γενικών προνομίων, κατατάσσονται κατά τη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος, οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερεις (24) μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, δηλαδή αρκεί να γεννήθηκαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, έστω και αν κατέστησαν αργότερα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, όπως συμβαίνει όταν το τίμημα πιστώθηκε, ενώ αντίθετα δεν καλύπτονται απαιτήσεις που βεβαιώθηκαν δικαστικά μέσα στο ως άνω διάστημα, έχοντας όμως γεννηθεί σε προηγούμενο χρόνο.

Η ημέρα έτσι του πλειστηριασμού ορίζεται τόσο με την παραπάνω διάταξη, όσο και με τις περισσότερες από τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ ως το σταθερό χρονικό σημείο για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος στο οποίο εμπίπτουν κάθε φορά οι καλυπτόμενες από το αντίστοιχο προνόμιο απαιτήσεις.

Ωστόσο, στο νόμο δεν διευκρινίζεται, αν για τον αναδρομικό αυτό προσδιορισμό αποτελεί βάση η ημέρα του πλειστηριασμού, που αρχικά ορίστηκε, ή η ημέρα που ο πλειστηριασμός πράγματι διενεργήθηκε, αφού είναι ενδεχόμενο ο πλειστηριασμός να ματαιωθεί ή να αναβληθεί κατά την αρχική ημέρα διεξαγωγής του. Με αφετηρία τον κεντρικό σκοπό του νόμου, που είναι να ικανοποιούνται προνομιακά απαιτήσεις αυξημένης κοινωνικής σημασίας και από αυτές οι χρονικά εγγύτερες προς τον πλειστηριασμό, ως ημέρα του πλειστηριασμού, για τον αναδρομικό προσδιορισμό του κρισίμου, κάθε φορά, χρονικού διαστήματος, νοείται η ημέρα που αυτός τελικώς διενεργήθηκε και όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για την διεξαγωγή του, εκτός εάν ρητά ορίζεται η ημέρα αυτή.

Αυτό ισχύει κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή έμμεσα τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, διευρύνθηκε με το άρθρο 6 παρ. 16 του Ν. 2497/1997 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του Ν. 3994/2011, για μέρος των απαιτήσεων της τρίτης τάξης των γενικών προνομίων. Ανάλογη εφαρμογή της ως άνω διάταξης στις λοιπές περιπτώσεις των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ δεν είναι δυνατή, αφού πρόκειται για ανόμοιες περιπτώσεις, ενώ και το σύνολο των ρυθμίσεων των γενικών προνομίων αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο, που κατ’ αρχήν πρέπει να ερμηνεύεται στενά.

Μάλιστα ρητή αναφορά στην ημέρα διεξαγωγής και όχι σ’ αυτή του αρχικού προσδιορισμού του πλειστηριασμού γίνεται με την ερμηνευτική διάταξη που προστέθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3483/2006, ως τρίτο εδάφιο στην παρ. 1 του αρθρ. 61 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), σύμφωνα με την οποία ως ημέρα του πλειστηριασμού για την κατάταξη όλων των μέχρι την ημέρα αυτή ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, θεωρείται η ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίστηκε αρχικά.

Βέβαια, με κρίσιμο χρόνο, για την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων την ημέρα διεξαγωγής τελικά του πλειστηριασμού, ενδέχεται να επιδιωχθεί σκόπιμα η ματαίωση ή η αναβολή του αρχικού πλειστηριασμού, προκειμένου όλοι ή ορισμένοι από τους δανειστές με προνομιακές απαιτήσεις να απωλέσουν το αντίστοιχο προνόμιο των απαιτήσεών τους.

Ο κίνδυνος όμως αυτός αντισταθμίζεται από τον αντίθετο κίνδυνο να αποκλεισθούν από την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεών τους όσοι κατέστησαν δανειστές κατά το διάστημα μεταξύ της αρχικής και της τελικής ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού, εάν γίνει δεκτή η άποψη ότι ως ημέρα του πλειστηριασμού ισχύει στην τέταρτη τάξη και στις λοιπές όμοια μ’ αυτή ρυθμιζόμενες τάξεις των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ, η ημέρα του αρχικού προσδιορισμού του πλειστηριασμού.

Έτσι όμως θα έχουν αποκλεισθεί, χωρίς ουσιαστική δικαιολογία, από την προνομιακή κατάταξη δανειστές, οι οποίοι αγνοώντας το προνόμιο προηγούμενων δανειστών, (αφού τα γενικά προνόμια είναι αφανή), συνεβλήθησαν με τον οφειλέτη, υπολογίζοντας στην προνομιακή κατάταξη των δικών τους απαιτήσεων. Ούτε βέβαια μπορεί να υποστηριχθεί ότι θα ικανοποιηθούν προνομιακά όλοι οι δανειστές του καθού η εκτέλεση με αφετηρία την αρχικά ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού και μέχρι τη διεξαγωγή του, αφού μια τέτοια άποψη, η οποία χωρίς νόμιμο λόγο διευρύνει υπέρμετρα το εύρος των γενικών προνομίων, μπορεί ίσως να υποστηριχθεί μόνο για τα προνόμια της τρίτης τάξης, για τα οποία όμως ρητά ορίζεται ως κρίσιμη η ημέρα του πρώτου πλειστηριασμού.

Εξάλλου, θέμα προνομίων εμφανίζεται κατά τον χρόνο της διανομής του πλειστηριάσματος, ενώ μέχρι τότε το προνόμιο αδρανεί και η απαίτηση, ιδιότητα της οποίας τούτο αποτελεί, απλή προσδοκία ικανοποιήσεώς της έχει. Πράγματι η ενοικούσα στην απαίτηση ιδιότητα του προνομίου δεν δημιουργεί έννομη συνέπεια, παρά μόνο κατά τη σύγκρισή της με άλλες απαιτήσεις, δηλαδή κατά το χρόνο της κατατάξεως, προς τον οποίο πλησιάζει ο χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού.

Άλλωστε και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στο χρόνο της διενέργειας του πλειστηριασμού, του οποίου διανέμεται το πλειστηρίασμα, με αφετηρία όμως την σκέψη ότι "αν ελαμβάνετο η ημέρα της κατασχέσεως δεν θα υπήρχε σταθερόν σημείον ως εκ του συνήθως μεσολαβούντος ικανού χρονικού διαστήματος, από της κατασχέσεως και μέχρι του πλειστηριασμού" (Ολομ.

ΑΠ 12/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο καθού η ανακοπή Β. Κ., αγρότης στο επάγγελμα, στις 30-6-2005 πώλησε και παρέδωσε στην καθής η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία ...

με το διακριτικό τίτλο "... SA" ... καρπούζια διαφόρων ειδών. ... Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός μηνός από την έκδοση του τιμολογίου. Για την πώληση αυτή εκδόθηκε το ...6-2005 τιμολόγιο της καθής η εκτέλεση αξίας ... 19.037,82 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 31-7-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-8-2005.

Ο καθού η ανακοπή Α. Α., αγρότης στο επάγγελμα, στις 30-6-2005 πώλησε και παρέδωσε στην ίδια ανωτέρω καθής η εκτέλεση εταιρεία ... καρπούζια διαφόρων ειδών. ... Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός μηνός από την έκδοση του τιμολογίου. Για την πώληση αυτή εκδόθηκε το ...6-2005 τιμολόγιο της ανωτέρω καθής αξίας ... 11.201,86 ευρώ.

Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 31-7-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-8-2005. Ο καθού η ανακοπή Αγροτικός συνεταιρισμός, πώλησε και παρέδωσε επίσης στην ανωτέρω καθής η εκτέλεση ... με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως πορτοκάλια διαφόρων ποικιλιών των μελών αγροτών του. ... Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός μηνός από την έκδοση του κάθε τιμολογίου.

Για τις πωλήσεις αυτές εκδόθηκαν: α) το .../28-2-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 13.335 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 31-3-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-4-2005. ... β) το .../28-2-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 14.240 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 31-3-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-4-2005. ...

γ) το .../28-2-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 11.718,18 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 31-3-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-4-2005. ... δ) το .../31-3-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 14.262,70 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 30-4-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-5-2005. ...

ε) το .../31-3-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 14.229,80 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 30-4-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-5-2005. ... στ) το .../31-3-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 14.432,89 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 30-4-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-5-2005. ...

ζ) το .../31-3-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 13.126,59 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 30-4-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-5-2005. ... η) το .../31-3-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 13.217,31 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 30-4-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-5-2005. ...

θ) το .../31-3-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 6.948,20 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 30-4-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-5-2005. ... ι) το .../30-4-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 10.195,90 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 31-5-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-6-2005.

και ια) το .../30-4-2005 τιμολόγιο του ανωτέρω συνεταιρισμού αξίας ... 10.113,30 ευρώ. Έτσι το τίμημα ... έπρεπε να καταβληθεί στις 31-5-2005, πλην όμως δεν καταβλήθηκε και κατέστη απαιτητό την 1-6-2005. Οι ανωτέρω απαιτήσεις είναι απαιτήσεις αγροτών και αγροτικού συνεταιρισμού από πώληση αγροτικών προϊόντων των ιδίων και των μελών αγροτών του τελευταίου.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το πρώτον ορίστηκε ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού των ... εκπλειστηριασθέντων κινητών πραγμάτων με την ...-7-2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Π. Λ. η 15-11-2006, οπότε ματαιώθηκε λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών. Τελικά δε μετά από αναβολές διενεργήθηκε στις 26-9-2007.

Έτσι, εφόσον το προαναφερθέν τίμημα των πωλήσεων κατέστη απαιτητό κατά τους προαναφερθέντες χρόνους (σημειώνεται ότι οι παραδοχές της εκκαλουμένης δεν πλήττονται ως προς το ύψος των απαιτήσεων κατά χρόνο κατά τον οποίο κατέστησαν απαιτητές), οι απαιτήσεις των καθών η ανακοπή της ανακόπτουσας Τράπεζας προέκυψαν κατά τους τελευταίους 24 μήνες πριν από την ημέρα του αρχικώς ορισθέντος πλειστηριασμού (15-11-2006), δεδομένου ότι για την προνομιακή κατάταξη των ένδικων απαιτήσεων δεν ενδιαφέρει ο χρόνος σύναψης των συμβάσεων πώλησης αλλά ο χρόνος που κατέστη απαιτητό το τίμημα ...

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω οι παραπάνω απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ. Ορθά δε η υπάλληλος του πλειστηριασμού δέχτηκε το προνόμιο και κατέταξε τους καθών ως γενικούς προνομιούχους εκ του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ πιστωτές οριστικά και συμμέτρως με τους άλλους ανακόπτοντες της από 12-11-2007 ανακοπής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν έχουν το προνόμιο του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ, επειδή έκρινε ότι δεν προέκυψαν εντός 24 μηνών από την ημέρα του πλειστηριασμού, θεωρώντας ως ημέρα του πλειστηριασμού όχι εκείνη που ορίστηκε το πρώτον (15-11-2006), αλλά εκείνη κατά την οποία τελικά διενεργήθηκε (26-9-2007), και στη συνέχεια δέχτηκε ως βάσιμο ...

τον τρίτο λόγο της από 14-11-2007 ανακοπής, ... εσφαλμένα εφάρμοσε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως των τριών πρώτων ανακοπτόντων και ήδη τριών πρώτων αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο αυτό απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ημέρα του πλειστηριασμού για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος, στο οποίο πρέπει να εμπίπτουν οι απαιτήσεις των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, για να καλύπτονται από το αντίστοιχο προνόμιο, θεωρείται όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για τον πλειστηριασμό, αλλά η ημέρα που αυτός όντως διενεργήθηκε, οπότε όμως, με αφετηρία την ημέρα αυτή, που είναι η 26-9-2007, οι απαιτήσεις τούτων δεν εμπίπτουν στην αμέσως προηγούμενη διετία, δηλαδή στο διάστημα από 26-9-2005 έως 26-9-2007, ώστε να καλύπτονται από το ως άνω προνόμιο και να συντρέχουν κατά το 1/3 με τις απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, ως προσημειούχου ενυπόθηκης δανείστριας.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή σ’ αυτήν του οικείου παραβόλου, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Θέμα δικαστικής δαπάνης για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους δεν τίθεται, εφόσον αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Ιουνίου 2015 αίτηση της Τράπεζας "... A.E." για αναίρεση της 426/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τετάρτης έως και εικοστού πρώτου των καθών.

Αναιρεί εν μέρει ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων και για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την ως άνω απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας και τα ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ