Legislator Case Law & Legislation
1250/2016 AI generated

1250/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1250/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1250/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δε ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο δικαστήριο και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται και επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ. 1, 2, 3 του ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη επί πλημμελημάτων.

Keywords

AI generated
extortion of excessive official fees administrative tax evasion administrative sanction withdrawal of debt enforcement income ceiling deductions and refunds
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1250 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1250/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Γ. του Δ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αβραμόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ 9123/2015, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 2 Νοεμβρίου 2015, αίτηση αναιρέσεως και στους από 26 Απριλίου 2015 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1343/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 508/2015 από 2-11-2015 δήλωση αναιρέσεως και οι από 26-4-2016 πρόσθετοι αυτής λόγοι, που η πρώτη επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 2-11-2015 (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ) και οι δεύτεροι κατετέθησαν στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 26-4-2016 κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ), για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9123/2015 καταδικαστικής αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο την 1-12-2015, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

Από τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1, 2, 170 παρ.1, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ.4 του ΚΠΔ, συνάγεται, ότι μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή, ενώ η σχετική αυτή ακυρότητα επιδόσεως μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.

Αν δε ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο δικαστήριο και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται και επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ. 1, 2, 3 του ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη επί πλημμελημάτων.

Όμως αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η άνω αναστολή της παραγραφής. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340, 343 και 349 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως, αν όμως η επίδοση της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής.

Εφ’ όσον όμως κατ’ αυτήν δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και καταδικάστηκε ερήμην, μπορεί να προταθεί στο εφετείο, με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής είναι άκυρη, διότι έγινε σε διαφορετική διεύθυνση από εκείνη που ο κατηγορούμενος, πραγματικά διέμενε και αυτή η διαμονή ήταν γνωστή στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή.

Το εφετείο, αν κρίνει εμπρόθεσμη και παραδεκτή την έφεση, οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση ως άνω λόγο ακυρότητας της γενόμενης ερήμην του διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αξιολογώντας τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα και τον μάρτυρα που τυχόν εξετάστηκε και αυτά που κατέθεσε ο εκκαλών κατηγορούμενος και αν είναι βάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός περί γνωστής διαμονής του, να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως (άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠΔ-ΑΠ 1478/2013).

Περαιτέρω, ως άγνωστης διαμονής πρόσωπο θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή.

Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση.

Κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων αυτών του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ’ αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 ΚΠοινΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός, ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την εις βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που θεσπίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), περιεχόμενο της οποίας είναι η διασφάλιση της ακώλυτης προσβάσεως στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακροάσεως.

Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ’ αυτήν και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή, που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο, τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αγνώστου διαμονής από μόνο το γεγονός, ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή στη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε.

Συνακόλουθα, εφ’ όσον ο κατηγορούμενος προβάλει τον ισχυρισμό, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως του προς επίδοση εγγράφου ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε και, ως εκ τούτου, η επίδοση του εγγράφου ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ’ ουσίαν τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.), από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εγγράφου, εν όψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των εις βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος, για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διευθύνσεως κατοικίας τους, διαφορετικά, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΟλΑΠ 2/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ’ αριθμ. εκθ. 2779/8-7-2015 εφέσεώς του κατά της υπ’ αριθμ. 30800/20-10-2010, ερήμην του εκδοθείσης, αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση και επί της οποίας (εφέσεως) εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 9123/2015 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε, εκτός άλλων, ως λόγο εφέσεως και το ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να δικασθεί ως υπαίτιος της αποδιδομένης σ’ αυτόν ως άνω αξιοποίνου πράξεως, ήταν άκυρη, καθώς κακώς κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, αφού η διεύθυνση της κατοικίας του, επί της οδού ...

στην περιοχή ... Θεσσαλονίκης, ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Κατά την συζήτηση δε στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, όπως από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ο συνήγορος του απόντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσε, επανέλαβε τον ανωτέρω ισχυρισμό του - λόγο εφέσεως και προέβαλε, κατ’ εκτίμηση, ότι ένεκα της τοιαύτης επικαλουμένης ακύρου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν επήλθε αναστολή της παραγραφής των τελεσθεισών εξακολουθητικών αξιοποίνων πράξεων της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που του αποδίδονταν, με συνέπεια κατά τον χρόνο της κατ’ έφεσιν συζητήσεως της υποθέσεως (την 29-9-2015), να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτών με παραγραφή.

Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, απέρριψε τον λόγο αυτόν εφέσεως ως αβάσιμο, με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Ο εκκαλών- κατηγορούμενος με την 30800/2010 απόφαση του Δ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε ερήμην ως αγνώστου διαμονής και κηρύχθηκε ένοχος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρ. 25 Ν. 1882/1990) που φέρεται ότι τελέστηκε στο διάστημα από 31-3-2008 έως 29-8-2008. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 8-7-2015 έφεση, με την οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής έκθεσης, εκτός από το λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρότεινε και ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γιατί του κοινοποιήθηκαν σαν να ήταν άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός διέμενε σε γνωστή διεύθυνση, την οποία προσδιορίζει, όπου και έπρεπε να γίνει η επίδοση για να είναι έγκυρη και ειδικότερα αναζητήθηκε στην Θεσσαλονίκη στην οδό ..., παρότι αυτός είχε γνωστή διαμονή στο ...

Θεσσαλονίκης, στην οδό .... Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον η γενόμενη προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής δεν εχώρησε ακύρως και τούτο διότι: Όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από το υπό ημερομηνία 20 Αυγούστου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Ε.

Π., ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στη διεύθυνση ... στη Θεσσαλονίκη, η οποία σημειώνεται ως διεύθυνση κατοικίας του κατηγορούμενου στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/12-3-2005 αίτηση ποινικής δίωξης της Δ.Θ.Υ. Η’ Θεσσαλονίκης προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επειδή δεν βρέθηκε σ’ αυτή και ήταν ήδη άγνωστης διαμονής η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 156 του ΚΠΔ.

Η ανωτέρω διεύθυνση (...), άλλωστε σύμφωνα με το αρχικό καταστατικό της εταιρίας στην οποία ο κατηγορούμενος διετέλεσε διαχειριστής (υπ’ αριθμ. .../28-4-1998 συμβολαιογραφική πράξη) αποτελούσε την κατοικία του τελευταίου. Η διεύθυνση ... στο ... Θεσσαλονίκης που επικαλείται ως γνωστή διαμονή του ο κατηγορούμενος δεν προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού τα έγγραφα στα οποία επιχειρεί να στηρίξει τον ισχυρισμό του ο κατηγορούμενος και κυρίως η υπ’ αριθμ. 680/21-4-2008 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 25566/5-12-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προσκομίστηκαν το πρώτον κατά την εκδίκαση της αίτησης αναστολής εκτέλεσης της απόφασης κατ’ άρθρο 472 ΚΠΔ, οπότε και ασκήθηκε η ένδικη έφεση.".

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του, την απορριπτική του λόγου αυτού εφέσεως, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατ’ αυτές (παραδοχές του), ως είχε υποχρέωση, δεν βασίσθηκε μόνον στο από 20 Αυγούστου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Ε.

Π., αλλά ερεύνησε κατ’ ουσίαν τον λόγο αυτόν εφέσεως του αναιρεσείοντος, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως σ’ αυτόν του κλητηρίου αυτού θεσπίσματος (την 20-8-2010), η διεύθυνση αυτού δεν ήταν γνωστή στις εισαγγελικές αρχές, ως ούσα εκείνη στην οδό ...

στο ... Θεσσαλονίκης, όπως αυτός προέβαλε με τον ως άνω λόγο εφέσεως, αλλά ήταν άγνωστη, η δε τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν εκείνη στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη, την οποίαν ο ίδιος είχε δηλώσει στην υπ’ αριθμ. .../28-4-1998 συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως της οφειλέτιδος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, της οποίας διετέλεσε διαχειριστής κατά τον επίδικο χρόνο και στην οποίαν (διεύθυνσή του στην οδό ...

στην Θεσσαλονίκη) αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, με συνέπεια η επίδοση του κλητηρίου αυτού θεσπίσματος να γίνει προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής νομίμως, όπως, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, με περαιτέρω συνέπεια εκ τούτων να μη δημιουργείται ακυρότητα της τοιαύτης επιδόσεως (του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος).

Στην απορριπτική δ’ αυτή κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ενυπάρχει αναγκαίως, αφ’ ενός μεν η σιωπηρά απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του εν λόγω αδικήματος λόγω παραγραφής, η οποία επήλθε ένεκα μη αναστολής της, λόγω της ακύρου επιδόσεως του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος και αφ’ ετέρου η εκ τούτου αναγκαίως συναγομένη παραδοχή ότι δεν επήλθε εξάλειψη του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως με παραγραφή.

Η παραδοχή δε της μη ακύρου επιδόσεως του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, καθόλου δεν αντιφάσκει προς εκείνη (παραδοχή), ότι ήταν άκυρη η επίδοση του αποσπάσματος της καταδικαστικής αυτού αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην του, γιατί έγινε ως εάν αυτός ήταν αγνώστου διαμονής, παρότι ήταν γνωστή η διεύθυνση της κατοικίας του στην οδό ...

στο ... Θεσσαλονίκης, και επομένως η υπ’ αυτού ασκηθείσα υπ’ αριθμ. εκθ. 2779/8-7-2015 έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως ήταν εμπρόθεσμη. Και τούτο γιατί οι παραδοχές αυτές αναφέρονται σε διάφορα χρονικά σημεία και δικονομικές πράξεις και ειδικότερα στην μεν τελευταία περίπτωση η παραδοχή αυτή του δικαστηρίου της ουσίας αναφέρεται στον τόπο της κατοικίας του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο επιδόσεως του αποσπάσματος της πρωτοδίκου καταδικαστικής αυτού αποφάσεως, ήτοι την 16-9-2011, ενώ στην πρώτη περίπτωση αναφέρεται στην κατοικία του κατά τον χρόνο επιδόσεως του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, ήτοι την 20-8-2010.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Α’ του ΚΠΔ πρώτος κύριος και πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του περί τούτου ισχυρισμού του και, του συναφούς προς αυτόν, εκείνου για εξάλειψη του αξιοποίνου των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε, λόγω παραγραφής και για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε από την άκυρη, ως ισχυρίζεται, επίδοση του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, οι αυτές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την ένστασή του για ακυρότητα του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, είναι, ενόψει των προαναφερομένων, αβάσιμες και συνεπώς αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο, εκ του άρθρου 510 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν.1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από την μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.

Το άρθρο αυτό (25 του ν.1882/1990) ακολούθως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του ν.2523/1997, με το οποίο αφ’ ενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής.

Εν συνεχεία η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110/17.5.2002) και ακολούθως το άνω άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρ. 34 του ν.3220/2004 (ΦΕΚ Α’ 15/28.1.2004). Μετά την τελευταία αυτή αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία, κατά τον ως κατωτέρω χρόνο καταβολής των επιδίκων χρεών: 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο εισπράξεώς τους, ορισθέντος, ότι είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίσθησαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθησαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: "1.

Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Μετά ακολούθησε ο ν. 3943/2011 με το άρθρο 3 του οποίου αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίσθη ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφ’ όσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Ακολούθως εξεδόθη ο ν.4321/21-3-2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας, με το άρθρο 20 του οποίου η παραγρ. 1 του άρθρου 25 του ν.1882/1990 αντικατεστάθη ως εξής. "1.

Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό "των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ".

β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό "των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Τέλος με το άρθρο 8 ν.4337/17-10-2015 προσετέθη νέο Κεφάλαιο Δέκατο του ν.4174/2013, με το άρθρο 71 παρ. 2 αυτού ορίσθη ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α) και β), αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα.".

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω προκύπτει, ότι μετά την τελευταία αυτή νομοθετική μεταβολή, μόνον η πράξη της μη καταβολής χρεών συνολικού ποσού έως 100.000 ευρώ και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, η οποία έχει τελεσθεί έως την 17-10-2015 από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή για την οποίαν ευθύνονται αυτά, κατέστη ανέγκλητη.

Προκύπτει επίσης, ότι ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος αυτού της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο είναι η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο καταβολής εκάστου χρέους, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφ’ άπαξ και από το χρόνο καταβολής και της τελευταίας δόσης, όταν αυτό είναι καταβλητέο σε δόσεις (ΑΠ 866/2016, ΑΠ 1136/2013).

Περαιτέρω, επειδή οι διατάξεις άρθρου 168 παρ.1 του ΚΠΔ είναι ατελείς, αφού καθορίζουν μόνον πώς γίνεται ο υπολογισμός της προθεσμίας που ορίζεται σε ημέρες και όχι και αυτής που υπολογίζεται σε μήνες, για την κάλυψη του κενού αυτού τυγχάνει αναλόγου εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 145 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "η προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα έναρξης, και αν δεν υπάρχει τέτοια αντιστοιχία, τότε υπολογίζεται η τελευταία ημέρα του μήνα".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, επίσης, αναλόγως, η προθεσμία αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία αυτής (ΑΠ 386/2011).

Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του ν.1882/1990, όπως κατά τα ως άνω αντικατεστάθη με το άρθρο 23 ν. 2523/1977, και ίσχυε κατά τον χρόνο καταβολής των, ως κατωτέρω, επιδίκων χρεών, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων (πλην ιδιωτών), οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου:

α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.

Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. β) Για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους.

Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικό ή μη.

γ) Για συνεταιρισμούς, στους προέδρους ή γραμματείς ή ταμίες ή διαχειριστές αυτών, σωρευτικά ή μη. δ) Για κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές εταιρίες, που ασκούν επιχείρηση, στους εκπροσώπους τους και στα μέλη τους, σωρευτικά ή μη. Για συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες που ασκούν επιχείρηση στους εκπροσώπους τους.

ε) Για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και για κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς στους διευθυντές ή αντιπρόσωπους ή πράκτορες που έχουν στην Ελλάδα, σωρευτικά ή μη. στ) Για νομικά πρόσωπα, εκτός των παραπάνω περιπτώσεων, στους εκπρόσωπους αυτών". Κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητος ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.

Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/08, ΑΠ 553/2015).

Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί επίσης η έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως. Η κατά τις διατάξεις αυτές απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει όταν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στήριξε το δικαστήριο την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 726/2015).

Εξ άλλου, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται από το άρθρο 25 παρ.1 ν. 1882/1990, όπως, κατά τα εκτεθέντα, ήδη ισχύει, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά αιτιολογημένη είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος είτε ήταν πληρωτέο εφάπαξ είτε σε δόσεις 4) το συνολικό ποσό της καταβλητέας ληξιπρόθεσμης οφειλής από κεφάλαιο και λοιπές επιβαρύνσεις.

Όταν δε πρόκειται για χρέη προς Δημόσιο εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, πρέπει να αναφέρεται, ότι το ποινικώς υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο είχε, κατά το άρθρο 25 παρ. 2 εδ. β’ του ν.1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 23 ν.2523/1977 και ίσχυε κατά τον χρόνο καταβολής των χρεών της προκειμένης υποθέσεως, την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας όταν γεννήθηκαν ή ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της σχετικής ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά την διάρκεια που είχε την ιδιότητα αυτή, έστω και αν, κατά το χρόνο της βεβαιώσεως αυτών, δεν είχε πλέον την ιδιότητα αυτή (ΑΠ 866/2016, 509/2015, ΑΠ 1397/2012).

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, αλλά πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με εκπροσωπούμενο από τον συνήγορο υπερασπίσεώς του, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα εξής, επί λέξει: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που δόθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, στις κάτωθι ημεροχρονολογίες και κατά το διάστημα από 31-3-2008 έως 29-8-2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως διαχειριστής της εταιρίας ΕΠΕ με την επωνυμία "...", με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών του προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα στην Η’ Δ.Ο.Υ.

Θεσσαλονίκης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε χρέος του αυτό υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, κατά το συνημμένο στο διατακτικό πίνακα, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού, οι οφειλές αυτές αφορούν σε φόρο εισοδήματος, πρόστιμα ΚΒΣ και μη απόδοση ΦΠΑ και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των τριακοσίων εξήντα ενός χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (361.438,93 ευρώ), τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την άνω ημεροχρονολογία, όπως οι οφειλές αυτές αναφέρονται περαιτέρω αναλυτικά ως προς το ύψος, την αιτία για την οποία οφείλονται και το χρόνο βεβαίωσης τους, στο συνημμένο πίνακα χρεών της Η’ Δ.Ο.Υ.

Θεσσαλονίκης (αριθμ. ειδικού βιβλίου …/2009) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ’ αριθμ. .../12.3.2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ. και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος και αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό. Ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../21- 9-2015 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ζ’ Θεσσαλονίκης, δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε καμία καταβολή, ενώ τα ποσά που περιλαμβάνονται στον επισυναπτόμενο στην αίτηση ποινικής δίωξης πίνακα χρεών παραμένουν αμετάβλητα και ανέρχονται συνολικά σε 361.438,93 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων.". Στην συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, επί λέξει: "Στη Θεσσαλονίκη, στις κάτωθι ημεροχρονολογίες και κατά το διάστημα από 31-3-2008 έως 29-8-2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών του προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών.

Συγκεκριμένα, ως διαχειριστής της εταιρίας Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "...", δεν κατέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η’ Θεσσαλονίκης τα παρακάτω ποσά, το ύψος των οποίων συνολικώς ν’ ανέρχεται σε 361.438,93 ευρώ, ήτοι υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, που αφορούν σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά και που αναλυτικά διαλαμβάνονται στον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών (όπου μνημονεύεται και η αιτία εκάστης οφειλής), αποτελούντα αναπόσπαστο μέρος του παρόντος κατηγορητηρίου Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν.3220/2004 και το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3943/2011, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, παραβίασε.

Ειδικότερα, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι η αρμόδια αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ήταν η Δ.Ο.Υ. Η’ Θεσσαλονίκης, ότι το ύψος και η αιτία εκάστου χρέους είναι τα διαλαμβανόμενα, κατά σαφή και ορισμένο τρόπο, στον αναφερόμενο στο διατακτικό της πίνακα χρεών της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., ότι ο ακριβής χρόνος, που έπρεπε να καταβληθούν τα χρέη, ήταν, για τα μεν πληρωτέα σε δόσεις, η 29-8-2008, για τα δε πληρωτέα εφ’ άπαξ, ήταν η 31-3-2008 και ότι το συνολικό, από κεφάλαιο και λοιπές επιβαρύνσεις, χρέος της εν λόγω καταβλητέας ληξιπρόθεσμης οφειλής, ποσό ήταν 361.438,93 ευρώ.

Ειδικώς δε, καθ’ όσον αφορά τον χρόνο τελέσεως του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, το δικαστήριο δέχθηκε, τόσον στο σκεπτικό όσον και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, ότι ο τελευταίος με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των ανωτέρω ληξιπροθέσμων χρεών του προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που ήσαν πληρωτέα είτε σε δόσεις είτε εφ’ άπαξ.

Εν όψει τούτων και αφού δεν ετίθετο (ούτε και εν προκειμένω τίθεται) θέμα παραγραφής των μερικοτέρων πράξεών του αδικήματος αυτού, δεν απητείτο άλλη αναφορά και ειδικώς της αριθμητικής ημέρας συγκεκριμένου μηνός (ημεροχρονολογίας) τελέσεως του αδικήματος αυτού, αφού με βάση τον, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εκ προκειμένω εφαρμόζονται αναλόγως (ΑΠ 386/2011), προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως του αδικήματος αυτού, χρόνος τελέσεώς τους είναι εκείνος, μετά την συμπλήρωση προθεσμίας τεσσάρων μηνών, η οποία (προθεσμία) αρχίζει, καθ’ όσον αφορά τα χρέη που ήσαν καταβλητέα σε δόσεις, από της επομένης ημέρας καταβολής της τελευταίας δόσεως εκάστου κατά την 29-8-2008, και, καθ’ όσον αφορά εκείνα, που ήσαν καταβλητέα εφ’ άπαξ, από της επομένης ημέρας της εφ’ άπαξ καταβολής τους κατά την 31-3-2008.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε τα βεβαιωμένα, προδήλως υπό την έννοια εκείνων που είχαν ήδη βεβαιωθεί, στην ως άνω Δ.Ο.Υ. ως άνω χρέη, κατά την διάρκεια, που είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της ανωτέρω οφειλέτιδος εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η οποία επομένως, κατά την περί τούτου ανέλεγκτη, ως αναγομένη στην εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίστατο και δεν είχε λυθεί, και ότι ένεκα της ιδιότητός του αυτής και του χρόνου βεβαιώσεώς τους ήταν ποινικώς υπεύθυνος για την καταβολή τους, ορθά επομένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990, ως εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση και διαλαμβάνοντας την απαιτούμενη κατά τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη περί τούτου αιτιολογία.

Επίσης, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι "...οι οφειλές αυτές αναφέρονται περαιτέρω αναλυτικά ως προς το ύψος, την αιτία για την οποία οφείλονται και το χρόνο βεβαίωσης τους, στο συνημμένο πίνακα χρεών της Η’ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης (αριθμ. ειδικού βιβλίου 38/2009) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ’ αριθμ. .../12.3.2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ.

και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος και αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό.", ουδεμία ασάφεια δημιουργείται ως προς την ύπαρξη, το είδος, την έκταση, τον χρόνο καταβολής των εν λόγω χρεών και την ιδιότητα υπό την οποία υπεχρεούτο στην καταβολή τους ο αναιρεσείων. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν αν τα χρέη ήταν βεβαιωμένα κατά τον χρόνο απόκτησης υπ’ αυτού της ιδιότητας του διαχειριστή, ή αν τα χρέη αυτά βεβαιώθηκαν κατά την διάρκεια που είχε την ιδιότητα αυτή, ή βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από την λύση ή μη της ως άνω εταιρείας αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχε την ιδιότητα του διαχειριστή, ως και ότι ασάφεια δημιουργείται εκ του λόγου ότι αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αίτηση ποινικής διώξεως, που υπεβλήθη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, από την ως άνω Δ.Ο.Υ.

Η’ Θεσσαλονίκης έχει αριθμό .../12-3-2005, ενώ ο πίνακας χρεών έχει έτος εκδόσεως το 2009, και έτσι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στοιχειοθετείται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

Όπως προαναφέρθηκε, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνον από τη ρητή μνεία του σχετικού μέρους των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να διαπιστώνεται η ανάγνωσή του από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης κατά την οποίαν εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση.

Συνεπώς, εν προκειμένω εφόσον στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνεται, όπως εξ αυτών προκύπτει, ότι αναγνώστηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που έχει την έννοια και της ανάγνωσης του περιεχομένου των εις αυτά αναφερομένων εγγράφων (ΑΠ 624/2003), ήτοι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών (πρακτικών της πρωτοδίκης υπ’ αριθμ. 30800/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), του πίνακος χρεών, της αιτήσεως ποινικής διώξεως και του καταστατικού της ως άνω εταιρείας, εγκύρως αυτά ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, και δεν απητείτο ειδική περί εκάστου αυτών αναφορά.

Εν όψει αυτών ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ’ του ΚΠΔ πέμπτος και τελευταίος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με την οποίαν επίσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της κατά τα προαναφερόμενα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνιστάμενος στο ότι δεν αναφέρονται σ’ αυτήν (απόφαση), έστω κατά γένος, τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν στην πρωτόδικη δίκη και που έλαβε υπ’ όψει το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου, κύριου και πρόσθετου, λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη από 2-11-2015 δήλωση αναιρέσεως και οι επ’ αυτής από 26-4-2015 πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 2-11-2015 από 2-11-2015 δήλωση του Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και τους από 26-4-2015 πρόσθετους λόγους του ιδίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 9123/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ