Legislator Case Law & Legislation
1250/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning on inadmissible unjust enrichment claim.

Case Number 1250/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued the respondent illegally cancelled property transfers, but the court found their secondary claim for unjust enrichment legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected because the primary claim was inadmissible and the secondary claim lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 495(4) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision rejects a secondary claim for unjust enrichment as unfounded, as this does not constitute a lack of reasoning on essential facts.

Keywords

AI generated
unjust enrichment inadmissible claim lack of reasoning property transfer civil appeal legal basis secondary claim

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1250 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1250/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Β. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3. Π. συζύγου Β. Μ., κατοίκου ..., 4. Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 5. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 6. Φ. Μ. του Γ., χήρας Ν. Μ., κατοίκου ..., 7. Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 8 . Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 9. Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων : 1. Γ. Π. του Ν., 2. Α. Π. του Ν., 3. Γ. Π. του Ν., 4. Μ. Π. του Ν., και 5. Σ. Π. του Ν., κατοίκων ..., του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς εναγομένης μητέρας τους Α. χήρας Ν. Π., η οποία απεβίωσε στο Αίγιο στις 13.11.2011, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-2-2005 και 17-3-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 407/2012 μη οριστική και 335/2013 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της από 28-12-2007 εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθ. 65/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι εξ αδικοπραξίας από 28-2-2005 και 17-3-2006 δύο αγωγές των αναιρεσειόντων, έγιναν δεκτά τα εξής : " Ο εναγόμενος, Γ.

Π., ο οποίος ήταν επί σειρά ετών μονίμως εγκατεστημένος στις Η.Π.Α. και διέθετε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, έχοντας καταθέσεις σε συνάλλαγμα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και μετρητά στα χέρια της συνεναγομένης μητέρας του Α. Π., περί τα τέλη Ιανουαρίου 1988 πληροφορήθηκε τηλεφωνικά από την τελευταία, ότι στις 10-2-1988 θα εξετίθετο σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ακίνητο ευρισκόμενο στην Κοινότητα ...

εκτάσεως 105.838 τμ. Έτσι, θεωρώντας ότι επρόκειτο για καλή ευκαιρία τοποθετήσεως των χρημάτων του, έδωσε εντολή στην μητέρα του να συμμετάσχει για λογαριασμό του στον ανωτέρω πλειστηριασμό μέχρι του ποσού των 70.000.000 δρχ. Η τελευταία, λόγω περιορισμένων γραμματικών γνώσεων και μη έχοντας εμπειρία σε τέτοιου είδους διαδικασία, ανέθεσε στον έτερο γιο της και αδελφό του εναγομένου Σ.

Π. να συμμετάσχει στον άνω πλειστηριασμό και να πλειοδοτήσει για λογαριασμό του αδελφού του... Συγκεκριμένα, στις 10-2-1988 ο Σ. Π., εμφανίστηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού προκατέβαλε ως εγγύηση το ποσό των 4.500.000 δρχ. με την τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος από λογαριασμό του εναγομένου (αδελφού του) και πλειοδότησε για λογαριασμό του (Γ.

Π.), δυνάμει δε της .../10-2-1988 εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως που συνέταξε η, ενεργούσα ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού κατακυρώθηκε στον εναγόμενο Γ. Π. το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αντί εκπλειστηριάσματος 70.200.000 δραχμών. Στον ως άνω πλειστηριασμό συμμετείχε και ο πρώτος των εναγόντων Ν. Μ., έχοντας μάλιστα προκαταβάλει ως εγγύηση το ποσό των 5.000.000 δρχ.

με τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην υπάλληλο του πλειστηριασμού και πλειοδότησε μέχρι του ποσού των 41.000.000 δρχ. Κατά την κατακύρωση, ο Σ. Π., εκτός της εγγυήσεως των 4.500.000 δρχ. που είχε καταβάλει για λογαριασμό του ενάγοντος με την προαναφερθείσα επιταγή, κατέθεσε, αντί καταβολής στην υπάλληλο του πλειστηριασμού την τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 12.000.000 δρχ., εκδόσεως της Α.

Π. από λογαριασμό του εναγομένου, στον οποίο φερόταν συνδικαιούχος και η τελευταία, και ανέλαβε την υποχρέωση εξοφλήσεως του υπολοίπου εκπλειστηριάσματος (53.700.000 δρχ.), εντός δέκα ημερών από την κατακύρωση και την αποδοχή της κατακυρώσεως του ακινήτου από τον εναγόμενο. Κατά την διάρκεια του άνω πλειστηριασμού και ενώ μόνοι πλειοδότες είχαν μείνει ο Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων (Ο.Α.Ε.) και ο Σ.

Π. και οι προσφερόμενες κάθε φορά τιμές αυξάνονταν με έντονο συναγωνισμό, ο τελευταίος με την μεσολάβηση του άνω τραπεζικού υπαλλήλου προήλθε σε συμφωνία με τους εκεί παρευρισκόμενους Γ. Μ., Ν. Μ. (α’ ενάγοντα), και Β. Μ. (β’ ενάγοντα) να συνεχίσει να πλειοδοτεί και σε περίπτωση κατακυρώσεως του ακινήτου να μεταβιβάσει στους ανωτέρω το 1/2 του ακινήτου διαιρετώς.

Ο Σ. Π. ενήργησε κατά τον άνω τρόπο χωρίς να έχει τέτοια εντολή και εν αγνοία του εναγομένου αδελφού του Γ. Π.. Ενώ λοιπόν το ακίνητο είχε κατακυρωθεί στο όνομα του εναγομένου και επρόκειτο να εξοφληθεί με δικά του αποκλειστικά χρήματα, τα οποία πράγματι διέθετε, ο αδελφός του Σ. Π., προκειμένου να οικειοποιηθεί το ήμισυ του ακινήτου (με την έννοια του ημίσεως της αξίας του), πέντε ημέρες μετά τον πλειστηριασμό, δηλαδή στις 15-2-1988, εμφανίστηκε απροειδοποίητα στην Νέα Υόρκη των Η.Π.Α.

όπου διέμενε ο Γ. Π. και συνάντησε αυτόν (εναγόμενο - αδελφό του), παρουσία μάλιστα και των ετέρων δύο αδελφών τους Μ. και Α. Π., οι οποίοι την εποχή εκείνη διέμεναν και εργάζονταν επίσης στις Η.Π.Α.. Κατά την συνάντηση αυτή ο Σ. Π., εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στον εναγόμενο ότι δήθεν λόγω του έντονου ενδιαφέροντος πλειοδοτών κατά τον πλειστηριασμό, το εκπλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε, όχι στο ποσό των 70.200.000 δρχ.

που διέθετε ο εναγόμενος και έγινε πράγματι, αλλά σ1 αυτό των 140.000.000 δρχ., τα δε υπόλοιπα 70.000.000 δρχ. τα διέθεσαν τρίτα πρόσωπα που συμμετείχαν στον πλειστηριασμό, τυπικά δε έγινε η κατακύρωση εξ ολοκλήρου στο όνομα του εναγομένου, ενώ κατ’ ουσίαν το ήμισυ του ακινήτου αυτού ανήκε στους τρίτους που είχαν καταβάλει τα υπόλοιπα 70.000.000 δρχ.

Για το λόγο αυτό, ζήτησε από τον εναγόμενο, αφ1 ενός για την τακτοποίηση των σχετικών διαδικασιών στην Ελλάδα (αποδοχή απ’ αυτόν [εναγόμενο] της κατακυρώσεως) και αφ1 ετέρου τη μεταβίβαση στους τρίτους του ημίσεως του ακινήτου, να υπογράψει σχετικό πληρεξούσιο, το οποίο μάλιστα είχε - ως προς το περιεχόμενο - φέρει έτοιμο από την Ελλάδα.

Ο εναγόμενος, πεισθείς στις ψευδείς παραστάσεις του ως άνω αδελφού του και μη έχοντας τη δυνατότητα να αναγνώσει την έκθεση πλειστηριασμού - ώστε να διαπιστώσει την αναλήθεια των λεγομένων, υπέγραψε ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Ν. Υόρκη, Γεωργίου Βέη, το υπ’ αριθμ. .../16-2-1988 πληρεξούσιο, με το οποίο καθιστούσε πληρεξουσίους και αντιπροσώπους του στην Ελλάδα τη μητέρα του (συνεναγομένη) Α.

Π. και τον πατέρα του Ν. Π., (αν και ο αδελφός του Σ. επέμεινε να λάβει ο ίδιος την άνω πληρεξουσιότητα), στους οποίους παρείχε την πληρεξουσιότητα και εντολή εκτός άλλων, καθένας χωριστά ή από κοινού α) να αποδεχθούν για λογαριασμό του την παραπάνω κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και β) να πωλούν και μεταβιβάζουν το ήμισυ αυτού διαιρετώς προς τρίτους.

Η τελευταία αυτή πώληση προς τρίτους, θα γινόταν προκειμένου, κατά τις ψευδείς παραστάσεις του Σ. Π., να του καταβληθεί εκ μέρους των τρίτων το τίμημα για το ήμισυ του ακινήτου και κατά το σχέδιο που είχε καταστρώσει να το καρπωθεί αυτός ο ίδιος εν αγνοία του εναγομένου αδελφού του Γ. Π., ο οποίος πίστευε ότι με 70.000.000 δρχ.

που διέθεσε θα αποκτούσε την κυριότητα του ημίσεως του ακινήτου. Με βάση το πληρεξούσιο αυτό ....η δεύτερη εναγομένη, στις 18-2-1988 αποδέχθηκε για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου γιου της και ως άμεση αντιπρόσωπος του την κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, ενώ στις 23-2-1988 εξόφλησε το υπόλοιπο του εκπλειστηριάσματος (53.700.000 δρχ.), αφ’ ενός με τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 43.700.000 δρχ.

εκδόσεως της ίδιας σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, στον οποίο εφέρετο συνδικαιούχος και αυτή, αφ’ ετέρου με την καταβολή 10.000.000 δρχ. σε μετρητά, για όλα δε τα παραπάνω συντάχθηκε η .../23-2-1988 πράξη καταβολής πλειστηριάσματος της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Τα χρήματα αυτά προέρχονταν από τον λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην ως άνω Τράπεζα...

Την ίδια ημέρα (23-2-1988), μετά την κατά τα ανωτέρω εξόφληση του πλειστηριάσματος από τον εναγόμενο μέσω της πληρεξούσιας και αντιπροσώπου μητέρας του, ο αδελφός του Σ. Π., προκειμένου να υλοποιήσει το σχέδιο του για την οικειοποίηση του ημίσεως τμήματος του πλειστηριασθέντος ακινήτου, εκμεταλλευόμενος τις περιορισμένες γραμματικές γνώσεις της μητέρας του, (η οποία μάλιστα δίπλα από την υπογραφή της θέτει την λέξη "αγράμματη") και με την άσκηση ιδιαίτερης επιβολής και με πειθώ και φορτικότητα την έπεισε να υπογράψει το από 23-2-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του πρώτου ενάγοντος Ν.

Μ., που ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό του πατέρα του Γ. Μ. και του δευτέρου ενάγοντος Β. Μ. Με αυτό η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στους αντισυμβαλλομένους της το καθοριζόμενο ήμισυ του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου "με βάση το επιτευχθεν πλειστηριασμα των 70.200.000 δρχ.". Σε προσθήκη του ως άνω συμφωνητικού αναγράφεται ως επιτίμιο παραβιάσεως του άνω συμφωνητικού, ότι "εάν το άνω ιδ.

συμφωνητικό παραβιασθεί υπαιτίως υπό τίνος των συμβαλλομένων, ο υπαίτιος, εάν μεν είναι ο πωλητής, θα επιστρέφει εις διπλούν το ποσό των 5.000.000 δρχ. που έχει ήδη λάβει και επί πλέον των δρχ. 10.000.000 που θα καταβληθούν με τραπεζική επιταγή επ ‘ ονόματι πωλήτριας, εάν δε αθετήσουν οι αγορασταί θα χάνουν το άνω ποσό των δρχ. 15.000.000 ... ".

Από το περιεχόμενο του άνω συμφωνητικού και ιδίως από την προσθήκη αυτού προκύπτει ότι, σε εκτέλεση της προηγηθείσης συμφωνίας με τον Σ. Π. περί μεταβιβάσεως του ημίσεως του ακινήτου είχε προηγηθεί καταβολή 5.000.000 δρχ. στον τελευταίο και ότι επρόκειτο να καταβληθούν 10.000.000 δρχ. με τραπεζική επιταγή, το δε υπόλοιπο τίμημα αναλογούν στο ήμισυ του ακινήτου με βάση το επιτευχθέν πλειστηρίασμα (70.200.000 δρχ.), θα καταβαλλόταν κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.

Κατά λογική χρονική σειρά το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό έπρεπε να έχει προηγηθεί της .../23-2-1988 πράξης εξόφλησης της συμ/φου Ε. Α., διότι κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων η εξόφληση του πλειστηριάσματος των 70.200.000 δρχ. έγινε με την καταβολή εκ μέρους τους 5.000.000 δρχ. στον Σ. Π. και 10.000.000 δρχ. με τραπεζική επιταγή.

Ωστόσο κατά την κρίση του Δικαστηρίου η υπογραφή του συμφωνητικού αυτού έπεται της πράξης εξόφλησης και τούτο διότι, εάν πράγματι οι ενάγοντες είχαν καταβάλει 10.000.000 δρχ. προκειμένου με αυτά η Α. Π. να προσέλθει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού στις 23-2-1988 έχοντας συμπληρώσει, με την κατ’ αυτόν τον τρόπο αρωγή των εναγόντων στην επίτευξη της κατακύρωσης του εκπλειστηριαζομένου ακινήτου επ’ ονόματι του Γ.

Π., το σύνολο του υπολοίπου πλειστηριάσματος εκ 53.700.000, δεδομένου ότι κατά την ημέρα του πλειστηριασμού είχε καταβάλει 16.500.000 δρχ. με τις συγκεκριμένες προαναφερθείσες δυο (2) τραπεζικές επιταγές από τον κοινό λογαριασμό που είχε στην ΕΤΕ με τον γιό της Γ. Π., ουδείς λόγος υπήρχε να αναγραφεί ότι " ... επί πλέον των δρχ. 10.000.000 που θα καταβληθούν με τραπεζική επιταγή ... ".

Τούτο δε διότι, όλα αυτά συνομολογούνταν την ίδια ημέρα (23-2-1988) που η άνω Α. Π. επρόκειτο να εξοφλήσει το πλειστηρίασμα και εύλογο ήταν να χρησιμοποιηθεί ενεστώτας και όχι μέλλοντας χρόνος, παρεκτός του ότι αορίστως αναγράφονται τα σχετικά περί επιταγής, χωρίς ουδένα προσδιορισμό αυτής (εκδότης, τράπεζα, αριθμός κλπ.), προσέτι δε ουδέν στοιχείο προσκομίζεται για την τραπεζική αυτή επιταγή.

Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι μετά το πέρας του πλειστηριασμού κατέβαλαν 5.000.000 δρχ. στον Σ. Π., ουδόλως αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκαν αυτά τα χρήματα στον τελευταίο, απορίας δε άξιο τυγχάνει το γεγονός πώς οι ενάγοντες εμπιστεύθηκαν ένα άγνωστο προς αυτούς μέχρι τότε άτομο και δεν φρόντισαν να λάβουν έστω και πρόχειρη απόδειξη από τον Σπ.

Π., ενόψει μάλιστα του ότι το άνω ποσό ουδόλως ευκαταφρόνητο ήταν κατά το έτος 1988. Μετά την αποδοχή της κατακυρώσεως και την καταβολή του πλειστηριάσματος και συνακόλουθα την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και με την εγκατάσταση του εναγομένου δια της αντιπροσώπου (ήδη συνεναγομένης) μητέρας του στο πλειστηριασθέν ακίνητο, ο εναγόμενος θεωρώντας ότι εξέλιπε ο λόγος παροχής της ως άνω πληρεξουσιότητας, την ανακάλεσε με τον ίδιο τρόπο που την παρέσχε και δη δυνάμει του .../15-3-1988 εγγράφου του ενώπιον του προαναφερθέντος συμβολαιογραφούντος Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη.

Την ανάκληση αυτή γνωστοποίησε ο εναγόμενος στην πληρεξούσια συνεναγομένη μητέρα του Α. Π. με συστημένη επιστολή του, συνοδευόμενη και από το ανωτέρω έγγραφο ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας του προς αυτήν, στην οποία περιήλθε στις 28-3-1988, ως εκ περισσού δε στις 4-7-1988 κοινοποίησε την ανωτέρω ανάκληση του πληρεξουσίου και με δικαστικό επιμελητή και συντάχθηκε γι’ αυτό η υπ’ αριθμ. .../1988 έκθεση επιδόσεως του δικ.

επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Κ. Ζ.. Ακολούθως, αν και η δεύτερη εναγομένη Α. Π., γνωστοποίησε στους εκ των ήδη εναγόντων Ν. Μ. (πρώτο ενάγοντα), Β. Μ. (δεύτερο ενάγοντα), Π. συζ. Β. Μ. (τρίτη ενάγουσα) και στους Γ. Μ. και στον γιο της Σ. Π., ότι ο εναγόμενος (Γ. Π.) είχε ανακαλέσει το προαναφερόμενο πληρεξούσιο και ότι η ανάκληση είχε περιέλθει σε γνώση της από την 28-3-1988, ο γιος της Σ.

Π., με απειλές κατά της ζωής της, την εξανάγκασε να καταρτίσει τα υπ’ αριθμ. ..., ... και .../19-4-1988 συμβόλαια ενώπιον της συμβολαιογράφου Καπανδριτίου Αττικής Ελένης Χαντζή που μεταγράφηκαν νόμιμα, δυνάμει των οποίων αυτή ως άμεση αντιπρόσωπος του ήδη εναγομένου γιου της Γ. Π. μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στους α) Γ.

Μ. 17.300 τμ., ο οποίος μεταπεβίωσε και ειδικοί του διάδοχοι είναι οι μετά τον τέταρτο έως και τον ένατο ενάγοντες, καθώς και στους τρεις πρώτους ενάγοντες ήτοι στους β) Ν. Μ. 17.390 τμ. και γ) Β. και Π. Μ. 18.130,24 τμ., διαιρετώς, από το συνολικώς εκπλειστηριασθέν κτήμα εκτάσεως 105.838 τμ., αντί τιμήματος 6.000.000 δρχ. για κάθε μεταβιβαζόμενο ακίνητο, το οποίο οι αγοραστές φέρονται ότι κατέβαλαν εκτός συμβολαιογραφείου.

Την ίδια ημέρα (19-4-1988) καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο αυτοί συνομολόγησαν την εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος ύψους 19.782.000 δρχ., το οποίο όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι περιήλθε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του εναγομένου Γ. Π.. Τα παραπάνω, σχετικά με την ανάκληση του .../16-2-1988 πληρεξουσίου και την παρά ταύτα - μετά την ανάκληση αυτού - σύναψη των ανωτέρω συμβολαίων εν γνώσει της ανακλήσεως από τους συμβαλλόμενους, τόσον την πωλήτρια Α.

Π. όσο και τους αγοραστές (Γ. Μ., Ν. Μ. και Β. και Π. Μ.) κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την 8159/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία μετά την έκδοση και της 531/2002 αποφάσεως Αρείου Πάγου, κατέστη αμετάκλητη (αρθρ. 224 ΑΚ και 321 ΚΠολΔ). Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκαν τελεσιδίκως τα ανωτέρω υπ’ αριθμ. ..., ... και .../19-4-1988 συμβόλαια, καθόσον κρίθηκε ότι ο εναγόμενος είχε ανακαλέσει από την 28-3-1988, ήτοι πριν την κατάρτιση των δικαιοπραξιών αυτών την πληρεξουσιότητα, δυνάμει της οποίας φέρεται να κατάρτισε αυτές, ως άμεση αντιπρόσωπος του η συνεναγομένη μητέρα του, η οποία τελούσε εν γνώσει της ανακλήσεως όπως και οι αντισυμβαλλόμενοι της, κατά την κατάρτιση των δικαιοπραξιών.

Μετά ταύτα κατά τα τέλη 1988 με αρχές 1989 ο εναγόμενος Γ. Π. ήλθε στην Ελλάδα, πιστεύοντας ότι καλώς έχει επ’ ονόματι του το ήμισυ του ακινήτου, αφού είχε καταβάλει μόνο 70.200.000 δρχ., εωσότου μια διετία περίπου μετά την κατακύρωση στο όνομα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, τυχαίως από διάφορες συζητήσεις υπέπεσε στην αντίληψη του ότι το συνολικό τίμημα του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν πράγματι σε 70.200.000 δρχ.

και όχι σε 140.000.000 δρχ. που ψευδώς του είχε παραστήσει ο αδελφός του Σ. Π.. Έτσι διερευνώντας, αποκαλύφθηκε ότι τα ανωτέρω τρία συμβόλαια μεταβίβασης είχαν συνταχθεί μετά την ανάκληση του πληρεξουσίου του και γι’ αυτό προσέφυγε με την από 25-11-1991 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη εναγόντων, η οποία μετά μακρόχρονο δικαστικό αγώνα, ευδοκίμησε και με την προαναφερθείσα 8159/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία μετά την έκδοση και της 531/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου κατέστη αμετάκλητη, ακυρώθηκαν τελεσιδίκως τα ανωτέρω υπ’ αριθμ. ..., ...

και .../19-4-1988 συμβόλαια. Επίσης έχοντας απολέσει εντελώς την εμπιστοσύνη του τόσο στον αδελφό του όσο και στην μητέρα του Α. Π., υπέβαλε εναντίον τους την από 13-9- 1991 μήνυση του για υφαίρεση και απάτη. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα περιστατικά, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν οποιαδήποτε αδικοπραξία σε βάρος των εναγόντων με δόλια και απατηλή συμπεριφορά.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, εξαπατηθείς από τον αδελφό του Σ. Π., ο οποίος εξανάγκασε και την μητέρα τους με ιδιαίτερη επιβολή, πειθώ και φορτικότητα, να προβεί στην μεταβίβαση του ημίσεως επιδίκου προς τους ενάγοντες, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση, όπως και η συνεναγομένη Α. Π., ότι είχε γίνει νομότυπη ανάκληση του .../16-2-1988 ειδικού πληρεξουσίου, όπως κρίθηκε αμετακλήτως, άσκησε νόμιμο δικαίωμα του και ζήτησε την ακύρωση των συμβολαίων.

Όσον αφορά όμως την επικουρική βάση των αγωγών που στηριζόταν στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη αυτή και στην συνέχεια απέρριψε τις αγωγές κατά την βάση τους αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμες, έσφαλε προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της αποφάσεως".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά το μέρος που η εκκαλούμενη απόφαση είχε απορρίψει τις αγωγές κατά την κύρια από αδικοπραξία βάση τους, ενώ εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση των αγωγών, κράτησε και δίκασε τις αγωγές ως προς την βάση αυτή και τις απέρριψε ως αόριστες.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298, 932 Α.Κ.. Ειδικότερα, είναι σαφής και επαρκής η αιτιολογία : α) ότι δεν απεδείχθη ότι ο πρώτος εναγόμενος, αφού έλαβε από τους ενάγοντες έναντι του συμφωνηθέντος δήθεν τιμήματος το ποσό των 15.000.000 δρχ., μεθόδευσε την ακύρωση των δικαιοπραξιών, με την ανάκληση της πληρεξουσιότητας, αλλά αντίθετα ότι απεδείχθη ότι αυτός πριν από την κατάρτιση των δικαιοπραξιών ανακάλεσε νομίμως την πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στη μητέρα του, δυνάμει του .../15-3-1988 εγγράφου του ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, β) ότι την ανάκληση της πληρεξουσιότητας γνωστοποίησε ο εναγόμενος στην πληρεξούσια, επίσης εναγομένη, μητέρα του Α.

Π. με συστημένη επιστολή του, συνοδευόμενη και από το ανωτέρω έγγραφο ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας του προς αυτήν, στην οποία περιήλθε στις 28-3-1988, της ανακλήσεως δε αυτής είχαν λάβει γνώση εγκαίρως όλοι οι συμβληθέντες, γ) ότι ο Γ. Π. εξόφλησε εξ ιδίων το εκπλειστηρίασμα και ότι ο αδελφός του Σ., που πλειοδότησε για λογαριασμό του, προήλθε σε συμφωνία με τους ενάγοντες για μεταβίβαση σ’ αυτούς του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου χωρίς να έχει προς τούτο πληρεξουσιότητα και με βάση του σχέδιο του να εμφανίσει ψευδώς στον Γ.

Π., όπως και έπραξε, ότι το εκπλειστηρίασμα ανήλθε δήθεν στο ποσό των 140.000.000 δρχ., το ήμισυ του οποίου δήθεν κατέβαλαν οι ενάγοντες, με απώτερο σκοπό να σφετερισθεί στη συνέχεια το τίμημα που θα κατέβαλαν οι ενάγοντες, δ) ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της Α. Π. και των εναγόντων στις 23-2-1988 δεν ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης της, αλλά προϊόν άσκησης ιδιαίτερης επιβολής, πειθούς και φορτικότητας που της άσκησε ο υιός της Σ., το αναφερόμενο δε σ’ αυτό ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των 5.000.000 δρχ.

ως προκαταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα και ε) ότι δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα και το αναφερόμενο στο από 19-4-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ της πληρεξούσιας και των εναγόντων, ότι οι τελευταίοι εξόφλησαν το υπόλοιπο εκ δρχ. 19.782.000 τίμημα. Οι ως άνω αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης κατά το μέρος που αναφέρεται στην έλλειψη οποιασδήποτε αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις συνδέονται αποκλειστικά με το ζήτημα της ζημίας που φέρονται ότι υπέστησαν οι ενάγοντες με την καταβολή στον Γ.

Π. του συνολικού ποσού των 35.100.000 δρχ., αφενός προβάλλεται απαραδέκτως, ως αναφερόμενος σε ζήτημα μη ουσιώδες, αφού με τις ένδικες αγωγές δεν ζητείται ως αποζημίωση το ανωτέρω χρηματικό ποσό, αλλά η κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής αξία των ακινήτων, αφετέρου δε αλυσιτελώς, αφού το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην παραδοχή του Εφετείου ότι δεν απεδείχθη οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σε κάποιο αποδεικτικό μέσο προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη εκείνης που καθορίζει ο νόμος και όχι όταν το εξετίμησε ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολ.Δι, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η σχετική κρίση του δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο : 1) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον : α) ενώ το από 23-2-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπεγράφη μεταξύ της Α.

Π., ως άμεσης αντιπροσώπου του Γ. Π. και των εναγόντων Ν. Μ. και Β. Μ. και τη γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβήτησε ο εναγόμενος, ούτε επικαλέστηκε ακυρότητα του, αναφέρεται ότι ο εναγόμενος έλαβε, δια της ως άνω αντιπροσώπου του, το ποσό των 5.000.000 δρχ. και θα ελάμβανε επί πλέον και το ποσό των 10.000.000 δρχ. σε τραπεζική επιταγή, τα οποία σε περίπτωση υπαίτιας παραβίασης της αναληφθείσης υποχρεώσεως του να μεταβιβάσει στους ενάγοντες τμήματα του ακινήτου θα είχε υποχρέωση να επιστρέψει εις διπλούν, το Εφετείο δέχθηκε ότι η δήλωση βουλήσεως της Α.

Π. ήταν άκυρη, ως αποτέλεσμα πειθούς και φορτικότητας του Σ. Π. και ότι δεν καταβλήθηκαν τα παραπάνω χρήματα και β) ενώ στο από 19-4-1988 μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων συνομολογείται ότι οι ενάγοντες ως αγοραστές του ακινήτου εξόφλησαν το υπόλοιπο του εκπλειστηριάσματος από 19.782.000 δρχ., το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν απεδείχθη ότι τα εν λόγω χρήματα περιήλθαν καθοιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του εναγομένου (πρώτο σκέλος) και 2) με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες εξόφλησαν το συμφωνηθέν τίμημα για τη μεταβίβαση σ’ αυτούς των διακεκριμένων τμημάτων του ακινήτου, παραβίασε την αποδεικτική δύναμη δημοσίων δικαιοπρακτικών εγγράφων, ήτοι των υπ’ αριθ. ..., ...

και .../19-4-1988 συμβολαίων, στα οποία αναγράφεται ότι το τίμημα κατέβαλε κάθε αγοραστής σε μετρητά εκτός του συμβολαιογραφείου, κατά δήλωση των συμβαλλομένων, ενόψει του ότι ο εναγόμενος δεν ανταπέδειξε την μη καταβολή του τιμήματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου των δηλώσεων βουλήσεως που περιέχονται σε γνήσια ιδιωτικά έγγραφα, όπως τα ως άνω από 23-2-1988 και 19-4-1988 ιδιωτικά συμφωνητικά, επιτρέπεται ανταπόδειξη (άρθρο 445 ΚΠολΔ), ως εξώδικες δε ομολογίες εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης δια της προσβολής των ως πλαστών, μόνο για όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά ότι έγιναν από τον συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιον αυτού, ενώ για όσα βεβαιώνει ο συμβολαιογράφος, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει, επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου ως πλαστού (άρθρα 438, 440 ΚΠολΔ).

Η δήλωση των συμβαλλομένων σε σύμβαση πώλησης ότι κατεβλήθη το τίμημα εκτός του συμβολαιογραφείου δεν περιλαμβάνεται στα περιστατικά την αλήθεια των οποίων όφειλε να ελέγξει ο συμβολαιογράφος και επομένως για το περιστατικό αυτό χωρεί ανταπόδειξη (Α.Π. 369/2012).

Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον εναγόμενο έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό των 5.000.000 δρχ., παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 23-2-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο αναφέρεται ότι "σε εκτέλεση της προηγηθείσας συμφωνίας με τον Σ. Π. περί μεταβιβάσεως του ημίσεως του ακινήτου είχε προηγηθεί καταβολή 5.000.000 στον τελευταίο και ότι επρόκειτο να καταβληθούν 10.000.000 δρχ. με τραπεζική επιταγή...". Ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου από το δικαστήριο, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα τούτο και δέχθηκε ως περιεχόμενο του περιστατικά διαφορετικά από τα διαλαμβανόμενα σε αυτό, αλλά με τον αναιρετικό λόγο πλήττεται ουσιαστικά η μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Δεδικασμένο υφίσταται και όταν το αντικείμενο της νέας αγωγής είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος το οποίο κρίθηκε στη δίκη εκείνη και τούτο συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη (Α.Π 129/2012, Α.Π.848/2005).

Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά. Το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, ως ενιαίο όλον, ήτοι τη νομική αιτία (μείζονα πρόταση), την ιστορική αιτία (ελάσσονα πρόταση) και το δικαίωμα (συμπέρασμα).

Αυτοτελώς λαμβανόμενες τόσο η νομική, όσο και η ιστορική αιτία, παραμένουν εκτός της ενέργειας του δεδικασμένου, από το οποίο, επομένως, δεν καλύπτονται και τα πραγματικά περιστατικά, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Α.Π. 128/2014, 218/2010, Α.Π. 362/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής παρεμπίπτον ή προδικαστικό ζήτημα δεν είναι το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αλλά μία άλλη έννομη σχέση (συνέπεια), ενός άλλου κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί την κατά νόμο προϋπόθεση για την ισχύ της επίδικης έννομης σχέσης. Τα απλά πραγματικά περιστατικά, εφόσον δεν συνιστούν έννομη σχέση, για την οποία θα μπορούσε να εγερθεί ως κύριο ζήτημα αυτοτελώς αγωγή, δεν αποτελούν παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα και γι’ αυτά δεν υφίσταται δεδικασμένο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι από την αμετάκλητη υπ’ αριθ. 8159/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των συμβάσεων μεταβίβασης στους ενάγοντες τμημάτων του κατακυρωθέντος στον εναγόμενο ακινήτου, για το λόγο ότι αυτές καταρτίστηκαν από πληρεξούσιο του εναγομένου, του οποίου είχε ανακληθεί η πληρεξουσιότητα, εν γνώσει των συμβαλλομένων, υπάρχει δεδικασμένο και για τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο 19 επί μέρους πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και εκείνο της ανάκλησης της πληρεξουσιότητας πριν από την κατάρτιση των δικαιοπραξιών.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου μόνο ως προς την ανάκληση της πληρεξουσιότητας πριν από την κατάρτιση των μεταβιβαστικών συμβολαίων, εν γνώσει όλων των συμβληθέντων, και όχι για τα διαλαμβανόμενα στον αναιρετικό λόγο λοιπά επί μέρους πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατά την αγωγή αδικοπραξία, για την απόδειξη ή μη των οποίων το Εφετείο προσέφυγε στις προσκομισθείσες αποδείξεις.

Κατά το μέρος αυτό ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Όσον αφορά την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου σχετικά με την ανάκληση της πληρεξουσιότητας πρέπει να λεχθούν τα εξής : Με την προηγούμενη 8159/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι η έννομη σχέση της πληρεξουσιότητας που είχε παράσχει ο εκ των εναγομένων Γ.

Π. στη μητέρα του Α. για την κατάρτιση με τους ενάγοντες των τριών συμβάσεων πωλήσεως είχε ανακληθεί πριν από την κατάρτιση των εν λόγω δικαιοπραξιών, της ανακλήσεως δε αυτής είχαν λάβει γνώση τόσο η πληρεξούσια όσο και οι αγοραστές ενάγοντες, με αποτέλεσμα να μη δεσμεύεται από τις εν λόγω δικαιοπραξίες ο ενάγων και να καθίστανται αυτές άκυρες, σύμφωνα με τα άρθρα 218, 219, 220, 225, 229 ΑΚ.

Κρίθηκε, δηλαδή, παρεμπιπτόντως, το δυνάμενο να αχθεί και ως κύριο αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής ζήτημα της παύσεως της πληρεξουσιότητας, που αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος (έννομης συνέπειας) της ακυρότητας των δικαιοπραξιών, το δικαστήριο δε που έκρινε επί του ζητήματος αυτού ήταν καθύλην αρμόδιο. Η παύση της πληρεξουσιότητας αποτελεί σαφώς έννομη σχέση, παρέχεται μάλιστα στον δότη της πληρεξουσιότητας το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει να κηρύξει ανίσχυρο το πληρεξούσιο έγγραφο (άρθρο 228 Α.Κ.). Στη νέα δίκη, που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης από αδικοπραξία τίθεται με την αγωγή και πάλι το ζήτημα του κύρους της ως άνω πληρεξουσιότητας, το οποίο, όμως, ως προδικαστικό ζήτημα, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο. Το δεδικασμένο αυτό μπορούσε να ανατραπεί μόνο κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναψηλαφήσεως για έναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ λόγους.

Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο : 1) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα Η. Γ. που δόθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την 16587/2007 ένορκη βεβαίωση του Σ. Π., αποδεικτικά μέσα τα οποία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, 2) δεν έλαβε υπόψη την από 19-9-1991 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση και διαμαρτυρία της δεύτερης των αρχικώς εναγομένων Α.

Π., την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν νόμιμα επικαλεσθεί, καθώς και τη συναγόμενη από το έγγραφο αυτό εξώδικη ομολογία της εναγομένης ότι, συμβληθείσα στα μεταβιβαστικά προς τους ενάγοντες συμβόλαια ως πληρεξούσια του πρώτου εναγομένου, " διεκπεραίωσε τα πάντα, έχοντας εξασφαλίσει τη συναίνεση του, διότι περί αυτών τον ενημέρωνε συνεχώς, ενώ το άλλο τέκνο της (Σ.

Π.) δεν είχε καμία ανάμειξη στην υπόθεση των συμβολαίων"., 3) δεν έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια : α) την ως άνω εξώδικη ομολογία όσον αφορά την αγωγή κατά του εναγομένου υιού της Γ. Π., β) την.../1992 ένορκη βεβαίωση της δεύτερης εναγομένης Α. Π., γ) την μαρτυρική κατάθεση στα πλαίσια άλλης δίκης της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Αιγίου Ε.

Β. και δ) την αμετάκλητη υπ’ αριθ. 1147/1994 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, με την οποία οι ενάγοντες κηρύχθηκαν αθώοι των πράξεων της απάτης, της ηθικής αυτουργίας στην απάτη και υφαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, του δικαστηρίου, δεχθέντος ότι ο εναγόμενος Γ. Π. μεθόδευσε την ανάκληση του πληρεξουσίου προς τον αδελφό του Σ.

και τη μητέρα του με το σκοπό να αποσπάσει το ακίνητο από τα χέρια των εναγόντων, οι οποίοι είχαν καλόπιστα τοποθετήσει τα χρήματα τους στην αγορά του ακινήτου, 4) δεν έλαβε υπόψη το από 25-5-1988 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και το από 23-2-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, από το πρώτο των οποίων προέκυπτε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της 23-2-1988 ο λογαριασμός του εναγομένου είχε διαθέσιμο υπόλοιπο 41.736.177 δρχ.

και από το δεύτερο ότι το ποσό των 10.000.000 δρχ. κατέβαλαν οι ενάγοντες και όχι ο εναγόμενος και 5) δεν έλαβε υπόψη το υπ’ αριθ. 14/472/2001 έγγραφο των ΕΛΤΑ, την ... βεβαίωση ταχυδρομικής αποστολής της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας των Η ΠΑ και τη βεβαίωση ταχυδρομήσεως του Διευθυντή Ταχυδρομείου της πόλεως ... των Η ΠΑ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία ότι αυτή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά που στηρίζεται και η κύρια από αδικοπραξία βάση της αγωγής.

Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σ’ αυτήν οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, μεθόδευσε την δια δικαστικής αποφάσεως αμετάκλητη ακύρωση των μεταξύ τους καταρτισθεισών δικαιοπραξιών, που είχαν ως αντικείμενο την μεταβίβαση στους ενάγοντες, λόγω πωλήσεως, διακεκριμένων τμημάτων ενιαίου ακινήτου του, επικαλούμενος δήθεν ανάκληση του πληρεξουσίου που είχε χορηγήσει στη συμβληθείσα για λογαριασμό του μητέρα του.

Ζήτησαν δε οι ενάγοντες να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ως ευθυνόμενοι από αδικοπραξία, να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, ως αποζημίωση : α) το ποσό των 777.344 ευρώ, στο οποίο αντιστοιχεί η κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής αξία των ακινήτων που απώλεσαν και κατά την οποία ζημιώθηκαν και β) το ποσό των 17.608 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν για την πληρωμή φόρων και για αμοιβές συμβολαιογράφων και δικηγόρων., όπως τα ποσά αυτά επιμερίζονται για κάθε ενάγοντα.

Επίσης ζήτησαν να επιδικαστεί στον καθένα το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τους. Επικουρικά, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Γ. Π. να τους καταβάλει τα ως άνω υπό στοιχ. α’ και β’ ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι ως προς αυτά κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας τους.

Η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη, όσον αφορά μεν το πρώτο κονδύλιο, διότι η αποξένωση των εναγόντων από την κυριότητα των ακινήτων που είχαν αγοράσει από τον εναγόμενο και εντεύθεν η κατά την αγωγή ζημία τους, είναι αποτέλεσμα του δεδικασμένου που προκλήθηκε από την αμετάκλητη με δικαστική απόφαση αναγνώριση της ακυρότητας των δικαιοπραξιών, το οποίο αποτελεί νόμιμη αιτία, που δικαιολογεί τη διατήρηση του πλουτισμού του εναγομένου, συνισταμένου κατά την αγωγή στην αξία των ακινήτων και όχι στο κατά την αγωγή καταβληθέν τίμημα, το οποίο και δεν αναζητείται με την αγωγή.

Όσον αφορά δε το δεύτερο κονδύλιο, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν επήλθε μετακίνηση περιουσίας από τους ενάγοντες στους εναγομένους. Δεδομένου, όμως, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση η επικουρική βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως αόριστη, προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, διότι η παραδοχή του θα οδηγούσε σε δυσμενέστερη κρίση και χειροτέρευση της θέσης των εναγόντων.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται ( άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2014 αίτηση των Ν. Μ., Β. Μ., Π. συζύγου Β. Μ., Χ. Μ., Α. Μ., Φ. Μ., Π. Μ., Γ. Μ., και Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 335/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15 Οκτωβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ