1250/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25/6/2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1250/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ, 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφαση τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1250 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1250/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Β. χήρας Θ. Μ., 2) Α. Μ. του Θ., 3) Η. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ζαρναβέλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Θ. συζύγου Ι. Τ., το γένος Α. Π., κατοίκου Παλαιού Ψυχικού Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25/6/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 14/4/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Μάλλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α,'7 παρ.1,8 και 13 του Ν. 3741/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 τελευταία παράγραφος του Ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία "και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο.
Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ, 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφαση τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις (ΑΠ 1658/2007, 1610/2007). Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.
Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΟλΑΠ 23/2000).
Ειδικότερα, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, η κυρία είσοδος της οικοδομής, οι κλίμακες ανόδου προς το δώμα (ΑΠ 420/1985) και το ηλιακό δώμα (ταράτσα), εξομοιούμενο με τη στέγη της οικοδομής, (ΑΠ 1610/2007, 1658/2007), αποτελούν αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και κοινόχρηστα πράγματα για όλους τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων, καθένας από τους οποίους δικαιούται να ποιείται απόλυτη χρήση, εκτός εάν με συμφωνία που τον δεσμεύει αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχθηκε για μερικούς μόνο από τους ιδιοκτήτες.
Επιτρέπεται δε, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 (του Ν. 3741/1929), όπως με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου.Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η επίδικη οικοδομή, κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 230,30 τ.μ. περίπου, είναι ένα παλαιό τριώροφο κτίσμα, που βρίσκεται στην πόλη της …, μεταξύ των οδών Όθωνος-Αμαλίας και Αγίου Ανδρέου.
Έχει πρόσοψη στην πλατεία Τριών Συμμάχων, συνορεύει δε ανατολικά με την οδό Αγίου Ανδρέου, δυτικά με τη λεωφόρο Όθωνος-Αμαλίας, βόρεια με την πλατεία Τριών Συμμάχων και νότια με ακίνητο πρώην κληρονόμων Μ.. Αποτελείται από ισόγειο και δύο ορόφους πάνω απ' αυτό. Στο ισόγειο υπάρχουν δύο καταστήματα και δη, κατά νεώτερη καταμέτρηση, ένα εμβαδού 18,17 τ.μ.
και ένα άλλο εμβαδού 150,23 τ.μ. (Τα καταστήματα αυτά είναι χωρισμένα σε περισσότερα μικρότερα). Ανάμεσά τους υπάρχει η είσοδος για τους πάνω δύο ορόφους και για το δώμα. Οι τελευταίοι δύο όροφοι χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν ως ξενοδοχείο, με το διακριτικό τίτλο "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ", ενώ τα καταστήματα του ισογείου χρησιμοποιούνταν κατά καιρούς ως καφενείο, αρτοπωλείο, κουρείο ή υποδηματοποιείο.
Ιδιοκτήτης της οικοδομής αυτής αρχικά ήταν ο Α. Π., κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων. Αυτός, με την από 17-3-1940 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, μετά τον κατά τη 12-2-1941 θάνατο του, με το υπ' αριθ. 16/15-2-1941 πρακτικό του Πρωτοδικείου Πατρών, χωρίς να χρησιμοποιεί πανηγυρικές εκφράσεις, συνέστησε επί του ως άνω ακινήτου οριζόντια ιδιοκτησία.
Συγκεκριμένα, με τη διαθήκη αυτή, ο κληρονομούμενος εγκατέστησε ως κληρονόμους του τα τέκνα του Α. και Μ., και δη τον πρώτο στα καταστήματα του ισογείου, ενώ τη δεύτερη στους δυο ορόφους πάνω από το ισόγειο, όπου στεγαζόταν το ξενοδοχείο. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο δεν απαιτείτο μεταγραφή για τις αιτία θανάτου πράξεις.
Μεταγραφή για τις πιο πάνω πράξεις προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τα άρθρα 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ. Οι ως άνω κληρονόμοι αρχικά αμφισβήτησαν την παραπάνω κληρονομική εγκατάσταση και άρχισαν δικαστικό αγώνα. Με το υπ' αριθ. .../1944 συμβόλαιο όμως του Συμβολαιογράφου Πατρών Π. Αναγνωστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, συμβιβάστηκαν και αναγνώρισαν ως έγκυρη και ισχυρή την εν λόγω εγκατάσταση και συνακόλουθα τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ούτε με τη σύσταση όμως αυτή, ούτε με το ανωτέρω συμβόλαιο ορίστηκε το ποσοστό συνιδιοκτησίας της καθεμιάς από τις ορίζοντας ιδιοκτησίες στο έδαφος, καθώς και στα λοιπά κοινόχρηστα μέρη της κοινής οικοδομής. Το ποσοστό αυτό ορίστηκε αργότερα, κατόπιν της από 2-4-1976 αγωγής του Α. Π., ειδικού διαδόχου του Α.
Π., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 1752/1976 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και ακολούθως, μετά από έφεση, η υπ' αριθ. 38/1977 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη. Ειδικότερα, με την τελευταία αυτή απόφαση προσδιορίστηκε η ιδανική μερίδα κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων μερών ως εξής:
α) στο κατάστημα του ισογείου εμβαδού 150.23 τ.μ. αναλογεί ποσοστό 50%, β) στο έτερο ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 18,17 τ.μ., αναλογεί ποσοστό 10% και γ) στους δύο πάνω από το ισόγειο ορόφους αναλογεί ποσοστό 40%. Η ιδιοκτησία των διαδίκων επί των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών έχει σήμερα ως εξής: Η ενάγουσα - εφεσίβλητη είναι ιδιοκτήτρια:
α) του πρώτου καταστήματος, το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθ. .../1978 συμβολαίου συστάσεως προίκας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Γεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα πιο πάνω βιβλία, (τομ. ..., αρ. 236660), αρχικά ως ψιλή κυρία και ακολούθως, μετά την ισχύ του Ν. 1329/1983, ως πλήρης κυρία και β) του 1/2 εξ αδιαιρέτου του δευτέρου από το πιο πάνω καταστήματα, το οποίο απέκτησε, κατά ψιλή κυριότητα, με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1985 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Καραγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια πιο πάνω βιβλία, (τόμ. ..., αρ. 28...).
Επικαρπώτρια του ως άνω ιδανικού μεριδίου τυγχάνει η μητέρα της Γ. Π. και γ) του έτερου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδίου πιο πάνω καταστήματος, το οποίο απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1992 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Αναγνωστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία, (τόμ. ..., αρ. 278).
Οι εκκαλούντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των δύο υπέρ το ισόγειο ορόφων. Την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία απέκτησαν, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1995 συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς αντίστοιχα, της Συμβολαιογράφου Πατρών Πολυξένης Παπουτσάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια πιο πάνω βιβλία, (τόμ. ..., αρ. 364), αρχικά κατά ψιλή κυριότητα και ακολούθως, μετά τον κατά το έτος 1998 θάνατο του Θ.
Μ., επικαρπωτή πατέρα και συζύγου τους αντίστοιχα, κατά πλήρη κυριότητα. Τα ως άνω περιστατικά οι διάδικοι δεν τα αμφισβητούν, αλλά αντίθετα όλοι τα ομολογούν. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκαν τα πιο κάτω: Μεταξύ των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της επίδικης οικοδομής περιλαμβάνονται, πλην του εδάφους, των θεμελίων και των πρωτοτοίχων, για τα οποίο ας σημειωθεί οι διάδικοι δεν ερίζουν, και τα πιο κάτω μέρη:
α) Η εξώθυρα και ο χώρος εισόδου προς τους άνω ορόφους και το δώμα, διαστάσεων 9,45 Χ 2,35 μέτρων περίπου. Ο χώρος αυτός έχει πρόσοψη επί της πλατείας Τριών Συμμάχων. β) Το κλιμακοστάσιο της οικοδομής, που αρχίζει από την ανωτέρω είσοδο και καταλήγει στο δώμα. Και γ) το δώμα της οικοδομής, άνωθεν του δευτέρου ορόφου, που αποτελείται εν μέρει από το ηλιακωτό δώμα και εν μέρει από βοηθητικό κτίσμα, που φέρει κεραμοσκεπή στέγη.
Και είναι μεν αλήθεια ότι η αναφερόμενη πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία καθορίστηκαν τα ποσοστά που αναλογούν στην καθεμιά από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, δεν προσδιόρισε συγχρόνως και τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, ούτε προσδιορίστηκαν αυτά, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών, καταρτισμένη με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγεγραμμένη, πλην όμως το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι και τα ως άνω μέρη είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα, λαμβάνοντας υπόψη τον κατά τη φύση προορισμό των ως άνω μερών, για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση τους.
Ειδικότερα, αφενός μεν τα ως άνω μέρη δεν αναφέρονται ειδικά σε κανένα από τα συμβόλαια κτήσεως των ιδιοκτησιών των διαδίκων και αφετέρου εξυπηρετούν την κοινή χρήση, ήτοι την πρόσβαση τόσο στους δύο πιο πάνω από το ισόγειο ορόφους, όσο και στο δώμα, το οποίο είναι κοινόχρηστο. Η κοινή χρήση του τελευταίου αποδεικνύεται σαφώς και από το γεγονός ότι στο ηλιακωτό μέρος αυτού υπάρχουν τοποθετημένα ντεπόζιτα νερού, μέσω των οποίων, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, υδρεύονταν τα καταστήματα του ισογείου.
Επίσης υπάρχουν κεραίες τηλεόρασης που εξυπηρετούσαν τα ίδια καταστήματα. Ακόμη το βοηθητικό κεραμοσκεπές κτίσμα χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος, τόσο από το μισθωτή και ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου, όσο και από τους μισθωτές και ιδιοκτήτες των καταστημάτων. Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι τόσο ο χώρος εισόδου, όσο και το κλιμακοστάσιο χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν, όχι μόνο ως χώροι εξυπηρέτησης των δύο πάνω από το ισόγειο ορόφων, αλλά και ως μέσο πρόσβασης προς το κοινόχρηστο δώμα.
Άλλωστε, κατά τα αναφερόμενα και πιο πάνω στη νομική σκέψη, η αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit. Σε περίπτωση αμφιβολίας το μέρος του ακινήτου, για το οποίο δεν ορίστηκε έγκυρα και ρητά ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου .Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι αντίθετα με το υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες στον πρώτο λόγο έφεσης, δεν μπορεί να εξαχθεί αντίθετο συμπέρασμα από την περικοπή της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 38/1977 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με την οποία ο χώρος εισόδου που βρίσκεται στο ισόγειο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους μεταβιβάσεως των καταστημάτων του ισογείου, αλλά διατηρήθηκε ως "χώρος εξυπηρετήσεως των δυο ορόφων, οι οποίοι δεν είχαν, ούτε απέκτησαν έκτοτε άλλη διέξοδο επικοινωνίας μετά του εδάφους".
Η έννοια της ως άνω περικοπής είναι ότι ο εν λόγω χώρος δεν αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία των ιδιοκτητών του ισογείου, παρόλο που βρίσκεται στο ισόγειο. Δεν έχει όμως την έννοια ότι αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία των ιδιοκτητών των δύο πάνω από το ισόγειο ορόφων, στους τίτλους των οποίων, ας σημειωθεί, επίσης δεν περιλαμβάνεται ρητώς.
Εξάλλου, ο όρος που χρησιμοποιήθηκε από την ανωτέρω απόφαση είναι "χώρος εξυπηρετήσεως" και όχι "χώρος αποκλειστικής κυριότητας". Επίσης, το γεγονός ότι η δαπάνη ηλεκτροφωτισμού της εσόδου και του κλιμακοστασίου βάρυνε τον επιχειρηματία που εκμεταλλευόταν το ξενοδοχείο δεν μπορεί να κλονίσει την ανωτέρω πεποίθηση του Δικαστηρίου.
Και τούτο γιατί είναι προφανές ότι ο ως άνω επιχειρηματίας πλήρωνε την ως άνω δαπάνη, γιατί έκανε πολύ συχνότερη, (όχι όμως αποκλειστική), χρήση, των ως άνω κοινών μερών από τους ιδιοκτήτες ή μισθωτές του ισογείου. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου έχουν δικαίωμα επί του υψούν ανερχόμενο στο 60% των μελλοντικών ορόφων και κατά το διδάγματα της κοινής πείρας, οι έχοντες τέτοιο δικαίωμα είναι αναγκαίο να έχουν πρόσβαση στο κοινόχρηστο δώμα, για να ασκήσουν το δικαίωμα τους αυτό.
Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η επίδικη οικοδομή υπέστη σοβαρές βλάβες από το σεισμό του 1993. Λόγω δε και της παλαιότητας της, από το έτος 1999 και εντεύθεν έπαψαν να χρησιμοποιούνται πια, τόσο τα καταστήματα της όσο και το ξενοδοχείο. Το Σεπτέμβριο του 2000 οι συνιδιοκτήτες συνήλθαν σε γενική συνέλευση και πήραν απόφαση να προχωρήσουν σε εκτεταμένες επισκευές της οικοδομής, προκειμένου να γίνει αυτή και πάλι λειτουργική.
Προς το σκοπό αυτό μάλιστα όρισαν ως ειδικό διαχειριστή της συνιδιοκτησίας τον Ι. Τ., σύζυγο της εφεσίβλητης. Προς επιβεβαίωση της ως άνω απόφασης των συνιδιοκτητών συντάχτηκε η υπ' αριθ. .../18-9-2000 πράξη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Κωνσταντίνου. Ανέκυψαν όμως μεταξύ τους έριδες, κυρίως σχετικά με τη κοινή ή όχι χρήση των αναφερόμενων πιο πάνω μερών της οικοδομής.
Συγκεκριμένα, οι εκκαλούντες αμφισβήτησαν και αμφισβητούν ακόμα την ιδιότητα των εν λόγω μερών ως κοινόκτητων και κοινόχρηστων, ισχυριζόμενοι ότι αυτά ανήκουν αποκλειστικά στην ιδιοκτησία τους. Απέκλεισαν δε την αντίδικο τους και το σύζυγο της, ειδικό διαχειριστή, από τη χρήση των μερών αυτών, γεγονός που έγινε η αιτία να εμποδίζονται έκτοτε οι εργασίες επισκευής του κτιρίου.
Αυτό κατέστησε αναγκαία και την έγερση της υπό κρίση αγωγής, προκειμένου να επιλυθεί δικαστικά η διαφορά τους. Σύμφωνα λοιπόν με τα αναφερόμενα πιο πάνω, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι τα ανωτέρω μέρη της οικοδομής ανήκουν αποκλειστικά στην ιδιοκτησία τους και ότι δεν έχουν την ιδιότητα των κοινόχρηστων κρίνεται, και από το Δικαστήριο τούτο, ως ουσιαστικά αβάσιμος, απορριπτόμενων όλων των αντίθετων λόγων εφέσεως(α, β, δ και ε λόγων).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα, ιδιοκτήτρια των καταστημάτων του ισογείου της άνω οικοδομής και κατά ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου της οριζόντιας ιδιοκτησίας, έχει δικαίωμα συγχρήσεως επί της θύρας και του χώρου εισόδου, εμβαδού 9,45 Χ 2,35 μέτρων, του κλιμακοστασίου της οικοδομής και του δώματος, άνωθεν του δευτέρου ορόφου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με την προσβαλλόμενη απόφαση του τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδ.
α', 7 παρ. 1β και 13 του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ ενώ, περαιτέρω, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα ως άνω δικαιώματα της ενάγουσας, αφού κατά τις παραδοχές αυτές η όλη οικοδομή έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 117 ΑΚ.
Κοινόχρηστα - κοινόκτητα πράγματα της οικοδομής είναι όσα ορίζει σ νόμος, τέτοιο δε είναι και το δώμα, του οποίου η κοινή χρήση παραμένει σε καθένα από τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής, όπως επίσης είναι η είσοδος και οι κλίμακες που οδηγούν σ' αυτό, αβάσιμα δε οι αναιρεσείοντες, με αναφορά αποσπασματικών παραδοχών υποστηρίζουν τα αντίθετα.
Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών το Εφετείο δέχτηκε ότι "τα ως άνω μέρη είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα, λαμβάνοντας υπόψη τον κατά τη φύση προορισμό των ως άνω μερών, για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση τους". Οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται συμφωνία των διαδίκων για αποκλειστική χρήση από αυτούς των επιδίκων, ως άνω χώρων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων.
Διέλαβε δε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, επαρκείς αιτιολογίες για τον προσδιορισμό των ως άνω μερών της οικοδομής ως κοινοχρήστων και κοινοκτήτων και εκ του πράγματος απέρριψε τον ισχυρισμό των περί αποκλειστικής χρήσεως, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι και αλυσιτελής, αφού οι γενικές διατάξεις του ΑΚ, που προβλέπουν τη σύσταση με χρησικτησία και την κατάργηση με αχρησία των δουλειών, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην προκείμενη περίπτωση (ΑΠ 329/1996, 121/1993).
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις αυτές ευθέως και εκ πλαγίου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
II. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, ψέγουν την πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής χρήσεως των επιδίκων ως άνω μερών της οικοδομής. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Εξάλλου, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του νόμου η αποδιδόμενη με τον τέταρτο λόγο πλημμέλεια ότι "οι δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου έχουν δικαίωμα επί του υψούν ανερχόμενο στο 60% επί των μελλοντικών ορόφων, αλλά ένα απλό πρόσθετο επιχείρημα, για να αιτιολογήσει την κρίση του ως προς τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του δώματος. Για το λόγο αυτό, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα.
III. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την ανωτέρω πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 38/1977 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
IV. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1472/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το πέμπτο λόγο αναιρέσεως αιτιώνται ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την προβαλλόμενη με σχετικό λόγο εφέσεως ένσταση τους ως νομικά αβάσιμη. Η πληττόμενη απόφαση επί της ενστάσεως αυτής έκρινε ότι, " επίσης απορριπτέος κρίνεται και ο τρίτος λόγος εφέσεως, με τον οποίον οι εκκαλούντες επαναφέρουν προς κρίση την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που είχαν προβάλει και πρωτόδικα.
Ειδικότερα, με την ένσταση αυτή οι εναγόμενοι-εκκαλούντες εκθέτουν τα πιο κάτω: Ότι και αν ακόμη τα επίδικα μέρη της κοινής οικοδομής είναι κοινά, η αξίωση της ενάγουσας-εφεσίβλητης να χρησιμοποιεί τα μέρη αυτά προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον αυτό θα οδηγήσει στην αδυναμία χρησιμοποιήσεως της οριζοντίου ιδιοκτησίας τους ως ξενοδοχείου.
Και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η ως άνω ένσταση είναι απορριπτέα, ως νομικά αβάσιμη, αφού και εάν υποτεθεί ότι πράγματι με την κοινή χρήση των ως άνω μερών, θα δυσχερανθεί ή ακόμα και θα αναιρεθεί η δυνατότητα λειτουργίας της οριζοντίου ιδιοκτησίας τους ως ξενοδοχείου, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση της αξίωσης αυτής προφανώς αντίθετη προς τα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ", Συνεπώς, το Εφετείο που απέρριψε, κατά κύριο λόγο, ως μη νόμιμο, τον ισχυρισμό αυτό και αβάσιμο τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο αυτό και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου, ως άνω πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της 395/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και'
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 15 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ