Supreme Court dismisses appeal on Article 559 grounds and rejects restitution request for unclear partial execution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's judgment, rejecting the argument that the lower court awarded damages exceeding the plaintiff's request under Article 559 of the Civil Procedure Code. While the appeal was allowed, the court refused the appellant's request for restitution of funds paid under partial execution because the claim lacked specific details on which portion of the payment corresponded to the annulled part. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 579 of the Civil Procedure Code; An appeal is admissible if the court of first instance ruled on matters not requested or exceeded the request, but a request for restitution of funds paid under partial execution must specify the exact amounts corresponding to the annulled portion to be actionable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1250 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1250/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", η οποία εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λάμπρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1642/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1811/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2007 αίτησή της και τους από 4-2-2008 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 12-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης (κύριων και προσθέτων).
Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια του αρ. 9, αφού επιδίκασε το ποσό των 2.516,64 ευρώ, δηλαδή για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2005 το ποσό των 516,64 ευρώ, για επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 1.000 ευρώ και επίδομα ισολογισμού 2005 το ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και συγκεκριμένα από την επικουρική - βάση αυτής, την οποία δέχθηκε το Εφετείο, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν κάθε μήνα από το Μάρτιο του 2005 το ποσό των 2.449 ευρώ, άλλως το ποσό των 2.200 ευρώ, άλλως το ποσό των 2.000 ευρώ εντόκως και μέχρι την καταβολή - πλήρους της νόμιμης αποζημιώσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη συνολική επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και όχι μόνο από τα εκτιθέμενα ως προς την επικουρική βάση, η οποία αναφέρεται συγκεκριμένα στην καταβολή μηνιαίου μισθού μέχρι καταβολής πλήρους της νόμιμης αποζημιώσεως, ο αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει την επιδίκαση των μη καταβληθέντων κατά την απόλυσή του επιδομάτων Πάσχα και αδείας του έτους 2005, καθώς επίσης το επί πλέον επίδομα ίσον προς μισό μηνιαίο μισθό (βλ.
σελ. 16 και 17 της αγωγής), δηλαδή το επίδομα ισολογισμού. Είναι σαφές ότι τα παραπάνω αιτούμενα ποσά αξιώνονται από τον ενάγοντα δικηγόρο σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε ήθελε θεωρηθεί άκυρη ή μη η καταγγελία της συμβάσεώς του με την αναιρεσείουσα είτε ήθελε θεωρηθεί πλήρης η καταβληθείσα αποζημίωση και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Επειδή κατά το άρθρ. 94§1 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" η αποζημίωση που δικαιούται ο δικηγόρος, που προσφέρει τις υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σε αυτόν "σταθερώς υφ' οιανδήποτε μορφή" κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση του μήνα.
Κατά την έννοια του άρθρου 648 ΑΚ ο συμφωνημένος μισθός περιλαμβάνει την πάγια μηνιαία αντιμισθία και κάθε άλλη παροχή πουχορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμοαντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών, όπως είναι το αντίτιμο των παροχών σε είδος και ειδικότερα της τροφής. Αλλά και ηοικειοθελής εκ μέρους του εργοδότη παροχή, που επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να καταλήξει σε σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή της, με την έννοια του μισθού, που δεν μπορεί να διακοπεί μονομερώς από τον εργοδότη, εφόσον αυτός δεν επιφυλάχθηκε από την αρχή ρητώς ότι θα μπορεί να διακόπτει την παροχή αυτή.
Επίσης, στις τακτικές αποδοχές συνυπολογίζονται και τα επιδόματα εορτών, που δικαιούνται οι δικηγόροι βάσει του άρθρου 2 παρ.1 της ΥΑ 19040/81 καθώς και το επίδομα αδείας, που δικαιούνται βάσει του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 4507/66 και συνεπώς το ποσό της αποζημιώσεως προσαυξάνεται κατά 1/6, όσο δηλαδή το πηλίκον διαιρέσεως των 2 επί πλέον μισθών (1/2 για επίδομα Πάσχα συν 1 για επίδομα Χριστουγέννων συν 1/2 για επίδομα αδείας), δια των 12 μηνιαίων αντιμισθιών του έτους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρ.10§9 του Ν. 4114/1960, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 13 του Ν. 1512/1985 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 24§1 του Ν. 1868/1989, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που απασχολούν δικηγόρους που αμείβονται με πάγια αντιμισθία, έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στο Ταμείο Νομικών εισφορά 3%, που υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο και η οποία αποδίδεται στο Ταμείο Νομικών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από την ημερομηνία υποχρέωσης προς καταβολή από τον εντολέα.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 24 του Ν. 1868/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 37§1 του Ν. 2145/1993, το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων και το ΚΕΑΔ ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολουμένων σε αυτούς δικηγόρων (η οποία αποδίδεται από τους φορείς στα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στον Ιανουάριο του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η υποχρέωση καταβολής των εισφορών), η υποχρέωση δε καταβολής του ποσοστού αυτού ασφαλίστρων αρχίζει από 1-1-1993 και ισχύει και για τους μέχρι 31-12-1992 ασφαλισμένους στους ανωτέρω φορείς δικηγόρους, ενώ με το άρθρ. 18§8 του Ν. 3232/2004 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παραπάνω εδαφίου ισχύουν και για τους από 1-1-1993 και εφεξής ασφαλισμένους δικηγόρους στους ανωτέρω φορείς.
Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι οι πιο πάνω ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες παρακρατούνταν σταθερά και μονίμως από τον εργοδότη και αποδίδονταν στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, αποτελούν μεν μέρος του νόμιμου μισθού, αλλά εφόσον παρακρατούνταν και αποδίδονταν ως άνω, δεν συνυπολογίζονται κατά τον καθαρισμό του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται ο δικηγόρος σε περίπτωση λύσης της έμμισθης εντολής.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 94§1 εδ. τελευταίο του Κωδ. Δικηγόρων ορίζει ότι "εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τη συμπεφωνημένη εντός των ορίων του άρθρ. 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως". Από αυτή τη διάταξη προκύπτει σαφώς ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε.
η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στον δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι μία παροχή ex lege προς τον δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως. Πρόκειται, δηλαδή, για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του Α.Κ.
εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα, όμως, τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως. Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως κατά τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής.
Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και να απαλλαγεί, αν επικαλεσθεί με σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του και αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή του πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικώς με το ύψος της. Ακόμη, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική και όταν συντρέχουν περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη εφικτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου.
Τέλος, κατά το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικό έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατ' άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσείουσα ανήκει στον Ολλανδικό Όμιλο ING, που δραστηριοποιείται στον χώρο των τραπεζικών, ασφαλιστικών και εν γένει χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, διαθέτει δε οργανωμένο Νομικό Τμήμα, το οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του προς όλες τις εταιρίες του ανωτέρω ομίλου στην Ελλάδα.
Με συμφωνία που καταρτίσθηκε την 1-3-2003, η αναιρεσείουσα προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος είναι διορισμένος δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών από το έτος 2000, προκειμένου να τις παρέχει τις δικηγορικές του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία αντιμισθία, και κατέβαλε σε αυτόν επιδόματα εορτών και αδείας. Στις 3-3-2005 καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα εγγράφως η παραπάνω σύμβαση με καταβολή στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωσης του ποσού των 7.250 ευρώ.
Καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην εταιρία, η αναιρεσείουσα κατέβαλε σε αυτόν οικειοθελώς, όπως και στους άλλους δικηγόρους της εταιρίας, σταθερά και μόνιμα, χωρίς επιφύλαξη ανάκλησης εκ μέρους της, ολόκληρο το ποσό, που αντιστοιχούσε στις ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές αυτού προς τα ταμεία ασφάλισης (Νομικών, Πρόνοιας Δικηγόρων κλπ).
Από την επαναλαμβανόμενη αυτή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνάγεται σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της εν λόγω παροχής, με την έννοια του μισθού, που δεν μπορούσε ελευθέρως να διακοπεί από την εταιρία, εφόσον δεν προέβη από την αρχή σε σχετική ρητή επιφύλαξη. Επομένως, η εν λόγω οικειοθελής παροχή περιλαμβανόταν στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου και ως εκ τούτου όφειλε η αναιρεσείουσα να συνυπολογίσει το εν λόγω ποσό για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων.
Συγκεκριμένα για το έτος 2005, που έλαβε χώρα η καταγγελία, οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές του αναιρεσιβλήτου ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.428,09 ευρώ (ήτοι 871,81 ευρώ για το ΤΝ, 476,28 ευρώ για το Ταμείο Πρόνοιας και 80 ευρώ η εισφορά του στον Δικηγορικό Σύλλογο). Κατά συνέπεια η αποζημίωση που εδικαιούτο να λάβει ο αναιρεσίβλητος ανέρχεται στο ποσό των 7.607 ευρώ (ήτοι 2.000 ευρώ ο μηνιαίος μισθός Χ 14,5 μήνες = 29.000 ευρώ + 1.428 ευρώ οι ασφαλιστικές εισφορές = 30.428 ευρώ δια 12 μήνες = 2.535 ευρώ Χ 3 μήνες), πλην όμως η αναιρεσείουσα κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των 7.200 ευρώ, δηλαδή προκύπτει διαφορά 407 ευρώ.
Εφόσον δεν καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο ολόκληρη η αποζημίωση, η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο την συμπεφωνημένη ως άνω μηνιαία αμοιβή των 2.000 ευρώ από τον μήνα Μάρτιο 2005 και μέχρι πλήρους καταβολής από αυτή της ανωτέρω αποζημιώσεως, απορριπτομενής της ενστάσεως αυτής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, αφού το ως άνω υπολειπόμενο ποσό δεν θεωρείται ασήμαντο και ιδιαίτερα μάλιστα για ένα νέο δικηγόρο, που αντιμετώπισε ένα δυσχερέστατο πρόβλημα στην έναρξη της σταδιοδρομίας του, δεδομένης μάλιστα και της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία και μετά την άσκηση της αγωγής δεν προσέφερε το ανωτέρω ποσό στον αναιρεσίβλητο, αλλά περιορίσθηκε να προβάλει τον όλως αβάσιμο ισχυρισμό περί ελλείψεως συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, καίτοι διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία με πολλούς έμπειρους δικηγόρους.
Ενόψει του ότι η καταγγελία έλαβε χώρα στις 3-3-2005, ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα το ποσό των 516,654 ευρώ, (2.000 Χ 0,25832), β) για επίδομα αδείας το ποσό των 1.000 ευρώ και για επίδομα ισολογισμού (καταβλητέου εντός του έτους 2005), το ποσό των 1.000 ευρώ, και συνολικά η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.516,64 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την επικουρική της νομική βάση και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημιώσεως καθώς και το ποσό των 2.516,64 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή σε αυτόν του ποσού των 2.000 ευρώ μηνιαίως από το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 λόγω μη καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως απολύσεως, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 281 του ΑΚ και 94§1 του Κωδ.
Δικηγόρων. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είχε ισχυρισθεί παραδεκτώς, κατ' άρθρ. 527§1 του ΚΠολΔ, η υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, του οποίου η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως ουσία αβάσιμη, ότι από ελευθεριότητα κάλυπτε πλήρως τις ασφαλιστικές εισφορές του τελευταίου κατά ποσοστό 100% προς το Ταμείο Νομικών, ΚΕΑΔ και Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων αντί του υποχρεωτικού κατά νόμο ποσοστού των 2/3 και ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η κάλυψη αυτή αποτελούσε οικειοθελή παροχή, ήταν τέτοια μόνο κατά το υπόλοιπο ποσοστό, δηλαδή κατά το 1/3, αφού κατά τα 2/3 η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών εκ μέρους της προς τα ασφαλιστικά ταμεία επιβαλλόταν από το νόμο (βλ.
ιδίως σελ. 49 και 59 των προτάσεών της). Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως δέχθηκε ότι στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογισθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, περιλαμβανόταν και ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχούσε στις ασφαλιστικές εισφορές του λόγω της καταβολής του σταθερά και μονίμως, συνολικού ύψους 1.428,09 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται αν οι εισφορές αυτές, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, μόνο κατά ποσοστό 2/3 βάρυναν εκ του νόμου την αναιρεσείουσα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις και ήταν αποδοτέες στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, παρακρατούνταν από την αναιρεσείουσα και αποδίδονταν στα ταμεία αυτά, οπότε, στην περίπτωση αυτή, κατά το πιο πάνω ποσοστό των 2/3 το εν λόγο ποσό δεν ήταν συνυπολογιστέο στην αιτούμενη με την αγωγή αποζημίωση, αφού μόνο κατά το υπόλοιπο αποτελούσε οικειοθελή παροχή και αν το υπολειπόμενο πλέον (μη καταβληθέν), χωρίς τον υπολογισμό του ποσοστού αυτού, ποσό της αποζημιώσεως (σε συνδυασμό και με το ότι από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αποζημίωση που κατεβλήθη ανερχόταν σε 7.200 ευρώ αντί του και στην αγωγή διαλαμβανόμενου ποσό των 7.250 ευρω) δεν ήταν ασήμαντο, ώστε με τη συνεκτίμηση και των λοιπών περιστατικών να μην καθιστά προφανώς καταχρηστική την άσκηση του ένδικου αυτού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Έτσι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες για το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 281 του ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδεται η πιο πάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πληττόμενο με αυτόν κεφάλαιό της, δηλαδή κατά το μέρος που αναφέρεται στην επιδίκαση της μηνιαίας αντιμισθίας λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως, παρέλκει δε η εξέταση του πρώτου του κυρίου δικογράφου και του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται ως προς το ίδιο κεφάλαιό της η εν λόγω απόφαση.
Μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ).
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρ. 579 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, δηλαδή του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται, κατ' άρθρ. 216 και 217 του ΚΠολΔ, οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε την 12-2-2009, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των 36.955,15 ευρώ, που κατέβαλε σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, δηλαδή του ημίσεος των επιδικασθέντων σε αυτόν ποσών πλέον τόκων επ' αυτών, δοθέντος ότι με την 146/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) είχε ανασταλεί εν μέρει η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο α) το ποσό των 2.516,64 ευρώ εντόκως για μεν τα επιδόματα Πάσχα και αδείας του έτους 2005 από την επομένη της απολύσεως, για δε το επίδομα ισολογισμού εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής και β) το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημιώσεως με τον νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό.
Έτσι, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται κατά το μέρος που αφορά το πιο πάνω υπό στοιχ. α' επιδικασθέν κονδύλιο, η αίτηση επαναφοράς είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται σε αυτήν το ποσό που κατεβλήθη στον αναιρεσίβλητο για την παραπάνω αιτία και τους τόκους που αναλογούν στο κονδύλιο αυτό, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να επιστραφεί.
Επομένως, η αίτηση επαναφοράς πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1811/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαϊου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ