124/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-12-2022 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated124/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η με αρ. κατ. 1/3-1-2023 αίτηση του εκκαλούντος- ενάγοντος για αναίρεση της 26/26-2-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την με αρ. κατ. 12/14-2-2019 έφεση του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 81/6-2-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία (αναιρεσιβαλλομένη) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 124 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 124 /2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Π. του Μ. και της Α., κατοίκου ..., προσωρινώς διαμένουσας στην Κολωνία Γερμανίας, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη νόμιμα παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 670/2024, ΑΠ 206/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6Α του Κώδικα Δικών του Δημοσίου ( Διάταγμα της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944), που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/ 2014 "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις."
Στην προκείμενη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η με αρ. κατ. 1/3-1-2023 αίτηση του εκκαλούντος- ενάγοντος για αναίρεση της 26/26-2-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την με αρ. κατ. 12/14-2-2019 έφεση του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 81/6-2-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία (αναιρεσιβαλλομένη) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Με την δε εκκαλουμένη απορρίφθηκε η με αρ. κατ. 78/11-9-2017 αγωγή του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί διόρθωσης των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών αναφορικά με το με ΚΑΕΚ 18 072 09 01 256 γεωτεμάχιο, που καταχωρίσθηκε ανακριβώς στο όνομα της νυν αναιρεσίβλητης. Τόσο στην πρωτοβάθμια δίκη, όσο και στην κατ' έφεση δίκη η τελευταία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ.
Σ. (Δ.Σ.Θεσπρωτίας), κάτοικο Ηγουμενίτσας ( Εθν. Αντίστασης 146) . Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι` αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, το δε αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπήθηκε νόμιμα με την από 1-10-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, προσκόμισε την 1-10-2024 μαζί με την ως άνω δήλωση και την ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας Ε.
Σ. Από αυτήν προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 2-10-2024, επιδόθηκε νόμιμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Ν.
Π., δικαστικού πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στον Δ. Σ., πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της αναιρεσίβλητης κατ' άρθρο 6Α του Κώδικα Δικών του Δημοσίου (παρέλαβε ο ίδιος).
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Η δε αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2018 και ΟλΑΠ 6/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου. Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 75/1987).
Στο άρθρο 6 παρ.2 της συνομολογηθείσας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας Σύμβασης περί Ειρήνης, που υπογράφηκε την 1/14.11.1913, στην Αθήνα και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. ΔΣΙΓ /14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913) ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα εν ταις εκχωρουμέναις τη Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τoν οθωμανικόν νόμον, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως." Στη συνέχεια με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 147/1914 (Φ.Ε.Κ.
Α' 25 της 01.02.1914), που εφαρμόζεται στις Νέες Χώρες που βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο νομός Θεσπρωτίας (στον οποίο από την 1η.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ.1 του ιδίου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία) ορίζεται ότι "..εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία .
Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις , αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα , των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους", στην δε διάταξη της παρ.2 του ιδίου άρθρου αναφέρονται τα νομοθετήματα του Παλαιού Βασιλείου δηλ. του μέχρι τότε ελληνικού κράτους που εισάγονται στις Νέες Χώρες, στα οποία δεν περιλαμβάνεται ούτε το ΒΔ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1-12-1836), ούτε ο ν.
ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών". Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 1 του περί δασών νόμου της 11ης Σεβάλ 1286 (χριστιανικό έτος 1870), στην οθωμανική επικράτεια τα δάση διαιρούνταν σε τέσσερις κατηγορίες , δηλ. 1) τα δημόσια (ορμάν ή μιρί ορμάν), που ανήκαν στην πλήρη κυριότητα του οθωμανικού κράτους και κατά το άρθρο 30 του κατωτέρω αναφερόμενου νόμου ως οθΝπΓαιών ήταν ελεύθερα εξουσιάσεως (μουμπάχ), χαρακτηρίζονταν δε από αυτοφυή βλάστηση επί ορέων -αδέσποτων εδαφών , 2) τα βακουφικά (βακούφ), που είχαν αφιερωθεί είτε από ιδιώτη είτε από τον Σουλτάνο προς εκπλήρωση διηνεκούς ευαγούς σκοπού, έτσι ώστε να θεωρούνται ιερό πράγμα , 3) τα κοινοτικά (μπαλταλίκ), που επίσης ανήκαν στο οθωμανικό κράτος , αλλά χρησιμοποιούνταν και καρπώνονταν από τους κατοίκους ενός ή περισσότερων χωρίων και 4) τα ιδιωτικά (κουρί) (ΑΠ 325/1910) .
Στην παρ.2 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι τα ιδιωτικά δάση (κουρί) διέπονται από τον νόμο περί γαιών, με τις διατάξεις του οποίου κρίνονται τα της νομικής κατάστασης αυτών, τα της εξουσίασης αυτών και ότι σε αυτά δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ως άνω περί δασών νόμος. Με το προρρηθέν άρθρο 2 παρ.5 του ν. 147/1914 διατηρήθηκε σε ισχύ ο Νόμος περί γαιών (Kanunname-i arazi) της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856- που στο εξής για συντομία θα αναφέρεται ως οθΝπΓαιών), στο άρθρο 3 παρ.1 εδάφ.
α' του οποίου ορίζεται ότι δημόσιες γαίες("εραζί εμιριγιέ", "arazi-i empiriye") είναι οι αγροί , οι λειμώνες, οι θερινοί και χειμερινοί βοσκότοποι, τα δάση (κουρή , δηλ. τα ιδιωτικά) και λοιπά παρεμφερή κτήματα. Η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) των δημοσίων γαιών ανήκε στο Οθωμανικό Κράτος , ενώ η εξουσίαση ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), δηλ.
η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και την χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί ("tapu"), το οποίο έφερε το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου.
Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023). Στο δε άρθρο 30 του οθΝπΓαιών ορίζεται ότι με εξαίρεση τα επί των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ) ορέων αυτοφυών δασών και των ανηκόντων στην ολότητα των κατοίκων πόλης ή χωρίου δασών (μπαλταλίκ) , τα ιδιωτικά δάση (κουρή) εξουσιάζονται βάσει ταπίου για ξύλευση και υλοτομία από πάππου προς πατέρα, υλοτομούνται μόνον από τον έχοντα ταπί , απαγορευομένης της υλοτομίας των από τρίτους με την παρέμβαση του αρμοδίου υπαλλήλου.
Στο δε άρθρο 78 του οθΝπΓαιών, ορίζεται ότι εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εξουσίασης. Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 78) δεν εφαρμόζεται επί δασών και βοσκοτόπων , αλλά μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, αφού βασική προϋπόθεση για την κτήση του εν λόγω δικαιώματος είναι πέραν της κατοχής και η καλλιέργεια (Ολ ΑΠ 411/1963 και 409/1963).
Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση επιβεβαιώνεται από την ερμηνευτική εγκύκλιο του Οθωμανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, το άρθρο 13 του νόμου περί ταπίων ("Ταπού νιζαμναμεσή") της 8 Δζεμάζηλ - αχίρ 1275 (χριστιανικού 1857), το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων ("Ταρηφναμέ") της 15 Σαπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του οθΝπΓαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71)(ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 957/2023).
Ακολούθως, με το διάταγμα 2468/20.5.1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ. Α' 305 της 29.12.1917), καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.5.1917, παραχωρήθηκε αυτοδικαίως στον έχοντα δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δημοσίας γαίας, είτε δυνάμει τίτλου (ταπί) , είτε δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, είτε δυνάμει του άρθρου 78 του οθΝπΓαιών, δηλ της 10ετούς εξουσίασης συμπληρωθείσας έως 20-5-2017,το δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου της εξουσιαζόμενης δημόσιας γαίας , του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου ανακτώμενου από το Ελληνικό Δημόσιο κατά συγκυριότητα και συγκατοχή.
Προβλέφθηκε δε, ότι αν επρόκειτο για καλλιεργούμενη δημόσια γαία έκτασης έως 100 στρεμμάτων, η παραχώρηση της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας στον εξουσιαστή (δηλ. χωρίς να ανακτά το Ελληνικό Δημόσιο το 1/5) γινόταν με την έκδοση παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφόμενου (άρθρο 3 του ως άνω διατάγματος).
Ακολούθησε ο ν. 2052/1920 (Φ.Ε.Κ. Α' 49 της 28.2.1920) "Αγροτικός νόμος" , ο οποίος επαναλαμβάνει στα άρθρα 49-50 τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917, προβλέποντας ειδικά στο άρθρο 51 ότι σε γεωργούς κατέχοντες και αυτοκαλλιεργούντες γαίες ή σε ιδιοκτήτες φυτειών , των οποίων (γαιών ή φυτειών) η έκταση δεν υπερβαίνει τα 200 στρέμματα, η ως άνω παραχώρηση της πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας γίνεται εφ' όλης της έκτασης και χωρίς αντάλλαγμα για το Δημόσιο, είτε αυτοί είχαν τίτλο (ταπί) είτε εξουσίαζαν δυνάμει του άρθρου 78 του οθΝπΓαιών, ενώ στο άρθρο 52 παρ.3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "3.
Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά." Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στην παρ.1 του ίδιου άρθρου και για τα αδέσποτα ακίνητα. Έτσι θεμελιώθηκε το πρώτον μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις τα κείμενα στις Νέες Χώρες, σε συνέχεια του αντίστοιχου οθωμανικού τεκμηρίου, είτε αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ), είτε των βακουφικών, είτε των κοινοτικών , είτε των ιδιωτικών (κουρή) εξουσιαζόμενων μόνο βάσει ταπίου.
Εντούτοις, κατ' αναλογική εφαρμογή των ισχυόντων στο Παλαιό Βασίλειο δυνάμει του ΒΔ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1-12-1836)( το οποίο σημειωτέον δεν ορίζει τι είναι δάσος και δασική έκταση, αλλά προβλέπει διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικών δασών εντός έτους από την δημοσίευσή του, παρελθούσης δε της προθεσμίας όλα τα δάση θεωρούνται δημόσια, αλλά δεν ισχύει για τις Νέες Χώρες ΣτΕ 1104/1938), δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιώτες τους διαθέτοντες τίτλο (ταπί) με το οποίο εξουσίαζαν δάσος ή δασική έκταση κείμενο στις Νέες Χώρες επί οθωμανικής κυριαρχίας να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους αυτό (εξουσίασης) , που στη συνέχεια μετατράπηκε σε κυριότητα κατά τα ανωτέρω, απευθυνόμενοι στο Διοικητικό Δικαστήριο "παρά τω Υπουργείω Γεωργίας" , που συστήθηκε με το ν. 2201/1920 ( ΦΕΚ Α 133/18-6-1920) και εφάρμοζε τα προβλεπόμενα στο ΝΔ της 22-4-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (ΦΕΚ Α 188/16-5-1926)(ΑΠ 1100/2014).
Προϋπόθεση, όμως, του ως άνω τεκμηρίου κυριότητας είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες δηλ. την 1-2-1914. (ΑΠ 111/1923) Για το τι ήταν δάσος και δασική έκταση εκείνο το χρονικό σημείο εφαρμόζεται ο ορισμός που δίνεται στο άρθρο 1 του ν. ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", που περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1, 2, 3 του ν. 998/1979 .
Συγκεκριμένα στο άρθρο 57 του ν.3077/1924 ορίζεται ότι "Δάσος είναι πάσα έκτασις εδάφους εν όλω ή εν μέρει υπ' αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας καλυπτόμενη, και προς παραγωγήν ξυλείας και άλλων προϊόντων προωρισμένη. Δασικά δε εδάφη αι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις , αι ασκεπείς κορυφαί των ορέων και αι πλευραί αυτών με απότομον κλίσιν" , ενώ στα επόμενα άρθρα του ν.3077/1924 γίνεται διάκριση σε δημόσια και ιδιωτικά δάση και προβλέπεται η διαχείριση τους.
Σημειωτέον ότι αργότερα με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 "Περί υπαγωγής της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον των Οικονομικών κλπ" (ΦΕΚ Α 399/12-11-1929) και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας", παραχωρήθηκε στους προρρηθέντες συγκυρίους του ποσοστού των 4/5 και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου έναντι τιμήματος ίσου με το 1/10 της τρέχουσας αγοραίας αξίας του όλου κτήματος (υποχρέωση που κατά τα ανωτέρω αφορούσε εκτάσεις άνω των 200 στρεμμάτων ) και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου ( ΑΠ 1551/2023 , ΑΠ 957/2023).
Με τη συνδρομή των ανωτέρω κατά περίπτωση προϋποθέσεων η πρώην εξουσιαζόμενη δημόσια γαία κατέστη περαιτέρω δεκτική χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση, η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του ν.ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτική.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες. Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 957/2023, ΑΠ 1983/2022). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.) του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυσε στις Νέες Χώρες από την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτές την 1-2-1914 έως την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής πάνω σε αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ίδιας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω για τα ακίνητα τα κείμενα στις Νέες Χώρες, που ανήκαν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως πρώην δημόσιες γαίες , έστω και αν εξουσιάζονταν από ιδιώτη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κτήση κυριότητας από αυτόν (ιδιώτη) με έκτακτη χρησικτησία, παρά μόνο αφότου εξέφυγαν της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου κατά τα λεπτομερώς κατά περίπτωση ως άνω εκτιθέμενα.
Στην παρούσα περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση του ενδιαφέροντος περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "...το επίδικο ακίνητο και δη μία έκταση εμβαδού 6.270,79 τ.μ., που βρίσκεται στην Τοπική Κοινότητα Πλαισίου της Δημοτικής Ενότητας Φιλιατών του Δήμου Φιλιατών και στη θέση "ΠΝΙΓΜΕΝΗ", όπως αυτή αποτυπώνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Μάρτιο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1/2500 του δασολόγου Σ.
Μ. και συνορεύει Βόρεια, Νότια και Ανατολικά με αγροτικές και δασικές εκτάσεις και Δυτικά με δασικές εκτάσεις. Σύμφωνα δε με την από 7-3-2016 έκθεση αυτοψίας του ίδιου παραπάνω δασολόγου, η επίδικη έκταση βρίσκεται σε υπερθαλάσσιο ύψος 320 μ. κατά μέσο όρο, απέχει από την Εθνική οδό Ηγουμενίτσας -Σαγιάδας 7.200 μ., από τη θάλασσα περίπου 8.100 μ., από τον οικισμό Πλαισίου περίπου 370 μ.
και από τον επαρχιακό δρόμο Φιλιατών - Σαγιάδας περίπου 2.500 μ., έχει έκθεση περίπου νότια, νοτιοδυτική - δυτική και παρουσιάζει κλίση 30 - 60% ανάλογα με τη θέση, ενώ το έδαφος της είναι γαιώδες, ημιγαιώδες - ημιχαλκώδες ανάλογα με τη θέση, ορφνό - δασικό, αβαθές (μέτρια γόνιμο), το οποίο εδράζεται πάνω σε ασβεστολιθικά πετρώματα, που αποτελούν το μητρικό πέτρωμα.
Το δυτικό και βόρειο τμήμα της έκτασης έχουν το χαρακτηρισμό "Δ.Δ.", καθώς περιλαμβάνονται στο δασικό πολύγωνο με κωδικό ΔΔ 18072005181601, που σημαίνει ότι είχε μορφή δάσους και δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες του 1945 και έχει μορφή δάσους και δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες προσφάτου έτους 2007 - 2009, ενώ το νοτιοανατολικό τμήμα της έκτασης έχει το χαρακτηρισμό "Α.Δ.", καθώς περιλαμβάνεται στο δασικό πολύγωνο με κωδικό ΑΔ 18072002079401, που σημαίνει ότι ήταν άλλης μορφής/κάλυψης εκτάσεις (:
μορφής μη δασικής έκτασης) στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, είναι όμως δάση και δασικές εκτάσεις στις αεροφωτογραφίες προσφάτου έτους 2007 - 2009.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω έκθεση αυτοψίας, από την εξέταση, των συζυγών αεροφωτογραφιών 063 9094 (2-3) και 064 9094 (2-3) έτους 1945 προκύπτει ότι η επίδικη έκταση κατά το χρόνο εκείνον καλυπτόταν κατά το δυτικό και βόρειο μέρος της από δασική βλάστηση και είχε μορφή δασικής έκτασης, ενώ η υπόλοιπη έκταση (ανατολικό και νότιο μέρος) είχε αγροτική μορφή, αφού διακρίνονται και κάποια ελαιόδεντρα.
Πλην όμως το ενάγον δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης κατά το χρόνο ισχύος του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με συνέπεια να μην ισχύει γι' αυτήν το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ... η επίδικη έκταση αποτελεί ελαιώνα, εντός του οποίου υπάρχουν είκοσι (20) ελαιόδεντρα περίπου, ηλικίας άνω των 100 ετών, και αυτός περιήλθε στην εναγόμενη από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της, Μ.
Π., στον οποίο επίσης περιήλθε από τον πατέρα του, Χ. Π., που το νεμόταν και το καλλιεργούσε από πριν το έτος 1915, έχοντας μάλιστα ο ίδιος φυτέψει τα εν λόγω ελαιόδεντρα πριν το έτος 1890. .....η επίδικη έκταση περικλείεται γύρωθεν κατά το μεγαλύτερο μέρος της από μεγάλες εκτάσεις με χαρακτηρισμό "Α.Δ." ή "Δ.Α." (που σημαίνει ότι ήταν δάση και δασικές εκτάσεις στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 και άλλης μορφής/κάλυψης, δηλαδή μορφής μη δασικής, εκτάσεις στις αεροφωτογραφίες προσφάτου έτους 2007- 2009), μόνο δε στο βόρειο και δυτικό τμήμα της εντοπίζονται μικρότερες εκτάσεις με χαρακτηρισμό "Δ.Δ."." Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε το Εφετείο, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, διότι: Α) Εξετάζοντας και απορρίπτοντας την κύρια αγωγική βάση, που επανήλθε ως λόγος έφεσης ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική έκταση, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του ΒΔ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1-12-1836) δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά το χρόνο ισχύος του ως άνω διατάγματος δηλ.
το 1836, ενώ επειδή πρόκειται για ακίνητο κείμενο στις Νέες Χώρες και δη στα Φιλιατά Θεσπρωτίας, έπρεπε να εφαρμόσει τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της συνομολογηθείσας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας Σύμβασης περί Ειρήνης, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. ΔΣΙΓ (4213)/14.11.1913, 2 παρ.5 του ν. 147/1914, 3 παρ.1 εδ.α και 30 του Νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, 52 παρ.2 του ν.2052/1920 και 57 του ν. 3077/1924, προκειμένου να αποφανθεί αν το επίδικο όλο ή μέρος του αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση ή καλλιεργήσιμη δημόσια γαία κατά το οθωμανικό δίκαιο κατά τον κρίσιμο χρόνο της εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στο νομό Θεσπρωτίας, όπου κείται το επίδικο, την 1-2-1914.
Β) Περαιτέρω δε εξετάζοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης, που νόμιμα επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις προρρηθείσες διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.) του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου περί κτήσης κυριότητας από τον απώτατο δικαιοπάροχό της με έκτακτη χρησικτησία για το διάστημα πριν την 1-2-1914 , καθόσον δεν νοείτο χρησικτησία επί οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και για το μετέπειτα διάστημα, χωρίς να ερευνήσει εάν ο απώτατος δικαιοπάροχος της εναγομένης και νυν αναιρεσίβλητης είχε αποκτήσει επί οθωμανικής κυριαρχίας δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με ταπί ή με επί δεκαετία αναμφισβήτητη εξουσίαση συμπληρωθείσα έως το 1917 , εφόσον δεχόταν ότι επρόκειτο για καλλιεργήσιμη γαία, το οποίο δικαίωμα εξουσίασης μετατράπηκε σε κυριότητα κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και ως εκ τούτου απώλεσε το επίδικο τον χαρακτήρα δημόσιας γαίας (είτε δάσους είτε καλλιεργημένου αγρού) και έκτοτε κατέστη δεκτικό χρησικτησίας.
Γ) Επίσης το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα περί του δασικού ή μη χαρακτήρα του επιδίκου , διότι α) παρέλειψε να περιγράψει την βλάστηση που φύεται επί του επιδίκου, εμβαδού 6.270,79 τ.μ., αρκούμενο στο ότι υπάρχουν 20 ελαιόδενδρα περίπου στο ανατολικό και νότιο τμήμα του, το οποίο δεν προσδιόρισε κατ' έκταση έναντι του όλου επιδίκου και β) ενώ δέχθηκε ότι το δυτικό και βόρειο τμήμα του επιδίκου, το οποίο τμήμα επίσης δεν προσδιόρισε κατ' έκταση έναντι του όλου, είχε μορφή δάσους και δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, όπως και στις μεταγενέστερες των ετών 2007-2009, καλυπτόμενο από δασική βλάστηση, ότι συνορεύει με δασικές εκτάσεις και έχει κλίση 30-60%, ακολούθως δέχθηκε ότι πρόκειται για ελαιώνα.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνουν δεκτοί οι υπό στοιχείο Α,Β και Ε λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης, που εκτιμάται ότι λόγω της συνάφειάς τους αλλληλοσυμπληρώνονται και με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ. Μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης από τους αριθμούς 8,10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των λόγων που έγιναν δεκτοί, η οποία καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 26/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης , πρέπει η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίοντος, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 26/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος , τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 04 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ