Supreme Court dismisses appeal for inadmissible arguments regarding evidence not properly raised in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member court of appeal's decision regarding a sales contract dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered documents lacking proper authentication and translation, claiming these were not legally admissible. The court ruled that the appellant failed to formally propose these specific evidentiary objections during the initial proceedings, rendering the appeal inadmissible under procedural law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument regarding the inadmissibility of evidence must have been formally proposed in the court of first instance and reiterated in the appeal petition, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 124 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 124/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Φ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καζαντζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." (...) - και φερόμενη νυν με την επωνυμία "..." (...), η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5320/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μετάθεσης της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος.
Συνεπώς, επί αγωγής του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων, οφείλει ο πωλητής να επικαλεσθεί και να αποδείξει α) την κατάρτιση της οικείας συμβάσεως, β) τα πωληθέντα και παραδοθέντα πράγματα και γ) την τιμή των πωληθέντων πραγμάτων (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 819/2017).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή" και "η καταβολή απαιτείται να γίνει στον δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ.
α` ΑΚ, συνάγεται ότι, για να έχει, η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, το αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, πρέπει: α) να είναι προσήκουσα. Δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με τον νόμο και τη σύμβαση, χωρίς να αρκεί τμηματική καταβολή (ΑΠ 907/2005) και β) να γίνει: 1) είτε προς τον δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή τον νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο να λάβει την παροχή, ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν συμβάσεώς του με τον οφειλέτη, παρέχοντας δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός.
Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, έστω και αν αυτός τελούσε σε συγγνωστή πλάνη - με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224, 1654, 1540, 1541, 426 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ - εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω απόδοσης του ληφθέντος στον δικαιούχο ή κληρονομήσεως του ενός από αυτούς από τον άλλο ή απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στον δανειστή από άλλη αιτία.
Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 1118/2022, ΑΠ 204/2021, ΑΠ 134/2013, ΑΠ 285/2011). Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (ΑΠ 662/2021, ΑΠ 2236/2009).
Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1182/2021, AΠ 1167/2019, ΑΠ 1348/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) αποτελεί μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που εδρεύει στη ..., με μοναδική εταίρο την Άννα Ατανάσοβα Τάσεβα και δραστηριοποιείται στο χονδρικό εμπόριο ετοίμων ενδυμάτων.
Έως τις 18-9-2015 δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά υπό την επωνυμία "..." και κατά την ως άνω ημερομηνία μετέβαλε την επωνυμία της σε "...", διατηρώντας τον ίδιο Ενιαίο Αριθμό Αναγνώρισης (φορολογικό αριθμό) .... Με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που κατάρτισε προφορικά με τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) στις 31-3-2011, 2-6-2011 και 29-6-2011, η ενάγουσα του πώλησε και του παρέδωσε έτοιμα ενδύματα αλλά και ορισμένα έπιπλα, εκδίδοντας κάθε φορά το αντίστοιχο τιμολόγιο- δελτίο αποστολής.
Ειδικότερα για την πρώτη πώληση εξέδωσε τα με αριθμ. 1/31-3-2011 και 2/31-3-2011 τιμολόγια ποσού 71.009,30 λέβα και 25.658,06 λέβα αντίστοιχα, για τη δεύτερη το με αριθμ. 3/2-6-2011 τιμολόγιο ποσού 461,00 λέβα και για την τρίτη το με αριθμ. 4/29-6-2011 τιμολόγιο ποσού 3.063,61 λέβα. Κατά τη σύναψη των διαδοχικών πωλήσεων συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το τίμημα κάθε σύμβασης έπρεπε να καταβληθεί με την παράδοση των εμπορευμάτων.
Η ενάγουσα ωστόσο, μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, χορήγησε προφορικά στον εναγόμενο προθεσμία για την πληρωμή του τιμήματος, η οποία κατά την ίδια ανήλθε σε 10 ημέρες και κατά το μάρτυρα απόδειξης σε 30 ημέρες, με συνέπεια να μην προκύπτει ότι υπήρξε δήλη ημέρα πληρωμής του τιμήματος κάθε πώλησης, υπό την έννοια της σαφούς ημερομηνίας πληρωμής του τιμήματος.
Ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση περί αποσβέσεως της ένδικης οφειλής, λόγω καταβολής (άρθρο 416 του ΑΚ), ισχυρισμό που επαναφέρει στην παρούσα δίκη με τον 5° λόγο της έφεσης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το τίμημα των ένδικων πωλήσεων εξοφλήθηκε με καταβολή της εταιρίας "..." προς την εταιρία ...
και προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει τη με αριθμό 3/7-7-2011 εξοφλητική απόδειξη ποσού 53.528 ευρώ, που εξέδωσε η εταιρία .... Η καταβολή αυτή που έγινε προς τρίτο πρόσωπο, πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι αφορά το τίμημα των επίδικων πωλήσεων, εφόσον στην ως άνω απόδειξη αναγράφεται γενικά "αποδοχή πληρωμής για υπόλοιπο λογαριασμού της ...", δεν έγινε προς πρόσωπο δεκτικό καταβολής, αφού δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι η εν λόγω εταιρία ...
ήταν εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να λάβει το ως άνω ποσό ούτε ότι η τελευταία ενέκρινε τη σχετική καταβολή για δικό της λογαριασμό. Επομένως η καταβολή αυτή (αν έλαβε χώρα) δεν απόσβεσε την οφειλή του εναγομένου, ο οποίος οφείλει το τίμημα συνολικού ποσού 104.664,97 λέβα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και εν τέλει υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ισόποσο σε ευρώ των 104,664,97 λέβα κατά το χρόνο πληρωμής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης...".
Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Eφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 3/7-7-2011 εξοφλητικής απόδειξης, με την οποία φέρεται ότι κατέβαλε το ποσό των 53.528 ευρώ προς την εταιρία με την επωνυμία ..., προς εξόφληση της οφειλής του προς την αναιρεσίβλητη. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, ούτε παρέλειψε να αναγνώσει μέρος αυτών, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό τους όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα, ήτοι ότι η καταβολή του προαναφερομένου ποσού προς την εταιρία με την επωνυμία ..., δεν ήταν η προσήκουσα και δεν επέφερε την απόσβεση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τα προαναφερόμενα τιμολόγια.
Συνεπώς, το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων. Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση του προαναφερόμενου εγγράφου, που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτών παραμορφώθηκε, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, και υπό την προσχηματική επίκληση των ως άνω αιτιάσεων εκ μέρους τη αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλομένης, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο.
Ωστόσο μετά την τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση (ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 1402/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 περ. α` ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι αυτό έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα 1) τη με αριθμό εξερχομένων ... βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Βουλγαρίας και 2) το υπ' αριθ. ...
πιστοποιητικό-βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Βουλγαρίας, αμφότερα συντεταγμένα στη Βουλγαρική γλώσσα, για τον λόγο ότι δεν ήταν επισήμως μεταφρασμένα και δεν έφεραν αμφότερα τη Σφραγίδα της Χάγης (Apostille). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 323/2012).
Ειδικότερα, στην περίπτωση του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επί παραπόνου για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν επιτρέπονται από το νόμο, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως, καθώς, επίσης, και ότι ο ισχυρισμός περί τυχόν απαραδέκτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο (ΑΠ 1248/2020, ΑΠ 1126/2019, ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 598/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδει στο Εφετείο ομοίως την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. α` ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα 1) το από 5-10-2010 ιδρυτικό συμβόλαιο της αναιρεσίβλητης εταιρίας, το οποίο προσκομίστηκε σε ανεπίσημη μετάφραση "το (φερόμενο ως) πρωτότυπο του οποίου δεν φέρει καμία επίθεση της Σφραγίδας της σύμβασης της Χάγης (Apostille), ενώ στη (φερόμενη ως) μετάφρασή του αναφέρεται πως έχει τεθεί η Σφραγίδα της σύμβασης της Χάγης (Apostille)" και 2) "όλα τα σχετικά (φερόμενα) ως τιμολόγια-ήτοι το υπ' αρ. 1/31-03-2011, το υπ' αρ. 2/31-03-2011, το υπ' αρ. 3/2-06-2011 και το υπ' αρ. 4/29-06-2011 που δεν έχουν επίσημη μετάφραση και δεν φέρουν καμία υπογραφή επ' αυτών".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται πρόταση του επίμαχου ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφορά του στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, σε κάθε περίπτωση δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, ακολούθως, δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος τις εξαιρέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενώ περαιτέρω δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-3-2019 αίτηση του Ν. Φ. του Κ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 48/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ