Legislator Case Law & Legislation
124/2022 AI generated

124/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 124/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2019 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

124/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε περίπτωση δε η αναιρεσείουσα αμφισβητεί στην πραγματικότητα την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης από το Εφετείο, ισχυριζόμενη ότι δεν αξιολόγησε σωστά τις δοθείσες ως άνω καταθέσεις μαρτύρων και τις ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν υπόψη, η οποία, κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 124 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 124/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσης ανωνύμου εταιρείας που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Θ. Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένης από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτρη Ποντικάκη που ανακάλεσε την από 24-8-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 18/07/2019 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.6/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577§3 ΚΠολΔ). Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).

Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. (ΑΠ 224/2020, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008). Κατά την έννοια του άνω άρθρου έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως αποφάσεις των πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους, προσκομίζονται δε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1086/2015, ΑΠ 1056/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο και τον τρίτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, επικαλούμενη: α) με τον πρώτο λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αριθμ. .../1900 και .../1972 πωλητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Χανίων Ιωάννη Γιάνναρη και Δημητρίου Μπαλωμενάκη, αντίστοιχα, από τα οποία ισχυρίζεται ότι προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο, καθώς και το συνεχόμενο με αυτό υπόλοιπο ακίνητό της, περιλαμβάνεται στον πιο πάνω τίτλο (.../1900 συμβόλαιο) του απώτατου δικαιοπαρόχου της Α.

Π., στο οποίο .../1900 συμβόλαιο αναφέρεται και ο μεταγενέστερος πιο πάνω τίτλος (.../1972 συμβόλαιο) των δικαιοπαρόχων της Α. Π. (άμεσου) και Ε. Π. (απώτερου), καθόσον δέχθηκε ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στα συμβόλαια αυτά και β) με τον τρίτο λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αριθμ. 323/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και του αριθμ. .../1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Παναγιώτη Κλωνιζάκη, από τα οποία έγγραφα ισχυρίζεται ότι προκύπτει ότι το ακίνητο, το οποίο αναγνωρίσθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο αναφέρεται η εν λόγω απόφαση, περιγράφεται δε στο πιο πάνω συμβόλαιο, βρίσκεται στη θέση ..., που απέχει 1,5 χιλ/τρα από τη θέση ..., όπου βρίσκεται το επίδικο, δεν βρίσκονται, δηλαδή, στην ίδια θέση, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι, προεχόντως, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των εν λόγω αποδεικτικών εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 778/2021, ΑΠ 1076/2012, ΑΠ 399/2011).

Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας της ενάγουσας - αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, που αποτελεί αιγιαλό, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ύστερα από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης) και δεν στήριξε την παραπάνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα ως άνω έγγραφα.

Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ.Ολ. 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ.ΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ 6/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016). Στην προκείμενη περίπτωση είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, εξαιτίας της αοριστίας τους, 1) οι δεύτερος, όγδοος, ένατος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης, και, τούτο, διότι, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως υπάγονται οι επικαλούμενες με τους λόγους αυτούς αιτιάσεις, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με τους αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ενώ μάλιστα δεν αναφέρεται ούτε και το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 536/2021, AΠ 718/2020, ΑΠ 27/2020), και 2) ο δέκατος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, και όχι του αριθμού 20 που αναγράφεται στο αναιρετήριο, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται στον αναιρετικό αυτό λόγο ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποδίδεται: α) με τον 2ο αναιρετικό λόγο η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, και, τούτο, διότι η μεν φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 113/2020), ο δε κανόνας του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιβάλλει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων, έχει τον χαρακτήρα κατευθυντήριας γραμμής προς την νομοθετική εξουσία, όπως κατά την άσκηση αυτής αποσκοπεί στην πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής, χωρίς να καθιερώνει ούτε να επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, και ως εκ τούτου δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την έννοια των άρθρων 559 αριθμ. 1α'ΚΠολΔ (ΑΠ 113/2013, ΑΠ 1241/2010), β) με τον 8ο αναιρετικό λόγο η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των αποδεικτικών εγγράφων στα οποία αναφέρεται (οικοδομικών αδειών), δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 778/2021, ΑΠ 1076/2012, ΑΠ 399/2011), αλλά και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας της ενάγουσας- αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, που αποτελεί αιγιαλό, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ύστερα από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης) και δεν στήριξε την παραπάνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα ως άνω έγγραφα.

γ) με τον 9ο αναιρετικό λόγο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται στον αναιρετικό αυτό λόγο ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, καθώς επίσης δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, παρά μόνο, εκτίθεται, μία αποσπασματική, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, παραδοχή, που δεν αρκεί για να στηρίξει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο και δ) με τον 12ο αναιρετικό λόγο η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, ως προς την ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003 βάση της, παρά μόνο, εκτίθεται, μία αποσπασματική, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, παραδοχή (τέσσερις σειρές), που δεν αρκεί για να στηρίξει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Γ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 667/2018).

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε, διότι δέχτηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και κατόπιν τούτου απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή της, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο κτήσεως κυριότητας.

Ειδικότερα, προβάλλει ότι το Εφετείο δέχθηκε «πραγματικά γεγονότα όσον αφορά την πραγματική κατάσταση του επιδίκου για την περίοδο προ του έτους 1945, χωρίς απόδειξη», και πιο συγκεκριμένα ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι το επίδικο τουλάχιστον από την εποχή της τουρκοκρατίας ήταν στο σύνολό του αιγιαλός, καθόσον βρεχόταν από τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις κυμάτων, για το χρονικό διάστημα μέχρι το έτος 1945, ανήκον, ως κοινόχρηστο πράγμα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, και από τις 23/7/1904 έως το έτος 1946, οπότε ίσχυε στην Κρήτη ο Κρητ.

ΑΚ, τούτο ήταν δημόσιο αναπαλλοτρίωτο κτήμα (άρθρα 159 και 202 Κρητ. ΑΚ), ότι στη συνέχεια είτε λόγω προσάμμωσης της περιοχής από φυσικά αίτια, είτε λόγω υποχώρησης της θάλασσας προς βορρά, δημιουργήθηκε μεγαλύτερο πλάτος ξηράς, και έπαυσε να βρέχεται από τα κύματα, με αποτέλεσμα τμήμα του επιδίκου 180 τ.μ. να εξακολουθεί να είναι αιγιαλός, ανήκον, ως κοινόχρηστο πράγμα, κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, το δε υπόλοιπο τμήμα του 2.208,39 τ.μ., που απώλεσε την ιδιότητα του αιγιαλού, κατέστη παλαιός αιγιαλός, που εξακολουθεί, ex lege, να ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του δημοσίου, και έτσι, απέρριψε την αγωγή του, χωρίς όμως να διατάξει αποδείξεις για την πραγματική κατάσταση του επιδίκου για την περίοδο προ του έτους 1945.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το εφετείο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα της απόρριψης της αγωγής ως ουσία αβάσιμης, ανεξάρτητα από την ορθότητά του ή μη, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις προσκομισθείσες με επίκληση από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης, μεταξύ των διαδίκων, δίκης, και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νόμιμα.

Επιπλέον, το εφετείο προέβη και σε ιδιαίτερη αναφορά και αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων στα οποία στηρίχθηκε (τεχνική έκθεση Π.), προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν αναγκαία η επί μέρους αναφορά, εξειδίκευση και αξιολόγησή τους. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, γιατί η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι κυριαρχική και αναιρετικά ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.

Δ1. Κατά το άρθρο 561 παρ 2 Κ.Πολ.Δικ. ο Άρειος Πάγος ελέγχει την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων. Η διάταξη αυτή δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέραν των λόγων του άρθρου 559, αναφέρεται όμως σε όλους τους λόγους του άρθρου 559.

Επομένως, ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων ανάγεται στην έρευνα αν η αποδιδόμενη στα έγγραφα αυτά εσφαλμένη εκτίμηση οδηγεί σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ1 58/2009). 2. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 42/2002).

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017, ΑΠ 566/2017).

Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009).

Για την πληρότητα δε του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, δηλαδή κρίσιμου για την έκβαση της δίκης, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 716/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο, κατά το κύριο μέρος του, και με τον ενδέκατο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε και δεν εκτίμησε το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων, και ειδικότερα η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε σωστά:

α) τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Π. και Α. Μ., που περιέχονται στα αριθμ. 48/19-01-2017 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Κ. και Α. Μ., που περιέχονται στα αριθμ. 67/29-11-2007 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, τα οποία είχαν συνταχθεί επί άλλης, μεταξύ των διαδίκων, δίκης, έχουσας ίδιο, με την ένδικη υπόθεση, αντικείμενο (7ος λόγος), και β) τις προτάσεις που η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Εφετείο, στις οποίες παρέθετε τις ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Κ., Ι. Κ., Θ. Κ. και Ε. Κ., που είχαν δοθεί στο πλαίσιο άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης (11ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι, ως προς τις αιτιάσεις αυτές, απαράδεκτοι, καθόσον, με τη διάταξη του άρθρου 561παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, δεν ιδρύεται ειδικός αναιρετικός λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, στις εν λόγω δε αιτιάσεις δεν αναφέρεται ενάριθμα καμιά από τις αναφερόμενες 1-20 του άρθρου 559 πλημμέλεια (ΑΠ 403/2019, ΑΠ 1942/2009).

Σε κάθε περίπτωση δε η αναιρεσείουσα αμφισβητεί στην πραγματικότητα την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης από το Εφετείο, ισχυριζόμενη ότι δεν αξιολόγησε σωστά τις δοθείσες ως άνω καταθέσεις μαρτύρων και τις ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν υπόψη, η οποία, κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, ο έβδομος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα, επικουρικά, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις διαλαμβανόμενες στα ως άνω πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα πρακτικά αυτά η αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και «τις ένορκες στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...» σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις καταθέσεις των μαρτύρων που διαλαμβάνονται στα προαναφερόμενα πρακτικά.

Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής της, στην απόρριψη της οποίας κατέληξε, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις:

α) την αριθμ. 2452/18-4-1988 απόφαση της πολεοδομίας της Νομαρχίας Χανίων, από την οποία προέκυπτε ότι εξαιρέθηκαν της κατεδάφισης αυθαίρετες κατασκευές που είχαν ανεγερθεί στο επίδικο, καθ' υπέρβαση των οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί, β) αντίγραφα των σελίδων του βιβλίου του γεωπόνου Κ. Δ., στο οποίο αναφέρεται ότι το έδαφος του επιδίκου (αμμώδες, αμμοπηλώδες και αποστραγγιζόμενο) είναι κατάλληλο για καλλιέργεια αγγουριού, καρπουζιόυ, πεπονιού, πιπεριάς, τομάτας και γ) δύο φωτογραφίες τούβλων που παρήγοντο σε τουβλάδικο που λειτουργούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στη βόρεια πλευρά του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και «...και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...», σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα πιο πάνω έγγραφα ήτοι την αριθμ. 2452/18-4-1988 απόφαση της πολεοδομίας της Νομαρχίας Χανίων, αντίγραφα των σελίδων του βιβλίου του γεωπόνου Κ.

Δ. και τις δύο φωτογραφίες, στις οποίες επισημαίνεται ότι κάνει ειδική αναφορά, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών. Επομένως, οι 5ος, 7ος και 11ος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι.

Ε.1. Κατά το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2971/2001 "η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.

Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνικά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός (βλ.

άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2971/2001). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 5 του ν. 2971/2001, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού Δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.

Εξάλλου, ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα, ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΚ 968 και άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001), αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ'. ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-7-1837), είναι δε εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας.

Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων.

Επομένως, ο αιγιαλός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (βλ. και άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2971/2001, ΑΠ 104/2013) και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία.

Ο ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και ότι επομένως δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το επίδικο είναι αιγιαλός (ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 217/2019, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 598/2016). Τέλος, κατά το άρθρο 199 του Κρητικού ΑΚ που ίσχυσε στην νήσο Κρήτη από τις 23-7-1904, ο αιγιαλός είναι δημόσιο κτήμα, τα δε δημόσια κτήματα είναι αναπαλλοτρίωτα (άρθρ. 209 του Κώδικα τούτου) και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η απόκτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σ' αυτόν (ΑΠ 88/2007). 2.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής της πιο πάνω διάταξης του αριθμού 8β' νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, ΑΠ 1557/2018) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση του αριθμού 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό της ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα των 2.361,75 τ.μ. δεν αποτέλεσε ποτέ αιγιαλό, ισχυρισμός που αποδεικνυόταν από την τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν.

Π., την οποία νόμιμα με επίκληση προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί ''πράγμα'', κατά την έννοια του αριθμού 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αποτελεί άρνηση στην προβληθείσα από το εναγόμενο Ελληνικό δημόσιο καταλυτική της αγωγής ένσταση ότι το επίδικο ακίνητο είναι αιγιαλός, μη δυνάμενο να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση του ίδιου από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, που επανέφερε στο Εφετείο: α) ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του απώτατου δικαιοπαρόχου της ήτοι στο αριθμ. .../13-05-1900 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννη Γιάνναρη, και β) ότι μειώθηκε η επιφάνεια του μείζονος ακινήτου της, διότι ένα τμήμα του χρησιμοποιήθηκε για τη διαπλάτυνση της παλαιάς ΕΟ Χανίων -Καστελίου, τους οποίους απέδειξε με έγγραφα και μάρτυρες, ήτοι 1) την αριθμ.

…/1980 άδεια οικοδομής, 2) την από Οκτώβριος 2018 τεχνική έκθεση-φωτοερμηνεία, του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Π., σύμφωνα με το συμπέρασμα της οποίας α)στο επίδικο ουδέποτε έφθασε το χειμέριο κύμα, β)στη βόρεια πλευρά του υπήρχε το έτος 1945 δένδρο και πηγάδι, γ) το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του απώτατου δικαιοπαρόχου της ήτοι στο αριθμ. .../13-05-1900 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννη Γιάνναρη και δ) η γραμμή παραλίας και αιγιαλού που έχει καθορισθεί με την 8126/1977 απόφαση του Νομάρχη Χανίων βρίσκεται νοτιώτερα από την καθορισθείσα μεταγενέστερα (το έτος 1981) γραμμή παραλίας και αιγιαλού με απόφαση του Νομάρχη Χανίων.

Ο ανωτέρω λόγος, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό και κατέληξε στο πόρισμα ότι το επίδικο, τμήμα του οποίου 180 τ.μ. είναι αιγιαλός και το υπόλοιπο τμήμα αυτού 2361, 75 τ.μ. είναι παλαιός αιγιαλός, δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και δη στο αριθμ. .../13-05-1900 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννη Γιάνναρη, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί ''πράγμα'', κατά την έννοια του αριθμού 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ανωτέρω διαλαμβανόμενος στην αγωγή ισχυρισμός.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, με επαναξιολόγηση των επικαλούμενων πιο πάνω αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται. Επομένως, ο ανωτέρω 13ος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του.

Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που το τελευταίο, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-07-2019 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ και ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Θ. Α.Ε." για αναίρεση της αριθμ. 6/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ