Supreme Court dismisses appeal against land expropriation compensation determination, upholding lower court's factual findings and legal interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding land expropriation compensation. The appellant argued that the lower court violated constitutional and EU law provisions while incorrectly rejecting their compensation request. The court ruled that the lower court correctly applied the law to the facts and that the expropriation regulations serve the general public interest without violating property rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 12(7)(d) of Law 1337/1983: Appeals against compensation determinations in expropriation proceedings are admissible if filed within the legal timeframe, and the lower court's factual and legal findings stand unless proven erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 124 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 124/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΥΠΑ ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Γαβαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 15-10-2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε ότι παρίσταται για την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Π. Π.ΑΕΒΕ", στην οποία συγχωνεύθηκε λόγω απορρόφησης η αναιρεσείουσα "ΛΥΠΑ ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΕΒΕ".
Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ", που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη - Παναγιώτη Κλαπαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1η-3-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης επικειμένων απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 546/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-4-2019 (αρ. κατ. 25/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμόν 183/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. δ' του Ν.1337/1983) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και απευθύνεται κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου Νικαίας -Αγίου Ιωάννη Ρέντη, ο οποίος εκπροσωπείται παραδεκτά από τον Δήμαρχο Νικαίας, Γ.
Ι., σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 58 παρ.1 εδ. α' του Ν. 3852/2010 <Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης -Πρόγραμμα Καλλικράτης> (ΦΕΚ Α- 87). Εξάλλου, ο Δήμαρχος Νικαίας εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Μιλτιάδη -Παναγιώτη Κλαπαδάκη, τον οποίο νομιμοποίησε με το υπ' αρ.
…/…-10-2020 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιά, Γιαννούλας Χονδροκούκη, ενώ για το παραδεκτό της ανωτέρω εκπροσώπησης προσκομίζεται επίσης, η με αριθμό …/…-9-2020 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 περ. ιγ και ιε του ανωτέρω νόμου (Πρόγραμμα Καλλικράτης), σε συνδυασμό με την υπ' αρ.
…/…-1-2018 απόφαση του Δήμου Νικαίας για την νομότυπη πρόσληψη του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου και αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 322/2019, ΑΠ 54/2018, ΑΠ 2002/2017, ΑΠ 537/2014, ΑΠ 92/2013). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Η αρχική αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΛΥΠΑ ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΕΒΕ, η οποία συγχωνεύθηκε λόγω απορρόφησης από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία Π.Π.
ΑΕΒΕ και συνεχίζει τη δίκη ως καθολικός διάδοχος της απορροφούμενης ως άνω αρχικής αναιρεσείουσας, (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 21 και 35 του Ν.4601/2019 και άρθρο 54 του Ν.4172/2013), άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, την από 1-3-2012 (αρ.
κατ. 1644/2012) αίτηση για τον καθορισμό αποζημίωσης επικειμένων, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι είναι κυρία ενός ακινήτου, επιφάνειας 11974,19 Μ2, που κείται στον τέως Δήμο Αγίου Ιωάννη Ρέντη, επί της οδού ..., ότι η ιδιοκτησία της εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο του ανωτέρω Δήμου με το από 11-2-1991 προεδρικό διάταγμα, όπως αυτό ανανεώθηκε και τροποποιήθηκε, ότι, προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν …/2005 Μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής, που κυρώθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό γραφείο και ότι σύμφωνα με την Πράξη Εφαρμογής αφαιρέθηκαν από την ιδιοκτησία της δύο τμήματα του ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 4646 Μ2, ως οφειλόμενη εισφορά σε γη και για τη δημιουργία κοινοχρήστου χώρου και ειδικότερα, τμήμα επιφάνειας 1611,29 Μ2 ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη κοινόχρηστης οδού και τμήμα επιφάνειας 3034,71 Μ2 ρυμοτομήθηκε για τη δημιουργία κοινοχρήστου χώρου πρασίνου.
Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι στο ρυμοτούμενο ως άνω τμήμα της ιδιοκτησίας της (4646 Μ2) βρίσκονται επικείμενα και ειδικότερα α) κτίριο εμβαδού 285 Μ2, β) βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας 100 Μ2, γ) περιμετρικός τοίχος μήκους 185 μέτρων και μέσου ύψους 2,50 μέτρων, δ) ασφαλτόστρωση υπαίθριου χώρου με ρύσεις και φρεάτια αποχέτευσης ομβρίων υδάτων, επιφάνειας 3700 Μ2 και ε) μεταλλική καγκελόπορτα μήκους 7 μέτρων και ότι, με την από 30-3-2009 (αρ.κατ. 4861/31-3-2009) αίτηση είχε ζητήσει από την αρμόδια Επιτροπή του ΠΔ 5/1986 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά, να καθοριστεί η αποζημίωση των επικειμένων στο ποσό των 308725 ευρώ, ότι όμως, αν και προσδιορίστηκε η συνεδρίαση της Επιτροπής στις 16-11-2009, η Επιτροπή δεν έχει λάβει απόφαση μέχρι την άσκηση της αίτησης της αναιρεσείουσας, για τον καθορισμό αποζημίωσης των επικειμένων του ως άνω ρυμοτομούμενου τμήματος της ιδιοκτησίας της, από το οποίο η αναιρεσείουσα έχει ήδη αποβληθεί, με την υπ'αρ. 9441/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) και το οποίο έχει καταληφθεί από τον αναιρεσίβλητο Δήμο Νικαίας.
Με το ιστορικό αυτό η τότε αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την επίκληση ότι η παράλειψη της Επιτροπής, να καθορίσει αποζημίωση για τα επικείμενα της ρυμοτομούμενης ιδιοκτησίας της, ισοδυναμεί με διαφωνία των μελών της ως προς την αξία αυτών, ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 παρ.7 περ.δ του Ν. 1337/1983, να καθοριστεί, με απόφασή του, η ανωτέρω αποζημίωση των επικειμένων της ιδιοκτησίας της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αρ. 546/2014 απόφασή του απέρριψε την αίτηση ως μη νόμιμη κρίνοντας ότι στο Δικαστήριο ανατέθηκε εκ του νόμου (άρθρο 12 παρ.7 περ. δ' του Ν.1337/1983) η έκδοση απόφασης, μόνον σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την αξία των επικειμένων και ότι η παράλειψη της Επιτροπής δεν υποδηλώνει διαφωνία, όπως αβάσιμα υποστήριζε η τότε αιτούσα -ήδη αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι μια τέτοια προσέγγιση θα συνιστούσε υπέρβαση δικαιοδοσίας εκ μέρους του Δικαστηρίου.
Ακολούθως, η αιτούσα άσκησε κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης την από 29-1-2016 (αρ. κατ. 53/2016) έφεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας υποστήριζε, ότι η παράλειψη της Επιτροπής να προσδιορίσει την αποζημίωση των επικειμένων ισοδυναμεί με διαφωνία ως προς την αξία αυτών και ότι η αποστέρηση της αποζημίωσης των επικειμένων της ιδιοκτησίας της, με δικαστική απόφαση, συνιστά παραβίαση του Συντάγματος και της κοινοτικής νομοθεσίας και ειδικότερα, του άρθρου 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Το Εφετείο δέχτηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του Συντάγματος: "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως, που απορρέουν από αυτή, δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης.....".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, α) ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 896/1985) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 24 (παρ. 2-4) του Συντάγματος:... "2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης ... 3.
Για να αναγνωρισθεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων, που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4.
Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής, που χαρακτηρίζεται ως οικιστική, στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της, σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής".
Σε εκτέλεση και εφαρμογή των ως άνω συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 24 εκδόθηκαν αρχικά ο ν. 947/1979 και στη συνέχεια ο ν. 1337/1983 "Επέκταση των Πολεοδομικών σχεδίων κλπ", με τον οποίο θεσμοθετείται νέα διαδικασία (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ. 17.7.1923 και 797/1971) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής προς πραγμάτωση των συνταγματικών σκοπών, με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν, χωρίς αποζημίωση, μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητό τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας), ίσης αξίας.
Με τα άρθρα δε 8 και 12 αυτού ρυθμίζεται η νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου, και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων, που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη (εκ ποσοστού ανάλογου με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας) για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων).
Περαιτέρω με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) κλπ" αντικαταστάθηκε η παρ.7 του άρθρου 12 του ως άνω ν. 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 56 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985, και ορίσθηκαν τα εξής: "α) Η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την συμπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη ...
όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα σύμφωνα με την παράγραφο 3 και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ... Με την μεταγραφή επέρχονται όλες οι αναφερόμενες στην Πράξη Εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές που οφείλεται αποζημίωση και για την συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ/τος από 17.7.1923 και του ν.
δ/τος 797/1971. β) Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής, ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα, που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σ' αυτούς, με την προϋπόθεση, ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περίπτωσης (α).
Δικαιώματα της επόμενης περίπτωσης (δ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση άρνησης του κατόχου ή νομέως να παραδώσει το ακίνητο, που του αφαιρείται, σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής εντός 15 ημερών από της εις αυτόν εγγράφου προσκλήσεως, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται μετά από αίτηση των παραπάνω ενδιαφερομένων, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ...
γ) Η μεταβολή ακινήτων σύμφωνα με την παρ. 3 και την πράξη εφαρμογής συνεπάγεται την άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου που υφίστατο στα μεταβαλλόμενα ακίνητα ... δ) Δένδρα, φυτείες, μανδρότοιχοι, συρματοπλέγματα, φρέατα και λοιπές εγκαταστάσεις και κατασκευές νομίμως υφιστάμενες σε ιδιοκτησίες, που με την πράξη εφαρμογής μεταβάλλουν ιδιοκτήτη, αποζημιώνονται από τον οικείο ΟΤΑ.
Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται από την επιτροπή του π. δ/τος 5/1986, όπως ισχύει κάθε φορά και καταβάλλεται στο δικαιούχο. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την αξία των ανωτέρω αποφαίνεται το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας ....". Περαιτέρω, ορίστηκε: "ε) Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και αμετάκλητη.
Διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνονται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση, όπως ειδικότερα ορίζεται με την απόφαση της παρ. 10 του άρθρου αυτού". Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 7 περ.
β' και δ' του ν. 1337/1983 (άρθρο 48 παρ. 7 περ. β' και δ' του Κ.Β.Π.Ν.), με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, γεννάται ενοχική αξίωση αποζημίωσης κατά του οικείου ΟΤΑ, για τα επικείμενα συστατικά των εδαφικών τμημάτων, τα οποία με αυτήν αφαιρούνται ως υποχρεωτική εισφορά σε γη, η δε αποβολή του νομέα ή κατόχου από τα τμήματα αυτά μπορεί να ζητηθεί και πριν από τον προσδιορισμό ή την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης, στην οποία περιλαμβάνεται κάθε ζημία από την απόδοση των επικειμένων, χωρίς να αποκλείεται και εκείνη που προκαλείται από τον εκμηδενισμό ή τη μείωση της αξίας των τμημάτων αυτών, που απομένουν ή από τη δαπάνη αποκατάστασης της λειτουργικότητας αυτών, στην περίπτωση που τα επικείμενα κτίσματα εκτείνονται και σε εδαφικά τμήματα που δεν αφαιρέθηκαν ως εισφορά σε γη (ΑΠ 797/2019, ΑΠ 1181/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.7 περ.δ' του Ν. 1337/1983, το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται από την Επιτροπή του πδ/τος 5/1986 και στην περίπτωση που υπάρξει διαφωνία των μελών της ως προς την αξία των επικειμένων, αποφαίνεται το καθ'ύλην αρμόδιο δικαστήριο με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω, το άρθρο 1 του ΠΔ 5/1986 < αξία ακινήτων για επιβολή εισφοράς σε χρήμα-καταβολή αυτής, όπως τούτο έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 παρ.5 και άρθρο 52 του Ν.4315/2014 > ...ορίζει ότι : 1. Με απόφαση του αρμόδιου Περιφερειάρχη συγκροτούνται Επιτροπές στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας, που είναι αρμόδιες για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που περιλαμβάνονται σε πράξεις εφαρμογής για τις περιοχές που εμπίπτουν στις διατάξεις περί εισφορών σε γη και χρήμα....Η Επιτροπή επιλαμβάνεται:
α)....και β) στον υπολογισμό της αξίας των επικειμένων. 2. Η Επιτροπή είναι τετραμελής και αποτελείται από: α) τον Προϊστάμενο του οικείου Τμήματος Χωρικού Σχεδιασμού της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού (ΠΕ.ΧΩ.ΣΧ.) ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή τον νόμιμο αντικαταστάτη του, β) έναν υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της οικείας περιφερειακής ενότητας με τον αναπληρωτή του, γ) έναν υπάλληλο της Δ.Ο.Υ.
που βρίσκεται στην έδρα της οικείας περιφερειακής ενότητας με τον αναπληρωτή του και δ) έναν εκπρόσωπο του τοπικού παραρτήματος TEE. Ο υπάλληλος της Δ.Ο.Υ. υποδεικνύεται από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ... 3. Ο Δήμαρχος υποχρεούται όπως, εντός ενός μηνός από την κύρωση της Πράξης Εφαρμογής, διαβιβάσει στην Επιτροπή τον πίνακα της Πράξης και τα σχετικά σχέδια που προσδιορίζουν τη θέση και το μέγεθος των ακινήτων που υπόκεινται σε εισφορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Επίσης αποστέλλει τους πίνακες επικειμένων προκειμένου να προσδιοριστεί η αξία τους. 4. Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρό της και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων που υπεβλήθησαν σε αυτήν καταρτίζει, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τότε που ελήφθησαν τα ως άνω στοιχεία της Πράξης Εφαρμογής και τα συγκριτικά στοιχεία προσδιορισμού της αξίας, έκθεση στην οποία περιγράφεται η κατάσταση των ακινήτων και των συστατικών τους, καθώς και οι τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτών και εκτιμάται αιτιολογημένα η αξία τους, η οποία και αναγράφεται στις αντίστοιχες στήλες του πίνακα της Πράξης Εφαρμογής. 5.
Η ως άνω έκθεση συντάσσεται ανά κατηγορία ή ζώνες ακινήτων και ανάλογα με τα τυχόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (π.χ. γωνιακά ακίνητα, ακίνητα εντός εμπορικής ζώνης, ακίνητα με μεγάλο πρόσωπο επί βασικού οδικού άξονα κ.ο.κ.), εντάσσοντας τα υπό διαχείριση ακίνητα στην αντίστοιχη κατηγορία που ανήκουν.
Εάν προκύψει διαφωνία για την αξία του ακινήτου, καταχωρούνται στην έκθεση, όλες οι γνώμες που διατυπώθηκαν. Ως χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος κύρωσης της πράξης εφαρμογής (σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1337/1983). Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά στοιχεία από την οικεία Δ.Ο.Υ., την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από την Επιτροπή, ο μειωτικός συντελεστής (ΜΣ) της παρ. 8 του άρθρου 9 του ν. 1337/1983, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο κρίνεται αναγκαίο.
Οι οικείες Δ.Ο.Υ. συνεργάζονται με την Επιτροπή και παρέχουν κάθε σχετικό στοιχείο προς διευκόλυνση του έργου της, όταν τους ζητείται. "Εφόσον η Επιτροπή αυτοβούλως ή και μετά από σχετικό αίτημα του οικείου δημοτικού συμβουλίου διαπιστώσει ασυμφωνία μεταξύ αντικειμενικών και εμπορικών αξιών σε περιοχή αρμοδιότητάς της, εισηγείται αιτιολογημένα στην αρμόδια επιτροπή του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 την αναπροσαρμογή των τιμών ζωνών του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών"....
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 349/2014).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 371/2008).
Με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την από 1-3-2012 (αρ. κατ. 1644/2012) αίτηση αυτής περί καθορισμού αποζημίωσης των υφισταμένων επικειμένων κτισμάτων επί της ρυμοτούμενης ιδιοκτησίας της, συνολικής επιφάνειας 4646 Μ2, από την οποία έχει αποβληθεί με την ανωτέρω διοικητική διαδικασία, κρίνοντας δήθεν ότι αποκλειστικά αρμόδια προς τούτο είναι η Επιτροπή του πδ/τος 5/1986 και ότι δήθεν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται για να εκδώσει απόφαση, μόνον εάν προκύψει περίπτωση διαφωνίας ως προς την αξία που καθόρισε η Επιτροπή, εσφαλμένα ερμήνευσε, κατά τη νομική εκτίμηση της αίτησής της, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ.7 περ.
δ' Ν. 1337/1983, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ.1, 17 παρ.2 έως 5,20 παρ.1 και 25 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, άρθρο 1° του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή, διότι τα πραγματικά περιστατικά του πραγματικού της αίτησής της αρκούσαν, για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, εφόσον, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η παράλειψη της Επιτροπής να προβεί στον καθορισμό της αποζημίωσης, με την ολοκλήρωση της ανωτέρω διοικητικής διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι εκκρεμούσε ενώπιόν της σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας, που είχε υποβληθεί με την από 30-3-2009 αίτησή της, ισοδυναμεί με διαφωνία και επιτρέπει την έκδοση δικαστικής απόφασης για τον καθορισμό της αξίας των επικειμένων κτισμάτων της ρυμοτομούμενης ιδιοκτησίας της.
Επίσης, με τον συναφή επικουρικό 2° αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, εάν ήθελε κριθεί ότι η προσβαλλόμενη απέρριψε την έφεσή της ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνοντας ότι η από 1-3-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας περί καθορισμού αποζημίωσης των επικειμένων της ρυμοτομούμενης ιδιοκτησίας της είναι απαράδεκτη λόγω δήθεν έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επισκοπείται επιτρεπτά κατ'αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από νομική ανάπτυξη των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, δέχθηκε τα εξής: .... "Εν προκειμένω η αιτούσα, ήδη εκκαλούσα, στην από 1/3/2012 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1644/2012 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίστηκε ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του περιγραφόμενου στην αίτησή της ακινήτου, εμβαδού 11.974,19 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον τέως Δήμο Αγίου Ιωάννη Ρέντη και ήδη στη δημοτική ενότητα Αγίου Ιωάννη Ρέντη του Δήμου Νίκαιας - Αγίου Ιωάννη Ρέντη και επί της οδού ...
και πάροδος ..., ότι η ανωτέρω ιδιοκτησία της εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο του τέως Δήμου Αγίου Ιωάννη με το από 11/2/1991 προεδρικό διάταγμα με τίτλο "Έγκριση Πολεοδομικής Μελέτης των Δήμων Αθηναίων, Αγ. Ιωάννη Ρέντη, Αιγάλεω, Περιστερίου και Ταύρου (περιοχή Ελαιώνα) (Ν. Αττικής) και τροποποίηση των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων στα όρια σύνδεσης τους" (ΦΕΚ Δ' 74/14.2.1991), όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε, με μεταγενέστερα προεδρικά διατάγματα, με τα οποία, μεταξύ άλλων, εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο της πολεοδομικής ενότητας "Ελαιώνα" των δήμων Αθηναίων, Αγ.
Ιωάννη Ρέντη, Αιγάλεω, Περιστερίου και Ταύρου, ότι προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του τέως Δήμου Αγ. Ιωάννη Ρέντη εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/2005 Μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιά, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. Π. …/…/….5.2006 απόφαση της Διευθύντριας Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιά, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας (αριθμ.
καταχ. …/….6.2006), ότι με τη εν λόγω πράξη εφαρμογής από την αρχική ιδιοκτησία της αφαιρείται ως οφειλόμενη εισφορά σε γη και ρυμοτομείται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων επιφάνεια 4.646 τ.μ. και συγκεκριμένα τμήμα εμβαδού 1.611,29 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στην αίτηση ρυμοτομείται για τη διάνοιξη κοινόχρηστης οδού και τμήμα εμβαδού 3.034.71 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στην αίτηση ρυμοτομείται για τη δημιουργία κοινοχρήστου χώρου πρασίνου, ότι στο τμήμα του ακινήτου της που ρυμοτομείται για τους ανωτέρω σκοπούς βρίσκονται τα αναφερόμενα στην αίτηση επικείμενα, ότι με την υπ' αριθμ.
πρωτ. …/….3.2009 αίτηση της ζήτησε από την αρμόδια Επιτροπή του π.δ. 5/1986 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της τέως Νομαρχίας Πειραιά να καθοριστεί η αποζημίωση για αυτά, όπως στη αίτησή της την προσδιόρισε στο συνολικό ποσό των 267.050 ευρώ, ότι, παρά το γεγονός ότι προσδιορίστηκε για το σκοπό αυτό η συνεδρίαση της Επιτροπής για την 16/11/2009 δεν είχε έως την υποβολή της αίτησης λάβει απόφαση για τον καθορισμό της αποζημίωση των επικείμενων, αν και το ρυμοτομούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας της είχε ήδη παραδοθεί στον καθ' ου και ότι η παράλειψη της Επιτροπής να καθορίσει την αποζημίωση για τα επικείμενα συνιστά και ισοδυναμεί με διαφωνία της ως προς την αξία των επικείμενων όπως αυτή προσδιορίστηκε στην αίτησή της και επομένως συντρέχει περίπτωση καθορισμού της αποζημίωσης από το Δικαστήριο κατά εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 7 του ν. 1337/1983.
Ζητούσε να καθοριστεί ως αποζημίωση για τα περιγραφόμενα επικείμενα το συνολικό ποσό των 308.725 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στην αίτηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι απαράδεκτα φέρεται η αίτηση ενώπιόν του αφού αποκλειστικά αρμόδια για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι η Επιτροπή του π.δ. 5/1986 και μόνο σε περιπτώσει διαφωνίας αποκτά αρμοδιότητα το Δικαστήριο και απέρριψε την αίτηση.
Ήδη η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της παραπονείται για κακή εφαρμογή του νόμου και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της ώστε να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η αίτησή της να γίνει δεκτή.
Με βάση τα ανωτέρω όμως και του γεγονότος ότι το ως άνω τμήμα αφαιρέθηκε από την ιδιοκτησία της αιτούσας ως οφειλόμενη εισφορά σε γη, όπως η ίδια εκθέτει, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι ο καθορισμός του ποσού της αποζημιώσεως των επικειμένων των ακινήτων που αλλάζουν ιδιοκτήτη με την πράξη εφαρμογής, όπως εν προκειμένω της αιτούσας, δεν ανατέθηκε στο δικαστήριο, αλλά αποκλειστικά στην επιτροπή του π.δ. 5/1986 και στο δικαστήριο ανατέθηκε μόνο η απόφαση σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την αξία που καθόρισε η επιτροπή.
Η ερμηνευτική προσέγγιση της αιτούσας ότι η καθυστέρηση της ανωτέρω επιτροπής να αποφανθεί για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης των επικείμενων, παρά την υποβολή της υπ' αριθμ. πρωτ. …/….3.2009 αίτησής της, έχει την έννοια της διαφωνίας της ως προς την αξία αυτών, όπως την προσδιόρισε η αιτούσα στην αίτησή της, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στο πνεύμα του νόμου, διότι είναι σαφής η πρόθεση του νομοθέτη να εξαιρέσει την αφαίρεση των τμημάτων που οφείλεται από τους ιδιοκτήτες ως εισφορά σε γη στα πλαίσια της ανάπτυξης του οικιστικού περιβάλλοντος και προς όφελος του κοινωνικού συνόλου που υπερτερεί του ατομικού συμφέροντος του ιδιοκτήτη από τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Για το λόγο αυτό είναι ρητή η διαφοροποίηση της σύμφωνης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ διαδικασίας αφαίρεσης από τους ιδιοκτήτες τους των ακινήτων που με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής μεταβάλουν αμέσως ιδιοκτήτη χωρίς να αιτείται προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης, για την οποία ο ιδιοκτήτης αποκτά ενοχική αξίωση και η οποία προσδιορίζεται αποκλειστικά από την Επιτροπή του π.δ. 5/1986 και μόνο εφόσον ανακύψει διαφωνία από το αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο, από αυτή των ακινήτων που δεν αποτελούν υποχρεωτική εισφορά σε γη, για τα οποία τηρείται η διαδικασία τις αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και για τα οποία ο προσδιορισμός και καταβολή της αποζημίωσης πριν την αφαίρεσή τους είναι υποχρεωτική.
Άλλωστε η διατύπωση του νόμου είναι σαφής ώστε να μην δημιουργείται κενό νόμου και να μην απαιτείται η πλήρωσή του με ερμηνεία του όρου διαφωνία και μάλιστα τόσο διασταλτική όσο ζητεί η αιτούσα ώστε να ταυτίζεται με τον όρο άρνηση προσδιορισμού της αποζημίωσης. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ίδια έκρινε και απέρριψε την αίτηση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο μοναδικός λόγος της έφεσης σύμφωνα με τον οποίο αφενός η έως σήμερα παράλειψη της Επιτροπής να προσδιορίσει την αποζημίωση των επικείμενων ισοδυναμεί με διαφωνία και αφετέρου ότι η στέρηση της να ζητήσει το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης συνιστά παραβίαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί"...
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε ότι η από 1-3- 2012 (αρ. κατ. 1644/2012) αίτηση της αναιρεσείουσας δεν είναι νόμιμη, διότι ο καθορισμός της αποζημίωσης των επικειμένων κτισμάτων του ρυμοτομούμενου μέρους της ιδιοκτησίας της, από την οποία είχε αποβληθεί και η οποία είχε καταληφθεί από τον αναιρεσίβλητο Δήμο Νικαίας, έχει ανατεθεί αποκλειστικά στην Επιτροπή του πδ/τος 5/1986, ότι το αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο και ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επιλαμβάνεται μόνον, όταν υπάρξει διαφωνία των μελών της Επιτροπής, ως προς την αξία των επικειμένων και ότι στην ένδικη υπόθεση η παράλειψη της Επιτροπής να τηρήσει την ανωτέρω διοικητική διαδικασία για τον καθορισμό της αξίας των επικειμένων δεν μπορεί να εκτιμηθεί, κατά πλάσμα δικαίου, ότι ισοδυναμεί με διαφωνία, εφόσον η βούληση του νομοθέτη είναι σαφής και δεν επιδέχεται τη διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 12 παρ.7 περ.
δ του Ν. 1337/1983, την οποία προέβαλε η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, ώστε η παράλειψη τήρησης της διοικητικής ως άνω διαδικασίας εκ μέρους της Επιτροπής να ταυτιστεί με άρνηση αυτής για τον προσδιορισμό της αξίας αποζημίωσης των επικειμένων. Με τις παραδοχές αυτές, που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο υπήγαγε ορθά τα εκτιθέμενα στην αίτηση της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αίτησής της, στο πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, την οποία ορθά ερμήνευσε και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως.
Εκτός τούτων, η ανωτέρω διάταξη νόμου δεν αντιβαίνει στις ουσιαστικές διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις της Κοινοτικής Νομοθεσίας (για τις οποίες αιτιάται ως ανωτέρω η αναιρεσείουσα), διότι οι παρεκκλίνουσες από τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, ρυθμίσεις, που περιέχει η διάταξη του άρθρου 12 παρ.7 περ.
δ Ν. 1337/1983, θεσπίστηκαν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24 παρ.2 έως 4 του Συντάγματος, για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, δηλαδή της ανάπτυξης του πολεοδομικού- οικιστικού σχεδιασμού. Ούτε όμως αντιβαίνουν στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ, αφού η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη (12 παρ.7 περ.
δ Ν. 1337/1983) ρυθμίζοντας τη στέρηση αγαθών για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπό τους όρους του νόμου, δεν διαταράσσει σε βάρος των υποχρέων σε εισφορά γης ιδιοκτητών τη δίκαιη ισορροπία, που πρέπει να κυριαρχεί, μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας τους και του γενικού συμφέροντος, μη προβλέποντας μέτρο σε βάρος του εν λόγω δικαιώματος, που τελεί σε δυσαναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Επομένως, κατόπιν τούτου ο 1ος λόγος αναίρεσης για την ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων της εσωτερικής και κοινοτικής νομοθεσίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Απορριπτέος, όμως κρίνεται ως ουσία αβάσιμος και ο 2ος επικουρικός αναιρετικός λόγος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η αίτηση της αιτούσας - αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την αίτηση ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι τα εκτιθέμενα σ'αυτήν πραγματικά δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 12 παρ.7 περ.
δ Ν1337/1983. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 περ.
Β δ ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ- ΟΤΑ, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ.2 Ν. 3463/2008- Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 Ν. 3693/1957 (ΑΠ 682/2020), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2019 (αρ. κατ. 25/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 183/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΙ
Επιβάλλει τα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ