Legislator Case Law & Legislation
124/2020 AI generated

124/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 124/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

124/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ. Μ., του οποίου η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, ενώ προσκομίζονται απ' αυτόν και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα. Κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους...Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια....και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 124 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 124/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ Α' βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πολύμνια Μπανά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 2) Α. χας Δ. Μ., 3) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 4) Γ. Μ. του Δ., εκ των οποίων οι 1ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πεχλιβάνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α. χα Δ. Μ. (2η ως άνω) απεβίωσε στις 21-11-2017 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους Ά. Μ. του Δ. και Γ. Μ. του Δ., 3ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που συνέχισαν τη βιαίως διακοπείσα δίκη (βλ. 17/2019 πρακτικό Δικαστηρίου), ακολούθως δε ο Γ. Μ. του Δημητρίου, 4ος των αναιρεσιβλήτων, απεβίωσε στις 28-6-2019 και άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον Ά. Μ. του Δ. (3ο ως άνω), που συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2013 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 9/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης και συνεκδικάστηκε με την από 9-11-2015 διά των προτάσεων ανταίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 45/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως και για την πρόσληψη της πληρεξούσιας δικηγόρου του ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος ... προσκομίζει, κατ' άρθρ. 72 παρ. 1 εδάφ.ιγ και ιε, αντίστοιχα, του ν. 3852/2010, α) τη 234/4-11-2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του, β) τις 40823/2006 και 12511/2007 αποφάσεις του Δημάρχου του και γ) το ...5/ 9-1-2019 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου ... Μ. Δ. (ΑΠ Ολομ. 13/2018, βλ. και ΑΠ 640/2016, ΑΠ 537/2014).

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των δεύτερης (Α. χήρας Δ. Μ.) και τέταρτου (Γ. Δ. Μ.) των αναιρεσιβλήτων, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του (βλ. και τα 17/11-1-2019 πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου), δήλωσε ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι πέθαναν, αντίστοιχα, στις 21-11-2017 και 28-6-2019, όπως προκύπτει από τις οικείες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ήτοι μετά την άσκηση, στις 17-10-2016, της ένδικης αίτησης αναιρέσεως και ότι τη δίκη συνεχίζει ο νόμιμος, εξ αδιαθέτου, κληρονόμος τους (άρθρ. 18 παρ.5 ν.2882/2001) τρίτος αναιρεσίβλητος Ά.

Δ. Μ., του οποίου η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, ενώ προσκομίζονται απ' αυτόν και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα. Κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους...Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια....και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση.

Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ΚΑΑΑ - ν. 2882/2001, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 και 5 αυτού (όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 126 του ν. 4070/ 2012, ΦΕΚ Α' 82/10-04-2012 και, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου, ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του αυτού νόμου απαλλοτριώσεις): "1.

Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7.

Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή. 2.

Η παραγραφή διακόπτεται...3. Το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου". Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις (βλ. και άρθρο 10 ν.δ. 797/1971 που ίσχυε πριν) συνάγεται ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, η αξίωση του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη για απόληψη της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης που προσδιορίστηκε δικαστικά υπόκειται πλέον σε οκταετή παραγραφή που αρχίζει από την αποδεδειγμένη κατάληψη του ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση, σε δεκαετή παραγραφή με αφετηρία τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Η αξίωση, όμως, του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου αλλά στη γενική παραγραφή, η οποία, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, είναι εικοσαετής κατ' άρθρο 249 αυτού, αν ληφθεί υπόψη και η διάταξη του άρθρου 18 ΕισΝΑΚ (ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1218/2011, ΑΠ 562/2010, ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1247/2007), η οποία επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας αρχίζει από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη (και πριν του Υπουργού) που κύρωσε την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου (ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1218/2011, ΑΠ 1975/2007).

Η παραγραφή αυτή, όταν υπόχρεος είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.3 του ν. 2362/1995 (ήδη άρθρ. 144 εδάφ. δ' ν.4270/2014, κατ' άρθρ. 177 παρ.1 αυτού) και 52 εδάφ. γ'του ν.δ. 496/1974 (ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015), η πρώτη από τις οποίες εφαρμόζεται αναλόγως και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 ν.δ. 31/1968 και 276 παρ.1 ν.3463/2006 (ΑΠ 666/2018).

Σημειώνεται ότι η εν λόγω παραγραφή εφαρμόζεται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, και στις συντελεσμένες κατά τη 10η-04-2012 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4070/2012) απαλλοτριώσεις, με στόχο να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον με την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων μέσα σε εύλογο χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της αποζημίωσης είχε την δυνατότητα να ενεργήσει έγκαιρα για την είσπραξή της.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 2882/2001, η οποία ταυτίζεται με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ. 797/1971 που ίσχυε πριν, "η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση...κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8".

Δεν προβλέπεται ούτε στο ν.δ. 797/1971 ούτε στον ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), όπως ισχύει, ειδικότερος τρόπος συντέλεσης της απαλλοτρίωσης σε περίπτωση που αυτή έχει οριστεί σε είδος (ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015). Στην ίδια εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, υπόκειται και η διεκδικητική του ακινήτου αγωγή.

Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δεν μπορεί να ζητηθεί ο καθορισμός αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο ακίνητο, εξαιτίας έλλειψης έννομου συμφέροντος αυτού που προβάλλει τον εαυτό του ως δικαιούχο (ΑΠ 562/2010, ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1247/2007). Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, το δικαίωμα (αξίωση), για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, υπόκειται μεν στην κατά το άρθρο 249 ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πλην όμως παραμένει ενεργό στην περίπτωση που ο κύριος του απαλλοτριωμένου ακινήτου διατηρεί το επ' αυτού δικαίωμα κυριότητάς του, διότι αυτό, αν δεν αποσβέστηκε στο μεταξύ από άλλο λόγο, διατηρείται απαραβίαστο μέχρι την καταβολή σε αυτόν ή την παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε με νόμιμο τρόπο, και μόνο από τότε μετάγεται τούτο σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (ΑΠ 1783/2009, ΑΠ 800/1999).

Επισημαίνεται ότι στη διαδικασία του καθορισμού της αποζημίωσης δεν αποκλείεται η έρευνα ζητημάτων, τα οποία έχουν σχέση με θεμελιώδεις ιδιότητες των δικαζομένων, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την κίνηση της διαδικασίας αυτής, πράγμα το οποίο εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, κατά τα άρθρα 70 και 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1247/2007, ΑΠ 528/2005).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της πληττόμενης 45/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ο αναιρεσείων Δήμος ..., ως φερόμενος υπόχρεος προς αποζημίωση, με την από 21-3-2013 αίτησή του ενώπιον του (Τριμελούς) Εφετείου Θράκης ζήτησε, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, 1) κυρίως, να μην καθοριστεί αποζημίωση για το ακίνητο των φερόμενων ως ιδιοκτητών - αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας, σε εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της ...

στην περιοχή βορειοδυτικά του εθνικού σταδίου ..., η οποία εγκρίθηκε με το από 12-11-1985 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 707/Δ'/27-11-1985), και εκδόθηκε η 1/1989 Πράξη Εφαρμογής του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας ... που κυρώθηκε με την ΤΠ - ΠΕ 5325/31-12-1990 απόφαση του Νομάρχη ... (ΦΕΚ 32/Δ'/30-1-1991), η οποία (πράξη εφαρμογής) και κατέστη αμετάκλητη στις 2-3-1991, αλλιώς, στις 5-3-1991 (επόμενη ημέρα της μεταγραφής της κυρωτικής απόφασης στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ...), με την επίκληση ότι το δικαίωμα (αξίωση) των αναιρεσιβλήτων (που άσκησαν σχετική, από 9-11-2015, ανταίτηση δια των προτάσεων) για δικαστικό καθορισμό αποζημίωσης έχει υποπέσει σε εικοσαετή παραγραφή, διότι από τότε που κατέστη αμετάκλητη η κυρωτική της πράξης εφαρμογής απόφαση του Νομάρχη ...

στις 2-3-1991, αλλιώς, από την επόμενη ημέρα που αυτή νόμιμα μεταγράφηκε (5-3-1991), έως το χρόνο άσκησης, στις 5-7-2012, της αίτησης των αναιρεσιβλήτων για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης (επί της οποίας εκδόθηκε η 9/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας) παρήλθε εικοσαετία και 2) επικουρικά, να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε ποσό μικρότερο εκείνου που προσδιορίστηκε προσωρινά.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, καθόρισε, τελικά, οριστική αποζημίωση για την απαλλοτριωμένη ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν (παραγραφής) του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην απόφαση: [...ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι το δικαίωμα των καθ'ων η αίτηση για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., θα πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμος, καθόσον η εν λόγω παραγραφή δεν αρχίζει εν προκειμένω από τη δημοσίευση της απόφασης του Νομάρχη που κύρωσε την υπ' αριθμ. 1/1989 πράξη εφαρμογής του Τμήματος Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος του Ν. ...

στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διότι η εν λόγω πράξη ανακλήθηκε όσον αφορά στην ιδιοκτησία 02 του Ο.Τ. 895 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 41/1997 πράξη του ίδιου Τμήματος, με την οποία διορθώθηκε ο πίνακας της πράξης εφαρμογής για τις επίδικες ιδιοκτησίες 04Ν, 02, 03 (Ο.Τ. 895), 04Ν, 02 (Ο.Τ. 896), 02 (Ο.Τ. 899), η οποία κυρώθηκε με την με αριθμό ΤΠ - Π 1701/1997 απόφαση του Νομάρχη ..., νομίμως μεταγραφείσα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 3075 και με αριθμό μεταγραφής ..., έχει δε καταστεί οριστική και τελεσίδικη, με αποτέλεσμα η τελευταία (πράξη) να ρυθμίζει εκ νέου την εικοσαετή παραγραφή, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι σήμερα...].

Με το να αποφανθεί έτσι το Εφετείο, ήτοι με το να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (χωρίς να ενδιαφέρει νομικά, αν τον εκτίμησε ως κύριο ή επικουρικό), κρίνοντας ότι, εφόσον η αρχική 1/1989 Πράξη Εφαρμογής ανακλήθηκε, αναφορικά με την επίδικη απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων (όπως και ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί), με τη διορθωτική 41/1997 πράξη της ίδιας υπηρεσίας που κυρώθηκε με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη ΤΠ-Π 1701/1997 απόφαση του Νομάρχη ..., η οποία (ανακλητική - διορθωτική Πράξη) δημιουργεί νέα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ρυθμίζοντας εκ νέου τα θέματα της εν λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, άρα και το ζήτημα της παραγραφής, και ότι από τότε (έτος 1997), σε κάθε περίπτωση (ανεξάρτητα δηλαδή από το ότι δεν γίνεται μνεία πότε η κυρωτική αυτή απόφαση κατέστη αμετάκλητη), μέχρι την άσκηση, στις 5-7-2012, της αίτησης των αναιρεσιβλήτων για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης δεν παρήλθε εικοσαετία, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας σκέψης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα κοινής πείρας.

Όσα, επομένως, για το αντίθετο υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Άλλωστε, το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων για καθορισμό αποζημίωσης για το αναγκαστικά απαλλοτριωμένο ακίνητό τους δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή και για το λόγο ότι το δικαίωμα κυριότητάς τους εξακολουθεί να υφίσταται έναντι του αναιρεσείοντος Δήμου ..., ο οποίος δεν επικαλείται απόσβεσή του στο μεταξύ από κάποιον λόγο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 εδάφ.

α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, ως συγκριτικά στοιχεία για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, τις αναφερόμενες πέντε δικαστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (ήτοι, 100/1993, 86/1998, 129/2002, 21/2007 και 133/2007), τις οποίες, όμως, ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, όχι πάντως ως συγκριτικά στοιχεία, αλλά για άλλον σκοπό, και συγκεκριμένα για να αποδείξει ότι η αξία των ρυμοτούμενων εδαφικών τμημάτων (όπως είναι και τα επίδικα) είναι πολύ χαμηλότερη εκείνης των προσκυρούμενων εδαφικών εκτάσεων, όπως γίνεται πάγια δεκτό από τα δικαστήρια στις σχετικές δίκες καθορισμού αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων (και των λοιπών αποδεικτικών μέσων), όπως εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην ερευνώμενη περίπτωση ο παρών αναιρετικός λόγος (βλ.

και ΑΠ 14/2011). Να σημειωθεί, ακόμη, ότι α) το Εφετείο, εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) στην προκείμενη αναιρετική δίκη δεν ισχύει ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, ως προς τη συλλογή των αποδείξεων, εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα και όχι εκείνο της συζήτησης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1, 19 παρ.7 έως και 10, 20 παρ.1 και 6 έως και 8, 22 παρ.1 εδάφ.

α' του ν. 2882/2001, οι οποίες, ως ειδικές και αποκλειστικές, υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη και μόνο θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται συμπληρωματικά από τις κοινές δικονομικές διατάξεις, εφόσον αυτές αρμόζουν στο σκοπό και τη φύση της δίκης προσδιορισμού της αποζημίωσης (ΑΠ 2062/2017) και γ) με την εκδοχή ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του αριθμού 11 εδάφ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι στην παρούσα δίκη δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, για την αναφερόμενη αμέσως παραπάνω, υπό στοιχείο β', αιτία (ΑΠ 2062/2017) και, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 του ίδιου Κώδικα, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου εκείνου που τα προσκόμισε (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 70/2008), γι' αυτό κάθε επιφύλαξη αυτού που τα προσκόμισε να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη μόνο των δικών του ισχυρισμών είναι ανίσχυρη (ΑΠ Ολομ. 58/1978, ΑΠ 1789/2006).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατ' άρθρ. 276 παρ.1 και 281 παρ.2 του ν.3463/2006, σε συνδυασμό με άρθρ. 285 ν.3852/2010 και 22 παρ.1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Οκτωβρίου 2016 αίτηση του Δήμου ... για αναίρεση της 45/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ