Legislator Case Law & Legislation
124/2018 AI generated

124/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 124/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

124/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 2-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
extreme speeding offence freedom of navigation excessive speed recreational craft piracy marine equipment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 124 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 124/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη ..., ιδιοκτήτριας του αλιευτικού πλοίου Μ/Ρ με την ονομασία ... ιταλικής σημαίας, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργαρίτα Κοτζαμάνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μπριντάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 329/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 15/2013 μη οριστική και 96/2014 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 2-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έγκυρη γένεση και διεξαγωγή της δίκης, περιλαμβάνεται και η ικανότητα προς το δικολογείν, περί της οποίας προβλέπει το άρθρο 94 ΚΠολΔ. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος απαιτείται να έχει την ικανότητα προς επιχείρηση της συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξης, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 4194/2013).

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1α, 5 και 7 του Κώδικα περί Δικηγόρων, "Δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της χώρας" (παρ. 1 εδ.

α). "Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Εφετείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές και δικονομικές πράξεις σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία της χώρας, πολιτικά και διοικητικά, καθώς και σε όλα τα Ειρηνοδικεία" (παρ. 5). "Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς επίσης και σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία, πολιτικά και διοικητικά και σε όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας" (παρ. 7).

Αν επομένως δικηγόρος, εκπροσωπώντας κάποιον διάδικο, παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, προκειμένου να συμμετάσχει στη συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως, χωρίς να είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο, η παράστασή του αυτή δεν είναι νόμιμη, και συνακόλουθα, ο εκπροσωπούμενος από αυτόν διάδικος (είτε επισπεύδει τη συζήτηση είτε όχι) δικάζεται ερήμην, αν έχει νομίμως κλητευθεί, αλλιώς κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο εμφανίσθηκε για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου ο δικηγόρος Αθηνών Μ. Μ., προσκομίζοντας το ...10-11-2017 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι. Α. Μ., και ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική του δαπάνη. Ο εν λόγω δικηγόρος, ωστόσο, είναι διορισμένος στο Εφετείο και όχι στον Άρειο Πάγο, οπότε, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η παράστασή του δεν είναι νόμιμη και συνακόλουθα ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε νομότυπα από πληρεξούσιο δικηγόρο, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε την .../9- 5-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ε. I. Π., από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, τους οποίους είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγους εφέσεως, και ειδικότερα αφενός μεν την αοριστία της αγωγής, με την έννοια ότι δεν αναφέρονται στο οικείο δικόγραφο, το σημείο και η κατεύθυνση, αλλά και η απόσταση από την ακτή που είχε απλώσει τα παραγάδια του ο αναιρεσίβλητος, καθώς και το σημείο στο οποίο βρισκόταν το σκάφος του, όταν αντιλήφθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι το αλιευτικό σκάφος της αναιρεσείουσας προσέγγιζε το δικό του, αφετέρου δε την έλλειψη παθητικής της νομιμοποιήσεως, με την έννοια ότι το σκάφος της δεν ήλθε ποτέ σε επαφή με το σκάφος και τα παραγάδια του αναιρεσίβλητου, αφού τα δύο σκάφη βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής και ελλείψεως παθητικής της νομιμοποιήσεως εστιάζονται αμφότεροι στο ζήτημα, αν η επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο ζημία στα παραγάδια του σκάφους του προκλήθηκε από το σκάφος της αναιρεσείουσας.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Σε κάθε όμως περίπτωση, εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν και ως λόγοι εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που τους είχε απορρίψει ως αβάσιμους, η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το σκάφος της αναιρεσείουσας βρισκόταν στην ίδια θαλάσσια περιοχή με το σκάφος του αναιρεσίβλητου και κατά τη στιγμή που αλίευε γαρίδες παρέσυρε τα παραγάδια του τελευταίου, τα οποία και κατέστρεψε ολοκληρωτικά, καταδεικνύει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αυτούς, πλην όμως εμμέσως τους απέρριψε, απορρίπτοντας ως αβάσιμους όλους τους λόγους εφέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. α’ και γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι αφενός μεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτή και αφορούσαν ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ως προς την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11α’ ΚΠολΔ επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη: α) την .../14-12-2009 ένορκη βεβαίωση του Ε. Σ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι. Μ., χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη της ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, η οποία ναι μεν είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, αλλά είναι σαφές ότι δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη επί της ουσίας στα τακτικά δικαστήρια, β) τις από 10-11-2009 και 4-12-2009 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 ν. 1599/1986, οι οποίες επίσης δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη επί της ουσίας της υποθέσεως, και γ) την 33/2010 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, στο σκεπτικό της οποίας εντοπίζεται θεμελιώδες λάθος κατά την ανάγνωση δημόσιου εγγράφου των ιταλικών αρχών ως προς την ακριβή θέση του σκάφους της κατά την ώρα του ένδικου συμβάντος.

Επί των αιτιάσεων αυτών της αναιρεσείουσας πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου τού διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί, αποτελούν ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) και πρέπει να μνημονεύονται ρητά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος.

Αντιθέτως, όταν αυτές έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι’ αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (ΑΠ 227/2008), χωρίς η μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση να τις καθιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του, ότι έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν μεταξύ των αλιευτικών πλοίων των διαδίκων, έλαβε υπόψη, πλην των άλλων, και την .../14-12- 2009 ένορκη βεβαίωση του Ε. Σ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι.

Μ., για την οποία ρητά αναφέρει ότι είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και κατά συνέπεια δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "σχέσεις κράτους - πολίτη κλπ", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, που ορίζει ποιά είναι τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι η πρώτη από τις διατάξεις αυτές δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ, και συνεπώς η κατά τη διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δύναται δε να χρησιμεύσει μόνο ως μαρτυρία τρίτου, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (Ολ.

ΑΠ 8/1987). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο ρητώς έλαβε υπόψη τις από 10-11-2009 και 4-12-2009 κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 υπεύθυνες δηλώσεις του Ε. Σ. και της Μ. Π., αντίστοιχα, ως μαρτυρίες τρίτων, τις οποίες είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος, κρίνοντας ανελέγκτως ότι οι δηλώσεις αυτές δεν είχαν δοθεί προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο.

Τέλος, δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή και αυτή των ασφαλιστικών μέτρων και επομένως η λήψη ή η μη λήψη υπόψη της αποφάσεως αυτής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 987/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο εξέδωσε την 33/2010 απόφαση του, που αφορά τους ίδιους διαδίκους με αντικείμενο τη συντηρητική κατάσχεση πλοίου.

Επομένως, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την 33/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε επί της αυτής υποθέσεως με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου της αναιρεσείουσας, έχοντας υποπέσει στο σκεπτικό της σε ουσιώδες σφάλμα ως προς την ανάγνωση εγγράφου αναφορικά με το στίγμα του πλοίου της την ώρα του συμβάντος, είναι απαράδεκτος, αφού η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ως προς την παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον χάρτη της … που απεικονίζει τις θέσεις του σκάφους της κατά την επίδικη χρονική περίοδο που έγινε το ζημιογόνο γεγονός, σε συνδυασμό με τον πίνακα στιγμάτων της αρμόδιας λιμενικής αρχής της Ιταλίας, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου, και από τα οποία προέκυπτε ότι δεν ήταν το δικό της σκάφος αυτό που προκάλεσε την ένδικη ζημία που αναφέρει ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του.

Ο λόγος αυτός κατά την ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμος, γιατί ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τον πίνακα στιγμάτων της αρμόδιας λιμενικής αρχής της Ιταλίας σε επίσημη ελληνική μετάφραση και συνεπώς και τον σχετιζόμενο με τον πίνακα αυτό χάρτη της …, η προβαλλόμενη δε αιτίαση ότι από τον εν λόγω πίνακα και το χάρτη συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το ότι το σκάφος της προξένησε την ένδικη ζημία στον αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτη, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του αποδεικτικού αυτού μέσου, η οποία και δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κατόπιν τούτου ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολο του.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1125/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη του εγγράφου της Διεύθυνσης ... (Τμήμα Επιχειρήσεων - Κέντρο Ελέγχου Αλιείας), ως προς την ταχύτητα και τη θέση (στίγμα) του σκάφους της αναιρεσείουσας καθ’ όλη την επίδικη χρονική περίοδο (από ώρα Ελλάδος 20.50 έως 21.30 της 23-10-2009), και από την οποία προκύπτει ότι αυτό βρισκόταν σε απόσταση που κυμαινόταν από 21,50 μέχρι 30 ναυτικά μίλια από την ακτή και έπλεε με ταχύτητα 9 κόμβων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν αλίευε.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το ως άνω έγγραφο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το χρονικό διάστημα που ο ενάγων αναφέρει ότι καταστράφηκαν τα παραγάδια του (μεταξύ 20:50 - 21:30) το σκάφος της δεν αλίευε στην περιοχή, αλλά βρισκόταν εν κινήσει, έχοντας ταχύτητα εννέα (9) μιλίων ...

υποστηρίζεται από το ... έγγραφο της Διεύθυνσης Ναυτιλίας του Παλέρμο - Ιταλίας, στο οποίο είναι καταγεγραμμένα τα στίγματα του ιταλικού σκάφους από τη συσκευή δορυφορικού εντοπισμού κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το οποίο στις 17:46:17 ώρα U.T.C. και ώρα Ελλάδος 20:46:17 έβαινε με ταχύτητα 9.0 ναυτικών μιλίων, και στις 18:46:17 ώρα U.T.C.

και ώρα Ελλάδος 21:46:17 έβαινε με ταχύτητα επίσης 9.0 ναυτικών μιλίων, πλην όμως δεν προκύπτει από το ίδιο έγγραφο η ταχύτητα αυτού κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα της μιας ώρας, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούσε να είναι μικρότερη, και συνεπώς να αλίευε". Εξάλλου, ως προς την εμπλοκή του σκάφους της αναιρεσείουσας στο επίδικο συμβάν, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από το ...

έγγραφο της Διεύθυνσης Ναυτιλίας του Παλέρμο της Ιταλίας, τόσο την ημέρα του επίδικου συμβάντος όσο και τις προηγούμενες αλλά και τις επόμενες, το αλιευτικό σκάφος της εναγομένης αλίευε στην ίδια περιοχή, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ύπαρξη κάποιου άλλου αλιευτικού σκάφους (τράτας) στην ίδια θαλάσσια περιοχή, το οποίο θα μπορούσε πιθανόν να προκαλέσει τη ζημία στον ενάγοντα".

Επομένως, το Εφετείο δεν προσέδωσε στο εν λόγω αλλοδαπό δημόσιο έγγραφο αποδεικτική δύναμη μικρότερη από εκείνη που έχει, εφόσον παρέθεσε αυτούσια όσα βεβαιώνονται σε αυτό ως προς την ταχύτητα του σκάφους της αναιρεσείουσας τις ως άνω ώρες, πλην όμως στη συνέχεια δέχθηκε ότι από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει η ταχύτητα του εν λόγω σκάφους κατά την ενδιάμεση ώρα, οπότε και έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατέληξε στο δικανικό πόρισμα ότι το σκάφος αυτό είχε μειώσει την ταχύτητά του και συνεπώς αλίευε και ήταν εκείνο που κατέστρεφε τα παραγάδια του αναιρεσίβλητου.

Κατόπιν τούτου ο λόγος είναι αβάσιμος.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) με την από 22-1-2010 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ισχυρίστηκε ότι την αναφερόμενη σ’ αυτή ημερομηνία, ώρα και τόπο, το υπό ιταλική σημαία αλιευτικό σκάφος ...), ιδιοκτησίας της εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας), επέπεσε από δόλο, και σε κάθε περίπτωση από αμέλεια του πλοιάρχου του, στα αλιευτικά εργαλεία (παραγάδια), που είχε ρίψει ο ενάγων τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας στη θάλασσα με σκοπό την αλίευση μπακαλιάρου, και ότι από το ευρισκόμενο σε απόσταση 5 - 10 μ.

υπό ελληνική σημαία αλιευτικό σκάφος ..., ιδιοκτησίας του, αντιλήφθηκε την ενέργεια αυτή του πλοιάρχου, που είχε ως αποτέλεσμα να παρασυρθούν τα παραγάδια και να καταστραφούν. Ότι αμέσως διαμαρτυρήθηκε στον πλοίαρχο του αλλοδαπού σκάφους για το συμβάν, πλην όμως εκείνος έσπευσε να απομακρυνθεί. Ότι λόγω των παραπάνω υλικών ζημιών το σκάφος του έμεινε ακινητοποιημένο για χρονικό διάστημα 78 ημερών, κατά το οποίο δεν ήταν δυνατή η αλίευση μπακαλιάρου.

Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά τον μερικό περιορισμό των αιτημάτων του ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα ακόλουθα ποσά: α) 6.469,76 ευρώ γα τη δαπάνη αποκατάστασης των υλικών ζημιών των αλιευτικών εργαλείων και των δολωμάτων που βρίσκονταν σ’ αυτά, β) 49.296 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη από τη μη αλίευση μπακαλιάρου κατά το διάστημα ακινησίας του σκάφους του και γ) 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος πλοιάρχου της εναγομένης.

Η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε περιέχει όλα τα κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση, δεδομένου ότι αναφέρονται σ’ αυτή τόσο οι πράξεις στις οποίες (κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος) ο προστηθείς από την εναγομένη πλοίαρχος παρανόμως και υπαιτίως προέβη, όσο και η ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν (ενάγοντα) συνεπεία των αναλυτικά αναφερομένων πράξεων.

Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής να προσδιορίζεται επακριβώς ούτε το σημείο, ούτε η κατεύθυνση, ούτε στα πόσα μίλια από την ακτή είχαν απλωθεί τα παραγάδια, καθώς και σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν το σκάφος του ενάγοντος την επίδικη χρονική στιγμή, που ισχυρίζεται ότι είδε και προσέγγισε το ζημιογόνο σκάφος, στοιχεία τα οποία μπορούσαν να προκύψουν από τις αποδείξεις, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. πρωτ. ...11-2009 εγγράφου - πίνακα της Διεύθυνσης Ναυτιλίας του Παλέρμο - Ιταλίας, έγγραφο το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι δεν προκάλεσε το σκάφος της τη ζημία στα παραγάδια και το λοιπό εξοπλισμό του αναιρεσίβλητου, τον οποίο είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως, κρίνοντας ότι από το εν λόγω έγγραφο δεν προκύπτει η ταχύτητα του σκάφους της κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, για την οποία δέχθηκε περαιτέρω ότι ήταν δυνατόν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να είναι μικρότερη και συνεπώς να αλίευε, ενώ το αληθές είναι ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο, αλλά και πριν και μετά από αυτήν, το σκάφος της αφενός μεν βρισκόταν πολύ μακριά από το σημείο, που, είτε κατά τη δήλωση του αναιρεσίβλητου είτε κατά τη μαρτυρία της συζύγου του, είχαν απλώσει τα παραγάδια του, αφετέρου δε έπλεε με σταθερή ταχύτητα 9 ναυτικών μιλίων, και επομένως ήταν βάσιμος ο ως άνω ισχυρισμός της για έλλειψη οποιασδήποτε ευθύνης της στην πρόκληση της ζημίας του.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο, όπως το περιεχόμενο του εκτέθηκε κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, πλην όμως, συνεκτιμώντας αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα ως προς το σκάφος που ευθύνεται για την πρόκληση της ζημίας διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Θέμα δικαστικής δαπάνης υπέρ του αναιρεσίβλητου δεν τίθεται, εφόσον αυτός λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 96/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ