124/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 124 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated124/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 124 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 124 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 124/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Μ. του Π., χας Σ. Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Α. Π. του Σ. και Σ. - Μ. Π. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3469/2012 εν μέρει οριστική και 608/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2640/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2015 αίτησή της (αριθμ. εκθ. καταθ. .../23-11-2015).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 28-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 2640/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 23-11-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. .../23-11-2015), αίτηση διώκεται η αναίρεση της 2640/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα.
2. Με την από 9-11-2011 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που άσκησε ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Α. και Σ. - Μ. Π., ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, πλέον και αναιρεσείουσα, ως η εταιρία που είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο με αριθμό ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, να της καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του, Π. Κ., τα σ’ αυτήν αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Επ’ αυτής εκδόθηκαν, αρχικά η 3469/2012 εν μέρει οριστική απόφαση η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και ανέστειλε ως προς τα κονδύλια στέρησης διατροφής και στη συνέχεια η 608/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τα κονδύλια αποζημίωσης για στέρηση διατροφής και μετά από έφεση της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία την δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, μόνο ως προς την αποζημίωση λόγω στερήσεως διατροφής και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει, στην ενάγουσα: α) ατομικά το ποσό των 535 ευρώ και β) για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, το ποσό των 172 ευρώ για το καθένα για το χρονικό διάστημα από 25-4-2011 έως 25-4-2016, την 1η ημέρα κάθε μήνα, νομιμοτόκως. και την καταδίκασε στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθεμένα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμά και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώσα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β’ του ΑΚ, κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό. Η εξίσωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος για να τον διατρέφει. Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1378 επ., 1442 επ., 1485 επ. και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής (ΑΠ 873/2012, ΑΠ 925/ 2004). Από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 928 εδ. β’ ΑΚ) συνάγεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως του επιζώντος συζύγου στοχεύει γενικώς στην αποκατάσταση της ζημίας που αυτός, υφίσταται εξαιτίας του ότι, με το θάνατο του άλλου συζύγου, επέρχεται απόσβεση της αξιώσεως για συμβολή στις ανάγκες της οικογενείας που ο σύζυγος είχε από το νόμο. Για να ευρεθεί, όμως το περιεχόμενο της αποζημίωσης επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στην διατροφή του συζύγου (άρθρο 1389 και 1390 ΑΚ), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβιώσεως, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου. Κρίσιμος για τον υπολογισμό της με το ανωτέρω περιεχόμενο αποζημιώσεως είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε. Εξάλλου, όταν ενάγει ο επιζών σύζυγος τον υπόχρεο και ζητά αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του από την στέρηση του δικαιώματος διατροφής, την οποία κατά το νόμο θα όφειλε ο θανατωθείς και υπόχρεος αν ζούσε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του και τη θεμελίωση της αξίωσης του στο νόμο, πρέπει να επικαλείται τα εξής στοιχεία: α) την ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υποχρέου διατροφής, β) την θανάτωση του υποχρέου από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου, γ) τον πιθανό χρόνο ζωής του υποχρέου σε διατροφή συζύγου και δ) το ποσό της καταβλητέας διατροφής ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Αντίθετα, δεν απαιτείται για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως του δικαιούχου συζύγου, να γίνεται στο δικόγραφο αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 212/2013, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 153/2005). Εξάλλου οι γονείς έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και αν τούτο έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για την διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση της ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες τη ζωής του και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρησή του έξοδα και επιπλέον έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένη όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης ή την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου. Η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Επίσης και το ανήλικο τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και λοιπές βιοτικές συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (ΑΠ 823/2000). Στοιχεία δε θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, να περιέχονται στη σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι η αδυναμία του τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του, τα εισοδήματά του ή την περιουσία και γενικώς τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα και το χρηματικό ποσό που χρειάζεται το τέκνο για την διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται και οι οικονομικές δυνατότητες του άλλου γονέα, διότι το στοιχείο αυτό ανήκει στη βάση ένστασης από το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, την οποία μπορεί να προτείνει ο εναγόμενος προς περιορισμό της υποχρέωσής του προς διατροφή, ισχυριζόμενος ότι το τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής έναντι και του άλλου γονέα ο οποίος υποχρεούται να συμβάλλει στη διατροφή του τέκνου, ανάλογα με τις προσδιορισμένες με την ένσταση οικονομικές του δυνατότητες.
Συνεπώς, ο εναγόμενος προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής δύναται να επικαλεσθεί, κατ’ ένσταση (άρθρο 262 ΚΠολΔ), ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει μέρος της διατροφής του τέκνου. Την ένσταση δε αυτή δεν δύναται το δικαστήριο να ερμηνεύσει αυτεπαγγέλτως ως προς την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο ποσό της διατροφής (ΑΠ 1322/2013, ΑΠ 204/2010, ΑΠ 1388/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως κατ’ ουσίαν βάσιμο το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης Κ. Μ., γι’ αυτήν ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Α. Π. και Σ. - Μ. Π. λόγω στερήσεως της δικαιούμενης από την ίδια και τα τέκνα διατροφής, από τον θανάσιμα τραυματισθέντα σύζυγό της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες την διάταξη του άρθρου 928 εδ. β’ ΑΚ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα της αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας γι’ αυτήν ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα επί των τέκνων της, λόγω στερήσεως της διατροφής που εδικαιούτο από τον θανατωθέντα κατά το, ως άνω, ατύχημα σύζυγό της και πατέρα τους αντίστοιχα: "Ο αποβιώσας γεννήθηκε στο ... Ηλείας το έτος 1975 και παρέμεινε στο χωριό, όπου παντρεύτηκε την ενάγουσα στις 6.5.2005 και απέκτησαν δύο παιδιά, ηλικίας κατά την ημέρα του θανάτου του τον Α. 4 ετών και την Μ. - Σ. 11/2 ετών. Ασχολείτο με αγροτικές καλλιέργειες μεγάλης έκτασης από τις οποίες απεκόμιζε τα έσοδα για τη συντήρηση της οικογένειάς του. Για την καλλιεργητική περίοδο έτους 2011 είχε λάβει δάνεια ύψους 122.209,28 ευρώ για να προμηθευτεί τα απαραίτητα (σπόρους, αρδευτικά συστήματα και εξαρτήματα, λιπάσματα, καύσιμα, προσωπικό κ.λπ.) για τις καλλιέργειες εκτάσεως 179,8 στρεμμάτων στην περιφέρεια Τραγανού που αφορούσαν καλλιέργεια αραβοσίτου, καρπουζιού, πατάτας και ελιάς, προϊόντα καλής αποδόσεως και διέθετε σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό για την παραγωγή. Κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων μετά πιθανότητας θα εισέπραττε καθαρά ετήσια κατά μέσο όρο το ποσό των 40.000 ευρώ (μετά την αφαίρεση των εξόδων συγκομιδής και τις καταβολές των δανείων που έπρεπε να εξοφληθούν μέχρι 31.12.2011), όπως τούτο προκύπτει από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής και μηνιαίως κατά μέσο όρο το ποσό των 3.300 ευρώ. Ο θανών ηλικίας 36 ετών ήταν υγιής, εργατικός, είχε εμπειρία στις αγροτικές καλλιέργειες και διέθετε τα απαραίτητα τεχνολογικά μέσα για την παραγωγή. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας θα εξακολουθούσε να ζει επί μια πενταετία μετά την 25.04.2011 και θα ασχολείτο σε αγροτικές καλλιέργειες κερδίζοντας κάθε χρόνο το ίδιο ποσό, ήτοι κατά μέσο όρο 3.300 ευρώ μηνιαίως. Εισοδήματα από άλλη πηγή δεν διέθετε και τα ανήλικα δεν είχαν περιουσία ούτε εισόδημα από εργασία. Οι ανάγκες τους προσδιορίζονται με βάση τις συνθήκες ζωής τους στο ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως για το καθένα, το οποίο ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, συντήρηση, κοινά έξοδα κατοικίας, Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε., θέρμανση εκπαίδευση ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ψυχαγωγία. Από το ποσό αυτό κατέβαλε για κάθε ανήλικο το ποσό των 550 ευρώ μηνιαίως ενώ κατά το υπόλοιπο των 200 ευρώ για κάθε ανήλικο συμμετέχει η ενάγουσα με την προσφορά της εργασίας και απασχόλησης για την περιποίηση και φροντίδα τους η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα. Το παραπάνω ποσό στερούνται λόγω του θανάτου του πατέρα τους και δικαιούνται να το απαιτήσουν ως αποζημίωση από τον υπαίτιο υπόχρεο προς αποζημίωση, διότι ο θανατωθείς θα εξακολουθούσε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα να το διαθέτει για τη διατροφή τους. Επίσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερομένων προσωπικών υπηρεσιών της συζύγου, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως και τις εν γένει συνθήκες, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου τους, τις ανάγκες της συζύγου του ηλικίας 31 ετών, η οποία δεν διέθετε εισοδήματα και δεν εργαζόταν, ο σύζυγός της όσο ζούσε θα διέθετε ατομικά το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ανταποκρίνεται στις ανάγκες της, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης (διατροφή, ένδυση, καλλωπισμό, συμμετοχή, στα κοινά έξοδα της οικίας, μετακινήσεις κ.λπ.) και αποτελεί την αναλογία την οποία ο σύζυγός της ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσής τους με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής του ζωής ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις του (άρθρο 1389 Α.Κ.). Το ποσό αυτό στερήθηκε εξ αιτίας του θανάτου του συζύγου της, το οποίο αυτός θα συνέχιζε να εισφέρει για τη διατροφή της κατά το ως άνω χρονικό διάστημα μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε ο θανάσιμος τραυματισμός του και έτσι αυτή ζημιώθηκε κατά το παραπάνω ποσό το οποίο όφειλε ο θανατωθείς και υπόχρεος σύζυγός της να της καταβάλει ανάλογα με τις δυνάμεις του αν ζούσε και συνεπώς δικαιούται να απαιτήσει από τον ζημιώσαντα, να αποζημιωθεί το παραπάνω ποσό και να εισπράξει όσα απώλεσε από την ως άνω αιτία. Στη συνέχεα όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων του τμήματος μητρώου συνταξιούχων, η ενάγουσα και τα ανήλικα λαμβάνουν σύνταξη μηνιαίως λόγω και του θανάτου του πατέρα τους το ποσό των 64,83 ευρώ η σύζυγος και το ποσό των 378,01 ευρώ κάθε ανήλικο. Κατά τα παραπάνω ποσά η αξίωση αποζημιώσεως των δικαιούχων μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στον ασφαλιστικό τους οργανισμό ο οποίος νομιμοποιείται να απαιτήσει από τον υπόχρεο τις ως άνω παροχές που καταβάλει στους ασφαλισμένους του (άρθρο 47 § 6 Ν. 3518/2006) αφαιρουμένων των ποσών αυτών από τα ποσά της διατροφής τους, που κρίθηκε ότι δικαιούνται να απαιτήσουν από τον υπαίτιο. Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κερδίζει κατά μέσο όρο μηνιαίως το ποσό των 300 ευρώ από την εκμετάλλευση των αγρών από την ίδια με μίσθωση αγρεργατών ή με την ενοικίαση των αγρών που κληρονόμησε λόγω θανάτου του συζύγου της και η προτεινόμενη ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας κατά το ποσό των 300 ευρώ από την εναγομένη πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Ομοίως απορριπτέα κρίνεται η ως άνω ένσταση κατά το μέρος που προτείνεται κατά των ανηλίκων τέκνων της νομίμως εκπροσωπουμένων από αυτή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτά εισπράττουν και μετά την απώλεια του πατέρα τους από την καλλιέργεια των κτημάτων τους τα οποία ανήκουν κατά τα 3/8 σε κάθε ένα". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 928 εδ. β’ , 1389, 1390, 1485 και 1486 ΑΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) της συγκεκριμένης δραστηριότητας που ασκούσε ο αποβιώσας μέχρι του θανάτου του δηλαδή των αγροτικών καλλιεργειών αρκετά μεγάλης εκτάσεως που θα συνέχιζε να ασκεί εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του τουλάχιστον για μία πενταετία, β) των, κατά μέσο όρο προσόδων από την εργασία αυτή, ανερχομένων στο ύψος των 3.300 ευρώ μηνιαίως, γ) ότι ο θανατωθείς θα διέθετε μηνιαίως εάν θα ζούσε, με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής 600 ευρώ ατομικά για την αναιρεσίβλητη σύζυγό του και από 550 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της ανάλογης υπό συνθήκες εγγάμου βίου αξιώσεως διατροφής των αναιρεσιβλήτων και της αντίστοιχης αξίωσής τους αποζημιώσεως μετά τη θανάτωση του συζύγου και πατέρα τους και δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 928 εδ. β’ , 1389, 1390 και 1485 και 1486 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκριμένα ότι: 1) δεν διευκρινίζει το ύψος του ποσού των ακαθαρίστων εσόδων, των εξόδων συγκομιδής και των δανείων, που έπρεπε να εξοφληθούν μέχρι τις 31-12-2011, 2) δεν καθορίζει το ύψος του ετησίου οικογενειακού προϋπολογισμού, το ποσό που διέθετε ο θανών από το ανωτέρω ποσό των 3.300 ευρώ για την κάλυψη του εν λόγω προϋπολογισμού, καθώς και το ποσό που διέθετε η ενάγουσα, 3) δεν αναφέρεται στην πιθανή εξέλιξη της οικονομικής καταστάσεως της οικογένειας του θανόντος, 4) δεν εξειδικεύει τις ανάγκες των ανηλίκων, 5) δεν αποτίμησε τη συνεισφορά της ενάγουσας στον οικογενειακό προϋπολογισμό, 6) δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η ενάγουσα αδυνατεί να εργαστεί (τον ισχυρισμό περί ικανότητας για προσφορά εργασίας της ενάγουσας, η αναιρεσείουσα προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) και να προβεί σε καλλιέργειες των αγρών που καλλιεργούσε και ο θανών σύζυγός της, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4, εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη έναντι της αναιρεσίβλητης στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης η οποία παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-11-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. .../ 23-11-2015) αίτηση για αναίρεση της 2640/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων του Δημοσίου πενήντα (50) ευρώ έκαστο με αριθμούς ..., και είκοσι (20) ευρώ με αριθμό ... σειρά Α’ και του ΤΑΧΔΙΚ εξήντα (60) ευρώ έκαστο, με αριθμούς ... σειρά Α’ , στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ