124/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated124/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν της ως άνω συμφωνίας ο εκ των εταίρων της εφεσίβλητης Γ. Β. μαζί με τον Α. Α. και Σ. Ζ., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της προαναφερθείσας εταιρείας "ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΕ" μετέβησαν στο επί της οδού Λυκούργου στην Αθήνα κατάστημα της εκκαλούσας τράπεζας και συζήτησαν με τους εναγομένους υπαλλήλους αυτής Μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 124 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 124/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…" (…), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάρκου.
Της αναιρεσιβλήτου: της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εξομοιούται, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Τσαμαδού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Μαΐου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/1996 προδικαστική, 3235/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4766/2005 μη οριστική και 659/2012 τελεσίδικη του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιουνίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-6-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 659/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (ΟλΑΠ 8/2006).
Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 291, 292, 297 και 298 του ΑΚ και του άρθρου 1 του ν. 2842/2000 (Λήψη μέτρων για την εφαρμογή των ΕΚ 1103/97, 974/98 και 2866/98, όπως ισχύουν), με το οποίο το ευρώ αντικατέστησε τη δραχμή ως εθνικό νόμισμα, προκύπτει ότι κάθε αξίωση αποζημίωσης, που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και απορρέει από σύμβαση, αδικοπραξία ή ευθέως από τον νόμο, πρέπει από 1-1-2002 να προσδιορίζεται και να επιδιώκεται η επιδίκασή της σε ευρώ, αφού η διάταξη του άρθρου 297 εδ.
α' του ΑΚ επιτάσσει την παροχή αυτής σε χρήμα, δηλαδή σε δραχμές μέχρι 31-12-2001 και σε ευρώ εφεξής. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 297 εδ. α' του ΑΚ, η θετική ή αποθετική ζημία αποτιμάται και εκφράζεται εξαρχής, δηλαδή από τον χρόνο επέλευσή της, σε χρήμα ως μέτρο αξίας και αποκαθίσταται σε χρήμα (εθνικό νόμισμα) ως μέσο εξόφλησης, η δε σχετική αποζημιωτική ενοχή έχει εξαρχής από τη γέννηση της ως περιεχόμενο την οφειλή - παροχή χρηματικής ποσότητας εθνικού νομίσματος.
Όταν επιδιώκεται σε βάρος τρίτου η επιδίκαση αποζημίωσης ως δευτερογενούς συμβατικής ενοχής (ή και πρωτογενούς, εάν συρρέει και αδικοπρακτική ενοχή), επειδή αυτός συνέβαλε από υπαιτιότητα του αιτιωδώς στην οριστική μη εκπλήρωση πρωτογενούς ενοχής του οφειλέτη από έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα εκπληρωτέα στην Ελλάδα, στην εκτέλεση της οποίας ο εναγόμενος τρίτος αναμίχθηκε, βάσει εντολής ή άλλης έννομης σχέσης με τον δικαιούχο της συμφωνημένης χρηματικής παροχής σε ξένο νόμισμα, κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό του ποσού του εθνικού νομίσματος που παριστά την ανορθωτέα ζημία, βάσει της ισοτιμίας του με το ξένο νόμισμα, είναι ο χρόνος της οριστικής και υπαίτιας ματαίωσης (μη εκπλήρωσης) της πρωτογενούς οφειλής σε ξένο νόμισμα, η οποία (οριστική ματαίωση) συνιστά και το κύριο πραγματικό γεγονός που υποστασιοποιεί τη ζημία και αφετηριάζει την ενοχή της χρηματικής αποζημίωσης, που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο διακριτό και διαφορετικό από την πρωτογενή συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα.
Η εν λόγω δευτερογενής αποζημιωτική ενοχή, λόγω της φύσης της, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 291 ΑΚ και 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932, οι οποίες καθιερώνουν ευχέρεια η πρώτη και υποχρέωση η δεύτερη του οφειλέτη για εξόφληση χρηματικών οφειλών σε ξένο νόμισμα βάσει της αντιστοιχίας του με το εθνικό νόμισμα κατά τον χρόνο της πραγματικής πληρωμής (εκούσιας ή αναγκαστικής) και οι οποίες αφορούν μόνο χρηματική οφειλή με αντικείμενο ξένο νόμισμα εκπληρωτέα στην Ελλάδα, προερχόμενη είτε από έγκυρη σύμβαση (διεθνής συναλλαγή ή άλλη ενοχική σχέση υπαγόμενη στο ελληνικό ή σε αλλοδαπό δίκαιο) είτε από ειδική διάταξη νόμου που προβλέπει οφειλή σε ξένο νόμισμα εκπληρωτέα στην Ελλάδα (ΟλΑΠ 9/95).
Επίσης η ίδια αποζημιωτική ενοχή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρο 297 εδ. β' ΑΚ, ώστε να μπορεί να διαταχθεί από το δικάζον δικαστήριο, μετά από αίτημα του δικαιούχου αυτής, η επιδίκαση χρηματικής οφειλής ξένου νομίσματος ως αυτούσια αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, δηλαδή η επιδίκαση του ισότιμου της οφειλής του ξένου νομίσματος σε εθνικό νόμισμα κατά τον χρόνο της πραγματικής πληρωμής, αφού κατάσταση αποζημιωτικής ενοχής με αντικείμενο την οφειλή ξένου νομίσματος μεταξύ των διαδίκων δεν προϋπήρξε (για να είναι νοητή η αποκατάστασή της), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η χρηματική αποζημίωση είναι εξαρχής καθοριστέα αλλά και πάντοτε εκπληρωτέα σε εθνικό νόμισμα.
Η αναιρεσείουσα - ενάγουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια, ότι, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 291, 297 και 298 ΑΚ, 1 του ν. 2842/2000 και 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932, καθόρισε την αγωγική ζημία αυτής με βάση την ισοτιμία αυστριακού σελλινίου και δραχμής κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας της στο ποσό των 118.563,36 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε, ενώ έπρεπε να την καθορίσει με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά τον χρόνο της πληρωμής και να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 184.231,90 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα:
"Η εφεσίβλητη είναι αλλοδαπή εμπορική εταιρεία που εδρεύει στην Αυστρία και έχει ως αντικείμενο εμπορίας την εισαγωγή και εξαγωγή κρεάτων. Τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1991 συμφώνησε δια των εκπροσώπων της με την εδρεύουσα στον Πειραιά ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ- ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ-ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΕ" εμπορική συνεργασία και ειδικότερα ότι αυτή (εφεσίβλητη) θα πωλούσε στην ως άνω εταιρεία ποσότητες κρεάτων από τις ευρωπαϊκές χώρες.
Η πιο πάνω συμφωνηθείσα συνεργασία της εφεσίβλητης με την αγοράστρια εταιρεία επιτεύχθηκε κατόπιν μεσολαβήσεως του Α. Α. (πρώτου εναγομένου), που ήταν οικονομικός σύμβουλος και εμπορικός αντιπρόσωπος και στον οποίο αυτή (εφεσίβλητη) ανέθεσε την επιμέλεια και παρακολούθηση όλων των πράξεων και ενεργειών που είχαν σχέση με την εισαγωγή, τον εκτελωνισμό και την πληρωμή του τιμήματος των φορτίων κρέατος που θα αποστέλλονταν από το εξωτερικό στην Ελλάδα, αντί αμοιβής ίσης με το 2% της αξίας των αποστελλομένων κρεάτων.
Κατόπιν της ως άνω συμφωνίας ο εκ των εταίρων της εφεσίβλητης Γ. Β. μαζί με τον Α. Α. και Σ. Ζ., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της προαναφερθείσας εταιρείας "ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΕ" μετέβησαν στο επί της οδού Λυκούργου στην Αθήνα κατάστημα της εκκαλούσας τράπεζας και συζήτησαν με τους εναγομένους υπαλλήλους αυτής Μ.
Γ. και Κ. Α., ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η αγωγή, θέματα σχετικά με τις παραδόσεις των κρεάτων και της πληρωμής αυτών. Κατά τον χρόνο εκείνο ίσχυε η Ε6/7900/3-10-1979 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Οικονομικών με την οποία εξουσιοδοτήθηκαν οι τελωνειακές αρχές να παραδίδουν, τα, κατά την κρίση τους, αγαθά που υπόκειντο σε φθορά ή αλλοίωση ή ήταν επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια ή υγεία, πριν από την τήρηση των συναλλαγματικών διατυπώσεων (διακανονισμό, έκδοση άδειας εκτελωνισμού) εφόσον θα προσκομιζόταν από τον εισαγωγέα, στην μεν περίπτωση διακανονισμού έναντι φορτωτικών εγγράφων τοις μετρητοίς, βεβαίωση της μεσολαβούσας τράπεζας ότι κατατέθηκε σ' αυτήν και μεταφέρθηκε αυθημερόν στην Τράπεζα της Ελλάδος το δραχμικό αντίτιμο της αξίας CIF των εισαγομένων αγαθών και προσωπική εγγύηση του εισαγωγέα για το 20% της αξίας CIF των προς παραλαβή ειδών, για την εντός 150 ημερών από της παραλαβής προσκόμιση στο τελωνείο της σχετικής άδειας εκτελωνισμού, η οποία (εγγύηση) κατέπιπτε υπέρ του Ελληνικού Δημόσιου μετά την πάροδο της προαναφερομένης προθεσμίας, στη δε περίπτωση προθεσμιακού διακανονισμού, εκτός από την ως άνω προσωπική εγγύηση, υπεύθυνη δήλωση του εισαγωγέα για την ποσότητα και την αξία του εμπορεύματος και βεβαίωση της μεσολαβούσας τράπεζας προς το τελωνείο, η οποία προϋπέθετε την χορήγηση έγκρισης εισαγωγής, ότι ο προμηθευτής οίκος του εξωτερικού με έγγραφο ή κλειδαριθμημένο ΤΕΛΕΞ αποδέχεται τον προθεσμιακό διακανονισμό.
Δηλαδή και η έχουσα σχέση με τη νομισματική πολιτική της χώρας νομοθεσία επέβαλε στην αναγκαστικά μεσολαβούσα τράπεζα ως προς τον τρόπο διακανονισμού της πληρωμής να έχει την αναμφισβήτητη συναίνεση του οίκου του εξωτερικού. Η εμπορική συνεργασία μεταξύ της εφεσίβλητης και της άνω αγοράστριας εταιρείας άρχισε να λειτουργεί από 23 Σεπτεμβρίου 1991 και αυτή (εφεσίβλητη) εκτελούσε ανελλιπώς τις παραγγελίες που της διαβίβαζε η τελευταία, αποστέλλοντας τα σχετικά προτιμολόγια και τιμολόγια στον προαναφερθέντα εναγόμενο Α.
Α., αλλά και διαβιβάζοντας αυτά με FΑΧ (βλ. σχετικά προσκομιζόμενα) στην εκκαλούσα ως διαμεσολαβούσα τράπεζα. Ειδικότερα: 1) την 13-9-1991 η εφεσίβλητη απέστειλε με τέλεφαξ στην εκκαλούσα τράπεζα τα υπ' αριθμ. 5557/91/13-9-91, 5558/91/13-9-91 και 5559/91/13-9-91 προτιμολόγια, ποσού 351.000, 620.000 και 1.260.000 αυστριακών σελλινίων αντίστοιχα, στα οποία προβλεπόταν πληρωμή "με έμβασμα σε 10 ημέρες από τις ημερομηνίες των τιμολογίων", 2) την 23-9-1991 αυτή (εφεσίβλητη) απέστειλε στην αγοράστρια εταιρεία λόγω πωλήσεως ένα φορτίο νωπού κρέατος, που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. 423/91-11/23-9-91 τιμολόγιο, αντί συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 594.080 αυστριακών σελλινίων ...
Στα ως άνω έγγραφα που απευθύνονται προς την εκκαλούσα τράπεζα και όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες της εφεσίβλητης γινόταν τηλεφωνική επιβεβαίωση για τη λήψη τους, περιέχεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, πρόταση της εφεσίβλητης προς σύναψη σύμβασης εντολής με αυτήν (εκκαλούσα) με την καταβολή προμηθείας από την αγοράστρια και σχετικές με αυτήν την εντολή οδηγίες είσπραξης από την αγοράστρια των εμπορευμάτων της αξίας αυτών, ενώ επιπλέον προσδιορίζονται τα τεμάχια, το βάρος και η αξία τους και τέλος ο τρόπος πληρωμής, που σύμφωνα με τα πιο πάνω, για εκείνα τα τιμολόγια που είχε προβλεφθεί εξόφληση σε δέκα ημέρες μετά την ημερομηνία του τιμολογίου, σήμαινε "τοις μετρητοίς".
Η εκκαλούσα, όπως αποδείχθηκε, στη συνέχεια εξέδωσε τις αναγκαίες και προβλεπόμενες σχετικά βεβαιώσεις εισαγωγής, χωρίς να αναμένει την αποστολή των πρωτοτύπων φορτωτικών, οι οποίες συνόδευαν το εμπόρευμα και οι οποίες ήταν απαραίτητες μόνο για την έκδοση της οριστικής άδειας εκτελωνισμού, στις οποίες (βεβαιώσεις εισαγωγής), ρητά, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και ότι ο διακανονισμός της αξίας των αγαθών στην οποία θα προβεί ο εισαγωγέας (ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΕ) θα γίνει με βάση την έγκριση εισαγωγής και σύμφωνα με τις οδηγίες που περιέχονται στο έγγραφο/κλειδαριθμημένο τηλετ.
μήνυμα του προμηθευτή οίκου (βλ. σχετικές προσκομιζόμενες βεβαιώσεις εισαγωγής). Δηλαδή, με αυτές και την όλη αναφορά στις οδηγίες που περιέχονται στα πιο πάνω έγγραφα της εφεσίβλητης, καθίσταται σαφές ότι η εκκαλούσα αποδέχθηκε την ως άνω πρόταση αυτής (εφεσίβλητης) για την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης.
Τα παραπάνω, δηλαδή η κατάρτιση κατά τον προαναφερθέντα τρόπο της μεταξύ των διαδίκων αυτών σύμβασης εντολής επιβεβαιώνονται και από τη σχετική αλληλογραφία αυτών, η οποία αφορά διάφορα θέματα σχετικά με τα πωληθέντα εμπορεύματα (βλ. ενδεικτικά ιδίως τα από 2-10-1991, 4-10-1991, 10-10-1991, 25-10-1991 και 30-10-1991 τελεφάξ της εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα καθώς και τα από 30-10-1991 και 5-10-1991 όμοια της τελευταίας προς την πρώτη), καθώς και από την απολογία του εκ των υπαλλήλων της εκκαλούσας και επίσης εναγομένου με την ένδικη αγωγή Β.
Μ. ενώπιον του Ανακριτή του 16ου Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι της εκκαλούσας, όταν διαπίστωναν οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ προτιμολογίων και τιμολογίων την επεσήμαναν με TELEX ή FAX στον αυστριακό πωλητή (δηλαδή την εφεσίβλητη) και επίσης ότι τελευταία (πωλήτρια) με ΤΕLEΧ τους έδινε εντολή να δεχθούν τους όρους του τιμολογίου, χωρίς να τους εξηγεί γιατί παρουσιάστηκε η διαφορά με το οριστικό τιμολόγιο ...
Ακόμη, όπως αποδείχθηκε, όλα τα προαναφερθέντα τιμολόγια με βάση τα οποία η εφεσίβλητη πώλησε στην εταιρεία "ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΕ" τις ως άνω ποσότητες κρέατος, συνολικού ποσού 2.535.086 αυστριακών σελλινίων, δεν πληρώθηκαν από την αγοράστρια εταιρεία, αφού αυτή λίγο μετά την ίδρυση της κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμ. 58/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ορίσθηκε ως χρόνος παύσεως πληρωμών η 28-10-1991.
Μάλιστα, όπως προέκυψε, οι εκπροσωπούντες την αγοράστρια εταιρεία, προκειμένου να διεκπεραιώσουν την εισαγωγή μέρους των πιο πάνω εμπορευμάτων, προέβησαν στην κατάρτιση τριών πλαστών προτιμολογίων της εφεσίβλητης με ημερομηνίες 18-9-1991, 18-9-1991 και 3-10-1991, ποσού 2.000.000, 780.000 και 558.000 αυστριακών σελλινίων αντίστοιχα και προέβλεψαν ως προς τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος με αυτά ψευδώς προθεσμιακό διακανονισμό ήτοι με έμβασμα σε 31 ημέρες, μετά τον τελικό διακανονισμό, αντί του προαναφερθέντος αληθινού και συμφωνηθέντος τρόπου πληρωμής του ως άνω τιμήματος.
Τα ως άνω δε πλαστά προτιμολόγια, αυτοί κατέθεσαν στην εκκαλούσα τράπεζα και πέτυχαν την διεκπεραίωση της εισαγωγής μέρους των πωληθέντων εμπορευμάτων, χωρίς να τηρηθούν οι όροι πληρωμής που είχε θέσει η πωλήτρια εφεσίβλητη εν αγνοία, όμως, της εκκαλούσας, η οποία δεν γνώριζε το ελάττωμα. Περαιτέρω, κατά τα προαναφερθέντα, την τήρηση των διαλαμβανομένων στα σχετικά τιμολόγια που είχαν αποσταλεί στην εκκαλούσα όρων, όφειλε να επιμεληθεί η ίδια δια των αρμοδίων υπαλλήλων της.
Όμως, παρά τις συμφωνίες και εντολές της εφεσίβλητης για διακανονισμό των φορτίων κρέατος κατά τον παραπάνω τρόπο, που απαιτούσε για ορισμένα απ' αυτά την καταβολή του τιμήματος εντός δέκα ημερών από την έκδοση του τιμολογίου, πληρωμή που ισοδυναμούσε με τέτοια "τοις μετρητοίς", διότι ο χρόνος αυτός συνέπιπτε με την άφιξη των εμπορευμάτων και για άλλα (φορτία κρέατος) απαιτούσε την καταβολή του τιμήματος σε 45 ημέρες μετά την έκδοση του τιμολογίου, υπό την προϋπόθεση όμως υπάρξεως τραπεζικής εγγύησης για την πληρωμή του ποσού αυτού, οι ως άνω εντεταλμένοι υπάλληλοι της εκκαλούσας, ενεργούντες για λογαριασμό της, χορήγησαν στην αγοράστρια εταιρεία τις νόμιμες εγκρίσεις και βεβαιώσεις εισαγωγής, που ήταν απαραίτητες για την παραλαβή των εμπορευμάτων από το τελωνείο και επέτρεψαν σ' αυτήν τον εκτελωνισμό, παραλαβή και διάθεση των παραπάνω φορτίων κρέατος στην αγορά, χωρίς προηγουμένως να απαιτήσουν, όπως όφειλαν ή τουλάχιστον να εξασφαλίσουν την κατάθεση του ποσού των τιμολογίων σε λογαριασμό και το έμβασμα του τιμήματος στην εφεσίβλητη άλλα ούτε και τήρησαν τον όρο περί της εκ μέρους της αγοράστριας τραπεζικής εγγύησης, στις περιπτώσεις που εκείνη απαιτείτο, όροι που είχε θέσει η εφεσίβλητη και της ήταν ήδη γνωστοί.
Αυτή (εκκαλούσα) παρά τις οδηγίες της εφεσίβλητης, αρκέστηκε μόνο στη λήψη πέντε υποσχετικών επιστολών, μετά μάλιστα την παραλαβή και διάθεση των εμπορευμάτων, λήξεως, την 16-11-1991 (δύο), 2-12-1991, 19-12-1991 και 13-1-1992 οι οποίες, όμως δεν παρείχαν εξασφάλιση της απαιτήσεως της εφεσίβλητης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν όπως προκύπτει από το από 2-10-1991 τέλεφαξ, το οποίο απέστειλε η εφεσίβλητη στην εκκαλούσα, η τελευταία φέρεται να έχει προτείνει όπως τα υπ' αριθμ. 423/91-11/23-9-1991, 432/91-11/25-9-1991, 433/91-11/26-9-1991 και 441/91-11/1-10-1991 τιμολόγια θα πληρωνόταν 45 ημέρες μετά την έκδοσή τους (και όχι από την ημερομηνία παράδοσης, όπως λανθασμένα αναγράφεται στο σχετικό φαξ), αντί των 10 ημερών που προβλεπόταν σ' αυτά, πλην όμως, τούτο τελούσε υπό τον όρο της εκ μέρους της εκκαλούσας εγγύησης για την πληρωμή αυτών στον προτεινόμενο χρόνο (βλ.
και το σχετικό από 4-10-1991 νέο τέλεφαξ της εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα), όρος, όμως, που δεν τηρήθηκε, με αποτέλεσμα να μην ισχύσει η ως άνω προτεινόμενη εκ μέρους της εφεσίβλητης προθεσμία των 45 ημερών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και η παραδοχή της εκκαλουμένης περί του χρόνου υποχρέωσης πληρωμής των τιμολογίων αυτών, ήτοι εντός δέκα ημερών, δεν πλήττεται με ειδικό λόγο εφέσεως.
Εξάλλου, εάν αυτή (εκκαλούσα) έκρινε ότι οι περιεχόμενοι στα σχετικά τιμολόγια ή προτιμολόγια όροι ήταν ασαφείς ή ήταν ανέφικτη η τήρηση τους ή αν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των όρων που αναγράφονταν στα τιμολόγια και προτιμολόγια που ελάμβανε με FΑΧ από την εφεσίβλητη και εκείνων που περιείχαν τα έγγραφα που προσκόμιζε η αγοράστρια εταιρεία, όφειλε να ζητήσει διευκρινίσεις από την εντολέα τους (εφεσίβλητη), οπότε θα αποκαλυπτόταν και η πλαστότητα των προτιμολογίων που προσεκόμισε η αγοράστρια εταιρεία.
Επίσης, σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω εντεταλμένοι υπάλληλοι της εκκαλούσας δεν συμμορφώθηκαν και με την ρήτρα παρακρατήσεως της κυριότητας των εμπορευμάτων που περιεχόταν σε όλα τα αποσταλέντα σ' αυτήν τιμολόγια. Η ρήτρα αυτή, ως εκ του σκοπού της, πρέπει να νοηθεί σε συνδυασμό με την άλλη επί των τιμολογίων ρήτρα, κατά την οποία η πληρωμή θα έπρεπε να γίνει σε δέκα ημέρες μετά την έκδοση του τιμολογίου ή σε 45 ημέρες από την έκδοση αυτού υπό τον όρο, όμως, της παροχής τραπεζικής εγγύησης και να ερμηνευθεί σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη του άρθρου 200 ΑΚ, ήτοι ότι τότε μόνο θα επιτρεπόταν ο εκτελωνισμός και η παραλαβή της πωληθείσας ποσότητας από την αγοράστρια, όταν εντός της προθεσμίας αυτής εκείνη θα κατέβαλε το τίμημα του εμπορεύματος ή θα εξασφαλιζόταν η καταβολή αυτού, απευθυνόταν δε η ρήτρα της παρακράτησης της κυριότητας τόσο στην αγοράστρια εταιρεία, όσο και στη διαμεσολαβούσα τράπεζα.
Ο κίνδυνος αλλοιώσεως του εμπορεύματος από την καθυστέρηση που επικαλείται η εκκαλούσα, είναι ζήτημα που αφορούσε τους συμβληθέντες πωλήτρια και αγοράστρια, σε κάθε δε περίπτωση, μπορούσε απευθυνόμενη προς την πωλήτρια εφεσίβλητη, να γνωστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό, οπότε και πάλι θα αποκαλυπτόταν η πλαστότητα των προτιμολογίων που προσεκόμισε η αγοράστρια εταιρεία, αφού η ως άνω ρήτρα περί παρακρατήσεως της κυριότητας των εμπορευμάτων περιεχόταν και στα προαναφερθέντα πλαστά προτιμολόγια.
Τέλος, εάν η εκκαλούσα θεωρούσε ότι μεταξύ των δύο πιο πάνω ρητρών, υπήρχε αντίφαση ή δεν μπορούσε να τις τηρήσει αμφότερες, να ζητήσει σχετικές πληροφορίες από την πωλήτρια της οποίας τα συμφέροντα κινδύνευαν, από την μη πληρωμή του τιμήματος των εμπορευμάτων. Επομένως, η εφεσίβλητη, εξαιτίας της προαναφερθείσας συμπεριφοράς των εντεταλμένων υπαλλήλων της εκκαλούσας τράπεζας, για την οποία ευθύνεται και η ίδια, ζημιώθηκε κατά το ποσό του τιμήματος των πωληθέντων φορτίων κρέατος που δεν μπόρεσε να εισπράξει από την ....
Επομένως, ενόψει των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι η ισοτιμία του αυστριακού σελλινίου με τη δραχμή (μέση τιμή) κατά τον χρόνο επελεύσεως της ζημίας της εφεσίβλητης, ήτοι την 3-10-1991, 7-10-1991 (δεδομένου ότι η 5-10-1991 ήταν ημέρα Σάββατο), 7-10-1991 (δεδομένου ότι η 6-10-1991 ήταν ημέρα Κυριακή), 10-10-1991, 11-11-1991 (δεδομένου ότι η 10-11-1991 ήταν ημέρα Κυριακή), 18-11-1991 και 19-11-1991, ανερχόταν σε 15, 8458, 15, 8432, 15, 8432, 15, 8196, 16, 0304, 16, 1430 και 16, 1364 αντίστοιχα (βλ.
σχετ. δελτίο επίσημων τιμών εξωτερικών συναλλαγμάτων), η συνολική ζημία αυτής (εφεσίβλητης) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 40.400.465 δραχμών (9.413.673 + 5.141.419 + 5.390.744 + 5.421.187 + 4.940.056 + 5.102.721 + 4.990.665) ή 118.563,36 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η ζημία της εφεσίβλητης ανέρχεται στο ποσό των 184.231,90 ευρώ, ήτοι στο ισόποσο σε ευρώ των 2.535.086 αυστριακών σελλινίων κατά τον χρόνο πληρωμής εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και είναι βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης.
Μετά όλα τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, όσον αφορά την εκκαλούσα και την εφεσίβλητη και αφού κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή από το δικαστήριο τούτο, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 346, 713, 714 ΑΚ, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της και να υποχρεωθεί η εναγομένη τραπεζική εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα (εις ολόκληρον με τον Α.
Α.), το ποσό των 118.563,36 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση." Από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αποτιμώντας την αγωγική ζημία της αναιρεσείουσας με βάση την επίσημη ισοτιμία μεταξύ του αυστριακού σελλινίου, στο οποίο είχαν εγκύρως συνομολογηθεί οι πωλήσεις εισαγομένων εμπορευμάτων (κρεάτων) με παρακράτηση κυριότητας από αυτή προς την αγοράστρια Κρεαταγορά Πειραιά ΑΕ, που κηρύχτηκε σε πτώχευση μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων χωρίς να πληρώσει-το τίμημα, και του εθνικού νομίσματος κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, δηλαδή κατά τους χρόνους που ήταν πληρωτέα τα σχετικά τιμολόγια πώλησης, για την οποία ζημία δέχτηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου και διαμεσολαβήτριας τράπεζας για τον διακανονισμό των εισαγομένων εμπορευμάτων, επιδικάζοντας δε ακολούθως στην αναιρεσείουσα ως αποζημίωση το ποσό των 118.563,36 ευρώ, δεν έκαμε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 291, 297, 298 ΑΚ, 1 του ν. 2842/2000 και 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ανύπαρκτη αντίφαση αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν είχαν προταθεί, για τη στήριξη λόγων αναίρεσης από τους αρ. 19 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα προβάλλει την ίδια αιτίαση με εκείνη του πρώτου λόγου αναίρεσης, δηλαδή του τρόπου αποτίμησης της ζημίας της από το Εφετείο βάσει της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, ισχυρίζεται δε ότι έπρεπε το δικαστήριο της ουσίας να επιδικάσει ως αποζημίωση το ισότιμο του οφειλόμενου από την αγοράστρια συνολικού τιμήματος 2.535.086 αυστριακών σελλινίων σε ευρώ κατά τον χρόνο της πληρωμής, ώστε η αποζημίωσή της να είναι πλήρης.
Επίσης η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει σαν "πράγμα", που λήφθηκε παρά τον νόμο υπόψη από το Εφετείο χωρίς να έχει προταθεί, τη διατύπωση στη νομική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης "... ότι, σε περίπτωση ζημίας από απώλεια ξένου νομίσματος, θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της ζημίας και άρα για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης η αξία σε δραχμές ή ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά τον χρόνο της απώλειας ...".
Η εν λόγω περικοπή, όμως, από τη νομική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που να τείνει σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο και, ως εκ τούτου, να στηρίζει αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Εξάλλου, η παραδοχή του Εφετείου για αποτίμηση της αγωγικής ζημίας της αναιρεσείουσας και καθορισμό της επιδικαστέας σ' αυτή αποζημίωσης βάσει της επίσημης ισοτιμίας μεταξύ αυστριακού σελλινίου και δραχμής (και κατ' αναγωγή ευρώ) κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, δηλαδή κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέα τα σχετικά τιμολόγια πώλησης, προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (φύλλο 16 πρώτη σελίδα προτελευταία σειρά), η οποία διέλαβε, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος και, βάσει αυτού, της δικαιοδοτικής της κρίσης, σαφείς πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2012 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας με την επωνυμία "…" κατά της απόφασης 659/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ