124/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 438/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4047/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/11/2011 αίτησή του και τους από 25/5/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated124/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 124 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 124/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.), ΝΠΙΔ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 438/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4047/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/11/2011 αίτησή του και τους από 25/5/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 12/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο λόγων αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναιρέσεως αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοσή της αποφάσεως. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η οριζόμενη από αυτήν προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ημέρα, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (Ολ.ΑΠ 412/1981).
Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσίβλητος προτείνει σχετική ένσταση με τις κατατιθέμενες είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, ο Άρειος Πάγος οφείλει να τη λάβει υπόψη και ν' αποφανθεί σχετικώς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, "όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει.
Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση". Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, η ύπαρξη της οποίας καθώς και το περιεχόμενό της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 εδάφ.
α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας. Τέλος, η άσκηση παραδεκτής αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων.
Στην προκειμένη περίπτωση ,η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης 30νθήμερης προθεσμίας για την άσκησή της, επικαλούμενη προς απόδειξη της ενστάσεώς της αυτής την υπ' αριθμ. 783β/31.10.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., από την οποία αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4047/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στην υπογράψασα το δικόγραφο της αναίρεσης πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου, ως πληρεξούσια δικηγόρο αυτού, στις 31.10.2011, ενώ η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την επ' αυτής πράξη του αρμόδιου γραμματέα, στις 2-12-2011.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, που κατέθεσε και αυτός ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού πριν 20 ημέρες πριν τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, προέβαλε την ακυρότητα της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, για το λόγο ότι από την επισημείωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή στη πρώτη σελίδα του αντιγράφου αυτής (προσβαλλομένης) που επιδόθηκε στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, για λογαριασμό του, δεν προκύπτει η ημέρα επίδοσης της, αφού η σημείωση έγινε με τη χειρόγραφη συμπλήρωση της ημερομηνίας σε έντυπη σφραγίδα, όπου μετά το αρχικό αριθμητικό ψηφίο τρία (3) έχει αναγραφεί δυσδιάκριτος χαρακτήρας που μπορεί να εκληφθεί είτε ως το αριθμητικό ψηφίο ένα (1), είτε ως η διαχωριστική κάθετος μεταξύ των πεδίων σημείωσης της ημέρας και του μήνα, με αποτέλεσμα η άνω σημείωση, λόγω του ότι είναι δυνατόν να αναγνωσθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να είναι εφικτή η διάγνωση ποιος είναι ο ορθός, και υπάρχει η δυνατότητα παραπλάνησης του λήπτη του εγγράφου αυτού (διαδικαστικού), και εν προκειμένω του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν μπορεί να αποδείξει αν άσκησε εμπροθέσμως την ένδικη αναίρεση, να θεωρείται ως μη γεγραμμένη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της του επιδοθέντος αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, που προσκομίζεται ύστερα από επίκληση σε δύο μεγέθη, ένα κανονικό και ένα μεγάλο και της υπ' αριθ. 783β/31-10-2011 έκθεσης επίδοσης του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή, που επίσης προσκομίζεται ύστερα από επίκληση, προκύπτουν τα εξής:
Και ως προς μεν το επιδοθέν αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης ότι η επισημείωση του άνω δικαστικού επιμελητή περιλαμβάνει στη τεθείσα απ' αυτόν σφραγίδα και στη θέση της ημέρας επίδοσης τον αριθμό 31, αμέσως μετά υπάρχει η κάθετος της σφραγίδας που διαχωρίζει την ημέρα από τον μήνα επίδοσης και ακολουθεί ο αριθμός 10 που υποδηλώνει τον μήνα επίδοσης, με το πρώτο ψηφίο αυτού δηλαδή το ένα (1) να μην έχει πατηθεί αρκετά, ωστόσο διακρίνεται πολύ δε μάλλον που δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από το ψηφίο ένα (1) ενόψει του ότι το επόμενο ακριβώς ψηφίο είναι το μηδέν (0) και όλος αυτός ο αριθμός μαζί αποτελεί τον μήνα επίδοσης, που δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Οκτώβριο, λαμβανομένου υπόψη του τελευταίου ψηφίου αυτού, όπως ήδη λέχθηκε.
Ως προς δε την προεκτεθείσα έκθεση, από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι το αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης δόθηκε στη πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος την ίδια ακριβώς ημέρα, δηλαδή στις 31 Οκτωβρίου, η ίδια δε συνυπέγραψε στη θέση η παραλαβούσα, που τέθηκε χειρόγραφα, την ως άνω έκθεση, η οποία, όπως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενό της, αναγνώσθηκε και βεβαιώθηκε νόμιμα, πριν τεθούν οι υπογραφές από τον δικαστικό επιμελητή και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να έχει ενημερωθεί αυτός (αναιρεσείων) για τη πραγματική ημέρα επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και ως εκ τούτου να μην υφίσταται καμία ακυρότητα αυτής (ανωτέρω επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης), απορριπτομένης ως αβασίμου της παραδεκτώς προταθείσας άνω ένστασης ακυρότητας.
Συνακόλουθα, απορριπτέα είναι ως αβάσιμη και η υπό του αναιρεσείοντος προβληθείσα επίσης ένσταση αντίθεσης της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης επίκλησης της εκπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης, στις αρχές των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, σύμφωνα με το άρθρο 116 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω λεχθέντων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της, καθώς και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της ίδιας απόφασης, αφού το παραδεκτό αυτού προϋποθέτει την παραδεκτή άσκηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη από 28-11-2011 αίτηση καθώς και το από 25-5-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4047/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ