Legislator Case Law & Legislation
124/2011 AI generated

124/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 124/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 124 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 124/2011

Legislator headnote

AI generated

124/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 124 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 124/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 124 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 124/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α.-Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3597/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό εκτιθέμενα, και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Από την διάταξη του άρθ. 22§2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθ. 7 ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι κανονιστικοί όροι των Σ.Σ.Ε και των διαιτητικών αποφάσεων έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. (Β) Εξάλλου: (1) Με την 77/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 17900/1979 (ΦΕΚ Β' 1028) χορηγήθηκε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 15% επί των μηνιαίων βασικών μισθών ή ημερομισθίων στους μισθωτούς του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος (α) τους απασχολουμένους με την έκπλυση των κυλίνδρων των μηχανημάτων εκτύπωσης τραπεζογραμματίων ανεξαρτήτως του χρόνου απασχόλησής τους στην έκπλυση (β)στους εργαζομένους επί των χαλκογραφικών μηχανημάτων (γ) στους εργαζομένους στην αίθουσα ανάκτησης τριχλωροαιθυλενίου και (δ) στους εργαζομένους πλησίον των δύο μεγαλυτέρων μηχανών της αίθουσας τύπωσης κερμάτων που βρίσκονται σε ιδιαίτερο τμήμα της αίθουσας (2) Με τον όρο 11 της 17-5-1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΥΑ 15475/1984, ΦΕΚ Β' 336), που καταρτίσθηκε μεταξύ της ΟΤΟΕ και των τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, και υπό τον τίτλο "Ανθυγιεινοί χώροι-ανθυγιεινές εργασίες", ορίσθηκε ότι " α) Σε κάθε τράπεζα θα συσταθεί εντός μηνός από την υπογραφή της παρούσας σύμβασης επιτροπή από έναν εκπρόσωπο των τραπεζών, έναν της ΟΤΟΕ και ένα γιατρό του Υπουργείου Εργασίας που θα διαπιστώνει την ανθυγιεινότητα του χώρου. Μέχρις ότου ληφθούν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα θα καταβάλλεται επίδομα 12% και πρόσθετη ετήσια άδεια 7 ημερών σε όσους και για όσο χρόνο εργάζονται στους χώρους αυτούς (υπόγεια, χημικά, θόρυβοι) β) η ίδια διαδικασία και ρύθμιση θα ισχύσει για τους χειριστές Η/Υ, χειρίστριες εισαγωγής στοιχείων, τηλεφωνητές, καταμετρητές". Η ετήσια αυτή πρόσθετη άδεια των 7 ημερών πρέπει να χορηγείται με τις αντίστοιχες αποδοχές (άρθ. 2§1 α.ν. 539/1945), εφόσον στην ως άνω ΕΣΣΕ δεν ορίζεται ρητά το αντίθετο. Περαιτέρω και ειδικότερα κατά το άρθ. 2§1 α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1§1 ν. 1346/1983 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές κλπ., δηλ. κατ' άρθ. 3§§ 1 και 3 αυτού τις συνήθεις αποδοχές που θα δικαιούνταν αν απασχολούνταν κατά τον αντίστοιχο χρόνο, περιλαμβάνουσες και τις κάθε λογής πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικά χορηγούμενες παροχές, ενώ κατά το άρθ. 5§1 εδ. 2 του ίδιου α.ν. 539/1945, που προστέθηκε με το άρθ. 3 ν.δ. 3755/1957, με την επιφύλαξη των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας ο εργοδότης που αρνείται την χορήγηση σε μισθωτό αυτού της νόμιμης κατ' έτος αδείας του υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100%. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις των άρθ. 5§1 του αυτού ως άνω α.ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε' και 8 της κυρωθείσης με το ν. 2081/1952 με αριθ. 52/1936 Διεθνούς Σύμβασης "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών μετά αποδοχών" και λαμβανομένου υπόψη ότι η ένταξη με το άρθ. 3 ν.δ. 3755/1957 στο άρθ. 5§1 α.ν. 539/1945 της νέας αυτής διάταξης, περί καταβολής των αποδοχών αδείας προσαυξημένων κατά 100% από τον αρνούμενο την χορήγηση της νόμιμης κατ' έτος αδείας εργοδότη, ήταν τυχαία και δεν μεταβάλλει την αυτοτέλεια της ρύθμισης αυτής, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η προσαύξηση κατά 100% των αντιστοίχων αποδοχών των ημερών αδείας, ως είδος αστικής ποινής, διατυπώνεται μεν ως γενική και προβλέπεται για την μη χορήγηση αυτούσιας της άδειας που καθιερώνεται όχι μόνο με τις ως άνω διατάξεις του α.ν 539/1945 αλλά και με κανονισμούς εργασίας κλπ., αναφέρεται , όμως, στη νόμιμη ετήσια (κανονική) άδεια αναψυχής των μισθωτών (ΟλΑΠ 32/2005), και όχι σε ειδικές άδειες πέραν και επιπλέον αυτής, όπως η προαναφερθείσα πρόσθετη άδεια των 7 ημερών των εργαζομένων σε ανθυγιεινούς χώρους της αναιρεσείουσας. (Γ) Τέλος, από το άρθ. 12 ν. 1082/1980 προκύπτει ότι σε περίπτωση τελεσίδικης αναγνώρισης του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο βαθμό η προαγωγή του λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει ο υπάλληλος όλα τα δικαιώματα που θα είχε, αν είχε προαχθεί κανονικά στον βαθμό αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού, διωκούσης να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος να του καταβάλει, για τα έτη 1997 έως 1999, την εκ ποσοστού 5% διαφορά των αποδοχών του, που προέκυπτε από τον συνυπολογισμό του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό 10% (αντί 15%), καθώς και τις αποδοχές 7 εργασίμων ημερών λόγω μη χορήγησης της παραπάνω πρόσθετης άδειας, προσαυξημένες κατά 100%, με την προσβαλλομένη 3597/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι το Ίδρυμα Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών (Ι.Ε.Τ.Α) είναι μία μεγάλη βιομηχανική μονάδα που χαρακτηρίζεται ως χημική εγκατάσταση, κατά την έννοια του άρθ. 1 ΠΔ 274/1997, ότι ύστερ' από την 77/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών "περί χορηγήσεως επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας εις τινας κατηγορίας εκ των εργαζομένων εις το ίδρυμα εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών της Τραπέζης της Ελλάδος" η αναιρεσείουσα εναγομένη τράπεζα χορήγησε από 16-8-1977 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού στους μισθωτούς του ΙΕΤΑ, οι οποίοι απασχολούνταν στους χώρους, όπου εκτελούνται οι παραγωγικές εργασίες (εκτύπωση τραπεζογραμματίων, στις χαλκογραφικές μηχανές, τύπωση κερμάτων) και συναφείς εργασίες (έκπλυση κυλίνδρων, ανάκτηση τριχλωροαιθυλενίου), ότι περαιτέρω σε εφαρμογή των οριζομένων στο άρθ. 11 της από 17-5-1984 ΕΣΣΕ ΟΤΟΕ-Τραπεζών και αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης της εκεί προβλεπομένης πρόσθετης ετήσιας άδειας η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης στην Συνεδρία της 19/20-12-1984 προέβλεπε ότι (1) χορηγείται στους υπαλλήλους εκείνους που απασχολούνται για έξι μήνες μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, ανεξάρτητα αν η απασχόληση αυτή είναι συνεχομένη ή τμηματική, σε ανθυγιεινούς χώρους ή σε ανθυγιεινές εργασίες (υπόγεια, χημικά, θόρυβοι) πρόσθετη ετήσια άδεια επτά (7) εργασίμων ημερών, πέραν της κανονικής τους, από 1-1-1984, με την προϋπόθεση ότι την άδεια αυτή θα την χρησιμοποιήσουν μέσα στο χρονικό διάστημα από 1η Νοεμβρίου μέχρι την 31η Μαρτίου του επομένου χρόνου (2) από 1-1-1984 επεκτείνεται το δικαίωμα της πρόσθετης ετήσιας άδειας επτά (7) ημερών, πέραν της κανονικής τους, στους χειριστές Η/Υ, στις χειρίστριες εισαγωγής στοιχείων, στους τηλεφωνητές και στους καταμετρητές, ότι λόγω των ρυθμίσεων αυτών η εναγομένη χορηγεί από 1-1-1984 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού καθώς και πρόσθετη ετήσια άδεια επτά εργασίμων ημερών, πέραν της ετήσιας άδειας, σε όλους τους υπαλλήλους του Ι.Ε.Τ.Α. που απασχολούνται, κατά κύριο λόγο, στο υπόγειο, ισόγειο και στον Α' όροφο του κτιρίου του Ι.Ε.Τ.Α., δηλ. στους ορόφους όπου εκτελούνται οι κυρίως παραγωγικές εργασίες (εκτύπωση τραπεζογραμματίων, λαχείων, τίτλων Δημοσίου και Αξιών, τύπωση κερμάτων, συσκευασία κλπ.), οι εργασίες προπαρασκευών και αποπεράτωσης, οι εργασίες καύσης τραπεζογραμματίων, συντήρησης κλπ., η απασχόληση δε καθημερινά πλέον των 5.30' ωρών σε ανθυγιεινούς χώρους του Ι.Ε.Τ.Α. συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό της απασχόλησης αυτής ως κατά κύριο λόγο απασχόλησης στους χώρους αυτούς, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων, μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος του ΕΜΠ, προσλήφθηκε από την εναγομένη την 1-9-1970 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε έκτοτε με την μελέτη, επίβλεψη και συντήρηση κτιριακών έργων, ότι την 22-11-1988 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του Τμήματος Συντήρησης του ΙΕΤΑ και την 24-12-1996 Προϊστάμενος του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων Ι.Ε.Τ.Α, όπου παρέμεινε μέχρι την αποχώρησή του την 7-9-1999, ότι με την 35/12-1-1995 πράξη Διοικητή εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων, η χορήγηση από 1-1-1995 επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 10% επί του βασικού τους μισθού σε όλους τους εργαζομένους του Ι.Ε.Τ.Α, οι οποίοι δεν ελάμβαναν μέχρι τότε ανθυγιεινό επίδομα και έτσι χορηγήθηκε και στον ενάγοντα το επίδομα αυτό, ότι ο ενάγων από 22-11-1988, όταν τοποθετήθηκε στο ΙΕΤΑ ως Προϊστάμενος του Τμήματος Συντήρησης, και στην συνέχεια από 24-12-1996, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων, απασχολούνταν καθημερινά κατά κύριο λόγο, δηλ. κατά το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου και πλέον των 5.30' ωρών, στους ανθυγιεινούς χώρους του ΙΕΤΑ ως εκ (α) της φύσεως και του αντικειμένου της εργασίας του και των ιδιαιτέρων υπευθύνων καθηκόντων του, όπως αυτά καθορίζονται από τις αρμοδιότητες των Τμημάτων Τύπωσης Κερμάτων και Συντήρησης που προσδιορίζονται στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του ΙΕΤΑ, ενώ η ιδιότητά του ως Προϊσταμένου Τμημάτων και το γεγονός ότι διέθετε δικό του γραφείο (όπως όλοι οι Προϊστάμενοι Τμημάτων) στον Β' όροφο του κτιρίου του ΙΕΤΑ, στο οποίο δευτερευόντως (κατά πολύ μικρό μέρος του ωραρίου του) καθημερινά απασχολούνταν και μόνο για τις αναγκαίες διοικητικές και επιτελικές εργασίες, δεν αποτελούν, κατ' αντικειμενική κρίση, ειδικούς και σοβαρούς λόγους για την εξαίρεσή του από την χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας (σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού) και της πρόσθετης ετήσιας άδειας 7 εργασίμων ημερών, αφού μοναδικό κριτήριο για την χορήγηση των παροχών αυτών ήταν η καθημερινά κατά κύριο λόγο απασχόληση του μισθωτού σε ανθυγιεινούς χώρους ή ανθυγιεινές εργασίες, και (β) του γεγονότος ότι όλοι οι υφιστάμενοί του, τεχνικοί υπάλληλοι των Τμημάτων Συντήρησης και Τύπωσης Κερμάτων, απασχολούνταν σε ανθυγιεινούς χώρους ή σε ανθυγιεινές εργασίες, λαμβάνοντας για τον λόγο αυτόν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 15%, και την πρόσθετη ετήσια άδεια, ότι ο ενάγων επανειλημμένα είχε διαμαρτυρηθεί, προφορικά και έγγραφα, προς την Διεύθυνση του ΙΕΤΑ για την μη χορήγηση των παροχών αυτών, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων έχει κατά της εναγομένης αξιώσεις (α) για διαφορές επί των ακαθαρίστων αποδοχών του υπό την ευρεία έννοια (μηνιαίος μισθός, επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού) υπολογιζόμενες σε ποσοστό 5% επί του εκάστοτε βασικού μισθού (διαφορά καταβλητέου επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 15% και καταβληθέντος σε ποσοστό 10%) και (β) για τις ακαθάριστες τακτικές αποδοχές της μη χορηγηθείσας πρόσθετης ετήσιας άδειας 7 εργασίμων ημερών, για τα ως άνω έτη, προσαυξημένες κατά 100%, λόγω άρνησης της εναγομένης να την χορηγήσει, ότι οι βασικοί μισθοί του ενάγοντος με βάση τις ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών για το ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχονταν (α) από 1-1-1997 μέχρι 30-6-1997 σε 301.600 δρχ. (β) από 1-7-1997 έως 31-12-1997 σε 312.600 δρχ. (γ) από 1-1-1998 μέχρι 30-6-1998 σε 318.300 δρχ. (δ) από 1-7-1998 μέχρι 31-10-1998 σε 323.900 δρχ. (ε) από 1-11-1998 έως 31-12-1998 σε 328.200 δρχ. και (στ) από 1-1-1999 μέχρι 31-8-1999 σε 339.400 δρχ., ορθά δε χρησιμοποιεί ως βάση υπολογισμού των ζητουμένων διαφορών τον βασικό μισθό του Υποδιευθυντή, αφού με την 4986/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό αυτόν από 1-4-1995, ότι οι ακαθάριστες τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε (α) 1.080.982 δρχ. τον Μάρτιο του 1997 (β) 1.172.375 δρχ. τον Μάρτιο του 1998 και (γ) 1.254.797 δρχ. τον Μάρτιο του 1999, ότι κατά συνέπεια η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τα έτη 1997,1998 και 1999 τα εκεί αναφερόμενα αναλυτικά ποσά (1) ως διαφορές, ποσοστού 5%, (βασικών) μισθών, επιδόματος ισολογισμού, επιδομάτων εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και επιδόματος αδείας και (2) για αποδοχές μη χορηγηθείσας πρόσθετης άδειας, υπολογιζόμενες επί των ακαθαρίστων τακτικών μηνιαίων αποδοχών και προσαυξημένες στο διπλάσιο, και συνολικά, μετά από αναγωγή, το ποσό των 8.391,08€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό αυτό. Σύμφωνα με τα παραπάνω : (Α) Το Εφετείο σε σχέση με την χορήγηση του ως άνω επιδόματος (15%), κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται το επίδομα αυτό, αφού δέχθηκε, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, ότι απασχολούνταν καθημερινά, συνεχώς από 22-11-1988 μέχρι 7-9-1999, κατά κύριο λόγο στους ανθυγιεινούς χώρους του ΙΕΤΑ, ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως Προϊσταμένου και το εάν η ιδιότητα αυτή συνάδει ή όχι με παραγωγικές εργασίες (τύπωση κερμάτων κλπ.), υπολογίζοντας δε την διαφορά (5%) του επιδόματος αυτού (για τον καθορισμό των οφειλομένων διαφορών αποδοχών) επί του βασικού μισθού του Υποδιευθυντή, στον βαθμό του οποίου αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα ότι έπρεπε να είχε προαχθεί από 1-4-1995, δεν παραβίασε ούτε την διάταξη του άρθ. 12 ν. 1082/1980, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσίβλητος ενάγων έχει όλα τα δικαιώματα που θα είχε, εάν είχε προαχθεί έκτοτε στον βαθμό αυτόν, ενώ διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα παραπάνω ζητήματα. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως προς όλα τα σκέλη του. (Β) Ως προς την πρόσθετη ετήσια άδεια 7 ημερών το δικαστήριο της ουσίας κατ' ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 2 και 3 α.ν. 539/1945 και του όρου 11 της από 17-5-1984 ΕΣΣΕ δέχθηκε, ότι (α) ο ενάγων δικαιούται την άδεια αυτή, καθόσον έγινε δεκτό ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα απασχολούνταν στους ανθυγιεινούς χώρους του ΙΕΤΑ, λαμβανομένου υπόψη ότι η προϋπόθεση χρησιμοποίησης της αδείας αυτής από την 1η Νοεμβρίου μέχρι την 31η Μαρτίου του επομένου έτους δεν προβλέπεται από διάταξη ουσιαστικού νόμου αλλά από απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης και κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται την ως άνω άδεια και για το έτος 1999, και (β) γι' αυτήν οφείλονται οι αντίστοιχες αποδοχές, εφόσον δεν ορίζεται ρητά ότι χορηγείται χωρίς αποδοχές, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ κατά τ' αντίστοιχα σκέλη του. Καθόσον, όμως, έγινε δεκτό ότι οι αποδοχές της άδειας αυτής οφείλονται προσαυξημένες κατά 100% λόγω άρνησης χορήγησής της εκ μέρους της εναγομένης, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρ. 5 α.ν. 539/1945, διότι η προβλεπομένη απ' αυτές, για την ως άνω αιτία, προσαύξηση αναφέρεται μόνο στην νόμιμη ετήσια κανονική άδεια και όχι στην ως άνω πρόσθετη ειδική άδεια, ως εκ τούτου δε ο αυτός δεύτερος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός κατά το σχετικό σκέλος του. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα οι αποδοχές της πρόσθετης άδειας του έτους 1997 υπολογίσθηκαν με βάση τις αποδοχές του ενάγοντος του Μαρτίου 1997, ενώ έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τις αποδοχές αυτού του Μαρτίου του έτους 1998, οι δε αποδοχές της πρόσθετης άδειας του έτους 1998 σύμφωνα με τις αποδοχές αυτού του Μαρτίου 1998, ενώ έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τις αποδοχές του Μαρτίου 1999. Κατά το σκέλος τούτο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, διότι οι αποδοχές, με βάση τις οποίες κατ' αυτήν θα έπρεπε να υπολογισθούν οι αποδοχές της πρόσθετης άδειας των ως άνω ετών, είναι μεγαλύτερες εκείνων που λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό αυτόν. Τέλος, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα παραβίασε τον όρο 11 της από 17-5-1984 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών ως προς τους όρους χορήγησης στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 15%, ενώ η σύμβαση αυτή αναφέρει επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 12% και ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ζήτησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 15% με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, επί της οποίας δεν έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έτσι έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι με αυτήν επιδικάσθηκε η διαφορά 5% του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, που ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, θεωρών ότι πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή, με αιτιολογίες που αφορούν στην απευθείας επ' αυτού εφαρμογή της ως άνω ΕΣΣΕ που αναφέρεται σε επίδομα 12%. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η χορήγηση της διαφοράς (5%) μεταξύ καταβλητέου (15%) και καταβληθέντος (10%) επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στηρίχθηκε και στην 77/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, κατά παραδοχή αντίστοιχης βάσης, επίσης περιεχομένης στην αγωγή.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί ενμέρει η προσβαλλομένη απόφαση (ως προς την προσαύξηση κατά 100% των αποδοχών της πρόσθετης άδειας των 7 ημερών), να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ