124/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated124/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβιάσεως διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να προσδιορίζεται σ' αυτό με σαφήνεια εκτός άλλων και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, για την εξεύρεση της αληθινής έννοιας του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Full text
Απόφαση 124 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 124/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηλίτση. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΑΡΜΑΚ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φιλοξενίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2614/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με το μεν πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των καρτελλών ενσήμων του αναιρεσείοντος, με το δε ένα μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του υπέπεσε στην ίδια πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο αφενός "σειράς αποδείξεων πληρωμής" του αναιρεσείοντος καθ' όλο το διάστημα της απασχολήσεώς του στην αναιρεσίβλητη και αφετέρου της εξώδικης προσφοράς της τελευταίας προς τον πρώτο των κατά την κρίση της οφειλομένων με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνονται σ' όλα αυτά τα έγγραφα, κατά τα ειδικότερα στους λόγους αυτούς αναιρέσεως αναφερόμενα.
Αμφότεροι οι προαναφερόμενοι πρώτος και δεύτερος κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του λόγοι αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, προεχόντως γιατί με αυτούς δεν αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, δηλαδή απόδοση σ' αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ' απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους.
Σε κάθε περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το τμήμα του ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ μέρους του, που αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση για παραμόρφωση του περιεχομένου "σειράς αποδείξεων πληρωμής" του αναιρεσείοντος, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα, να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως ποιές συγκεκριμένες "αποδείξεις πληρωμής" παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, ώστε να καθίσταται δυνατόν να ερευνηθεί περαιτέρω ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
2.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβιάσεως διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να προσδιορίζεται σ' αυτό με σαφήνεια εκτός άλλων και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, για την εξεύρεση της αληθινής έννοιας του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β', όπως εκτιμάται του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στην αναιρεσίβλητη ως νυκτοφύλακα είχε την ιδιότητα εργάτη και όχι υπαλλήλου, επειδή, "δήθεν, δεν χρειαζόταν για την απασχόλησή του, κατάρτιση, εμπειρία και βάσει αυτών ανάληψη πρωτοβουλίας, δηλ.
κατά την απασχόλησή του υπερείχε το σωματικό του πνευματικού στοιχείου" και έτσι "παραβίασε......διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία ο νυκτοφύλακας, όπως....(ο αναιρεσείων), υποχρεούται να ευρίσκεται καθόλη τη διάρκεια της απασχολήσεώς του σε πνευματική και σωματική εγρήγορση, προκειμένου ν' αντιμετωπίσει με πληρότητα και ταχύτητα, οποιοδήποτε δυσάρεστο περιστατικό πιθανώς προκύψει σε βάρος του εργοδότη του....", κατά τα περαιτέρω, ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς αναφερόμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται στην ερμηνεία ποίου ή ποίων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αφορούν τα σχετικώς προβαλλόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία και φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ώστε να μπορεί να κριθεί αν πράγματι το Εφετείο έχει υποπέσει στην πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.-
3.- Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν το χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ήμερες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, διότι οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως και πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες.
Για το λόγο αυτόν στην περίπτωση απλής ετοιμότητας προς εργασία οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο συνηθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ, δηλαδή ο μισθός που καταβάλλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή για όμοιες εργασίες σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη φύση και τον τρόπο αμοιβής της εργασίας που προσφέρεται υπό τις παραπάνω περιστάσεις απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 του Π. Δ. 38/1995, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ, με το οποίο ρυθμίστηκε η οργάνωση του χρόνου εργασίας, σύμφωνα με τις οποίες (διατάξεις), "Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως :
χρόνος εργασίας : Κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων". Δεδομένου, ότι ναι μεν, από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι και η απλή παραμονή του εργαζομένου στους χώρους εργασίας, ακόμη και αν δεν παρέχεται εργασία, εφόσον τούτο γίνεται κατ' απαίτηση του εργοδότη, θεωρείται ως χρόνος εργασίας και ως εκ τούτου οφείλεται μισθός, πλην όμως με τις πιο πάνω οδηγίες προς εναρμόνιση των οποίων εκδόθηκε η προαναφερόμενη διάταξη δεν ρυθμίζονται ζητήματα αμοιβών και ως εκ τούτου, ουδόλως προκύπτει από αυτές ότι ο εργαζόμενος υπό συνθήκες απλής ετοιμότητας εργασίας, ο οποίος απλώς είναι υποχρεωμένος να ευρίσκεται, στο χώρο εργασίας, χωρίς να παρέχει εργασία, εξομοιώνεται μισθολογικά με τον εργαζόμενο που παρέχει εργασία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ : Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στις .......
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως νυκτοφύλακας των εγκαταστάσεων της τελευταίας, η οποία είχε αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία και κατεργασία ξύλου, προσέφερε δε την εργασία του αυτήν ως νυκτοφύλακας από την πρόσληψή του μέχρι και τις 15-5-2000, οπότε η μεταξύ αμφοτέρων υφιστάμενη σύμβαση εργασίας λύθηκε κατόπιν καταγγελίας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, η εργασία του αναιρεσείοντος ως νυκτοφύλακα συνίστατο στο ότι αυτός αρχικά όταν η αναιρεσίβλητη στεγαζόταν στο μισθωμένο κτίριο της παρόδου ............, όπου δεν υπήρχε ξεχωριστός χώρος για το φύλακα, αυτός παρέμενε σ' ένα γραφείο και αρκούσε η παρουσία του σ' αυτό, χωρίς την υποχρέωση να περιφέρεται είτε εντός του κτιρίου είτε εκτός αυτού, απλά και μόνο για να ειδοποιήσει την αναιρεσίβλητη και τις αρμόδιες αρχές στην περίπτωση πυρκαϊάς ή πλημμύρας αλλά και κλοπής, η οποία όμως δεν ήταν εύκολη γιατί η ξυλεία της επιχείρησης ήταν μεγάλων διαστάσεων με στοιβασία σε παλέτες.
Αλλά και μετά, όταν δηλαδή η επιχείρηση από τον Αύγουστο 1998 μεταφέρθηκε στο ιδιόκτητο κτίριό της στην οδό ....., αριθ. ......, στην ίδια περιοχή, ο αναιρεσείων παρέμενε, όπως είχε υποχρέωση, σε ειδικά κατασκευασμένο για το φύλακα άνετο χώρο, δίπλα ακριβώς στην κύρια είσοδο του περιαύλιου χώρου, φωτισμένο με τζάμια περιμετρικά, όπου μάλιστα καθόταν σε αναπαυτική πολυθρόνα και υπήρχε και κλιματισμός, και όπως και στο προηγούμενο κτίριο αρκούσε η παρουσία του για την αποθάρρυνση των διαρρηκτών (κλεπτών), καθόσον υπήρχε πλήρης οπτική επαφή με τις εγκαταστάσεις, καθώς και για το ενδεχόμενο ειδοποίησης των Αρχών και της αναιρεσίβλητης σε περίπτωση ενδεχόμενης πυρκαϊάς και πλημμύρας, ενώ υπήρχε και σύστημα συναγερμού που θα τον ειδοποιούσε, χωρίς αυτός (αναιρεσείων) να έχει την υποχρέωση και να περιφέρεται στους χώρους των εγκαταστάσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης δεν συνέβη καμία κλοπή ούτε χρειάστηκε να ειδοποιήσει για άλλο έκτακτο γεγονός (πυρκαϊά ή πλημμύρα). Έτσι ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της εργασίας του, δηλαδή κατά τη νύκτα από 22.00 μέχρι 06.00 ώρα, δέσμευε μόνο την προσωπική του ελευθερία, με την υποχρέωση να παραμένει σε ορισμένο τόπο και χρόνο, χωρίς να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, τις οποίες θα κινητοποιούσε μόνο αν υπήρχε περιστατικό ανάγκης, δηλαδή κατά τις διανυκτερεύσεις του ο αναιρεσείων ετίθετο μόνο σε "ετοιμότητα κλήσης" (ή μη γνήσια ετοιμότητα) και όχι σε "γνήσια ετοιμότητα για εργασία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, εκτός άλλων, και ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται προσαύξηση κατά 25% της αμοιβής του για νυκτερινή εργασία και ακολούθως δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 2614/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τον οποίο η τελευταία παραπονούνταν για εσφαλμένη επιδίκαση πρόσθετης αμοιβής λόγω προσαυξήσεως κατά 25% των αποδοχών του αναιρεσίοντος για παροχή από αυτόν εργασίας κατά τη νύκτα.
Κρίνοντας έτσι το εφετείο δεν παραβίασε ούτε τους προαναφερόμενους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, αλλ' ούτε και την υπ' αριθ. 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθ. 25325/1951 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία προβλέπεται παροχή προσαυξήσεως 25% επί του νομίμου μισθού τους στους κατά τις νύκτες (10 μ.μ.
έως 6 π.μ.) απασχολούμενους μισθωτούς, ή την υπ' αριθ. 27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, με την οποία ορίζεται ότι οι νυκτοφύλακες δεν δικαιούνται την εν λόγω προσαύξηση εφόσον οι καταβαλλόμενες σ' αυτούς αποδοχές καλύπτουν τα γι' αυτούς προβλεπόμενα κατώτατα όρια αποδοχών, προσαυξημένα τουλάχιστον κατά 25% ενώ αν δεν υπάρχει τέτοια κάλυψη καταβάλλεται η προκύπτουσα διαφορά.
Και αυτό γιατί ο αναιρεσείων πράγματι δεν δικαιούνταν την προαναφερόμενη προσαύξηση (πρόσθετη αμοιβή) κατά 25% για νυκτερινή εργασία του, εφόσον αυτός, σύμφωνα με όσα δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις διανυκτερεύσεις του δεν διατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, αλλ' απλώς βρισκόταν "σε ετοιμότητα κλήσης" (μη γνήσια ετοιμότητα) και όχι "σε γνήσια ετοιμότητα για εργασία", κατά τα ως άνω σχετικώς αναφερόμενα.
Επομένως ο δεύτερος κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφ9εί ως αβάσιμος. Δύο μέλη του Δικαστηρίου ο Αντιπρόεδρος Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης και ο Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, έχουν τη γνώμη ότι με το Π.Δ. 88/1959, με το οποίο εναρμονίστηκε το εσωτερικό μας δίκαιο με την Οδηγία 93/104 ΕΚ του Συμβουλίου της 23-11-1993, καταργήθηκε η διάκριση της απλής και της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία και ως εκ τούτου η απλή ετοιμότητα προς εργασία εξομοιώνεται πλήρως με την κανονική εργασία, όπως έχε ι γίνει δεκτό με σειρά αποφάσεων του ΔΕΚ και συγκεκριμένα με τις :
α) από 3-10-2000 Rs. C-303/1998, απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατόπιν πέντε προδικαστικών ζητημάτων που αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 89/391/Ε.Ο.Κ. του συμβουλίου της 12-5-1939 για τη λήψη μέτρων προς βελτίωση της ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων κατά την εργασία και της Οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 23-11-1393 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, β) από 9-9-2003 απόφαση C-151/02, που εκδόθηκε επί τεσσάρων προδικαστικών ζητημάτων ως προς την ερμηνεία της Οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 23-11-1993 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, γ) από 5-10-2004 απόφαση επί των υποθέσεων C-397/2001 έως C-403/2001 που εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2 της Οδηγίας 89/391/Ε.Ο.Κ.
του Συμβουλίου της 12-6-1989 και των άρθρων 1 παρ. 3, 6 και 18 παρ. 1 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου για την οργάνωση του χρόνου εργασίας και δ) από 14-7-2005 απόφαση επί της υποθέσεως C-52/04 και 1-12-2005 απόφαση επί της υποθέσεως C-14/04 με τις οποίες ερμήνευσε την Οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 23-11-1993 κατόπιν προδικαστικών ερωτημάτων.
Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούνταν πρόσθετη αμοιβή (25%) για νυκτερινή εργασία του, γιατί η απλή ετοιμότητα προς εργασία τούτου, εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις ως άνω διατάξεις που ορίζουν προσαύξηση για παροχή νυκτερινής εργασίας, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον ως άνω δεύτερο κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, και έπρεπε να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή όμως η απόφαση για απόρριψη του δεύτερου αυτού κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγου αναιρέσεως λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει, κατά το άρθρο 563 παρ. 1 και 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ μέρος του και τρίτο λόγους αναιρέσεως.- Και
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το στο αιτιολογικό δεύτερο κατά το υπόλοιπο μέρος του (από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) λόγο της από 17 Απριλίου 2003 αιτήσεως του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 42/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ