Legislator Case Law & Legislation
124/2007 AI generated

124/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 124/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

124/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σχέση που συνδέει το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως. Σε περίπτωση υπάρξεως επιπλέον συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του συντονιστή ως διευθυντή γραφείου πωλήσεων ασφαλίσεων, η σύμβαση έργου παραμένει ανεξάρτητη και δεν απορροφάται από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Keywords

AI generated
fixed-term work unemployment insurance benefit occupational accident insurance contractor remuneration safeguarding the purpose of benefits work subject to authorization
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 124 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 124/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Σταμούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 810/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3536/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 21-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν αυτός που παρέχει την εργασία του με μισθό, αδιαφόρως του τρόπου που καθορίζεται και καταβάλλεται, τελεί κατά την εκτέλεσή της σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, εκδηλούμενη με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και έλεγχο της παρεχόμενης εργασίας και να παρέχει οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό.

Ο χαρακτηρισμός της σχέσεως γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των περιστάσεων για να κριθεί σε ποια σχέση βρίσκεται ο μισθωτός έναντι του εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση. Ο νομοθέτης, όμως, δεν κωλύεται και όταν η απ' αυτόν ειδικώς ρυθμιζόμενη συγκεκριμένη σύμβαση φέρει, βάσει των άνω κριτηρίων, το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, να τη χαρακτηρίσει ως σύμβαση μισθώσεως έργου, οπότε επ' αυτής ισχύουν δεσμευτικά οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη σύμβαση του είδους αυτού (Ολομ.

ΑΠ 28/2005, ΑΠ 657/2000). Τέλος, κατά το άρθρο 20 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2170/1993 και ακολούθως οι παράγραφοι 2 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 36 παρ. 3 του ν. 2496/1997, συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο για λογαριασμού μίας ασφαλιστικής επιχειρήσεως ζωής ή και μίας μόνο ασφαλιστικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως κατά ζημιών, έναντι προμηθείας, διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει.

Η σχέση που συνδέει το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως. Σε περίπτωση υπάρξεως επιπλέον συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του συντονιστή ως διευθυντή γραφείου πωλήσεων ασφαλίσεων, η σύμβαση έργου παραμένει ανεξάρτητη και δεν απορροφάται από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Κατά δε το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. α του ίδιου ως άνω νόμου, για να ασκήσει το επάγγελμά του ο συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων, είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί στο αμιγές Επαγγελματικό Επιμελητήριο ή στο Επαγγελματικό Τμήμα του ενιαίου Επιμελητηρίου της έδρας του, με την υποβολή των αναφερόμενων σ' αυτό δικαιολογητικών (απολυτήριο Λυκείου, πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, πιστοποιητικό ότι δεν τελεί υπό δικαστική απαγόρευση ή αντίληψη και πιστοποιητικό μη πτωχεύσεως).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Με έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό από 6-2-1998 μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και του αναιρεσείοντος, που είχε εγγραφεί στα μητρώα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ως ασφαλιστικός σύμβουλος και συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων, ανατέθηκε από την πρώτη στο δεύτερο, ως ανεξάρτητο επαγγελματία, το έργο του "αναπληρωτή συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων", κατά την έννοια του άρθρου 20 του ν. 1569/1985, ήτοι η έναντι προμήθειας διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της αναιρεσίβλητης και πελατών της, διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, που ο ίδιος θα επέλεγε, εκπαίδευε, επόπτευε και συντόνιζε, με τρόπους και μεθόδους, που επίσης ο ίδιος θα θεωρούσε ενδεδειγμένους και σε χρόνο που θα καθόριζε αυτός ανάλογα με το πρόγραμμα που θα κατήρτιζε.

Με την ίδια πιο πάνω σύμβαση, η οποία χαρακτηρίστηκε από τους διαδίκους ρητά ως σύμβαση έργου, καθορίστηκε ως στόχος για τη διετία 1/2/1998 - 31/1/2000 η εξής Νέα Καθαρή Παραγωγή Ασφαλίστρων Ζωής: 1) από 1-2-1998 έως 30-4-1998 ποσό 10.000.000, από 1-5-1998 έως 31-7-1998 ποσό 20.000.000, από 1-8-1998 έως 31-10-1998 ποσό 20.000.000, από 1-11-1998 έως 31-1-1999 ποσό 20.000.000, ήτοι για το πρώτο έτος συνολικό ποσό 70.000.000 δραχμών και 2) από 1-2-1999 έως 30-4-1999 ποσό 15.000.000 δραχμών, από 1-5-1999 έως 31-7-1999 ποσό 20.000.000, από 1-8-1999 έως 31-10-1999 ποσό 20.000.000 και από 1-11-1999 έως 31-1-2000 ποσό 25.000.000 και συνολικά για το δεύτερο έτος ποσό 80.000.000 δραχμών.

Υπό την προϋπόθεση πραγματοποιήσεως της παραγωγής αυτής ασφαλίστρων, η αναιρεσίβλητη θα κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, στο τέλος κάθε μήνα, ποσό 400.000 δραχμών έναντι των προμηθειών (υπερπρομηθειών) που θα εδικαιούτο επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων και ακόμη για το διάστημα από 1-2-1998 έως 31-1-2000 θα του κατέβαλε ως BONUS ποσό 300.000 το μήνα, με την προϋπόθεση ότι θα επραγματοποιούντο οι τριμηνιαίοι στόχοι.

Ακόμη, συμφωνήθηκε ως BONUS επιτεύξεως των στόχων του πρώτου και δευτέρου έτους ποσό 3.000.000 δραχμών για κάθε έτος και τέλος, ότι σε περίπτωση μη επιτεύξεως των στόχων ή λύσεως της συμβάσεως, ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση επιστροφής των επιπλέον ποσών που θα είχε λάβει έναντι των προμηθειών ή των BONUS. Με συμφωνία των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη, για την εγκατάσταση του αναιρεσείοντος και των ασφαλιστικών συμβούλων της ομάδας του, παραχώρησε σ' αυτόν χώρο στο περιφερειακό γραφείο του συντονιστή ...

επί της οδού ... στην .... Αττικής και από το τέλος του έτους 1998, κατ' αίτηση του ίδιου του αναιρεσείοντος, παραχωρήθηκε σ' αυτόν χώρος στο περιφερειακό γραφείο ... Αττικής, όπου συντονιστής ήταν ο ... . Ο αναιρεσείων για το πρώτο έτος είχε καθαρή παραγωγή ασφαλίστρων ποσού 35.413.000 δραχμών, μέχρι δε τις 18-3-1999 ποσού 533.000 δραχμών και η αναιρεσίβλητη μη αποδεχθείσα πρόταση αυτού για μείωση των στόχων, κατήγγειλε την πιο πάνω χρονολογία (18-3-1999) τη σύμβαση.

Από τα εκτεθέντα συνάγεται ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εκτεθείσα έννοια, αλλά, και κατά νομοθετική επιταγή, σύμβαση έργου, που αποσκοπούσε όχι στην εργασία του αναιρεσείοντος, αλλά στην επίτευξη του τελικού αποτελέσματος (παραγωγή ασφαλίστρων).

Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τα περιστατικά αυτά, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την με διάφορη, βλαπτική για την αναιρεσείουσα, αιτιολογία απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιο δικαστηρίου, η οποία συγκεκριμένα είχε δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε όχι σύμβαση έργου αλλά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και είχε απορρίψει την αγωγή κατά παραδοχή της επικουρικά προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως για σπουδαίο λόγο, απέρριψε την για επιδίκαση μισθών υπερημερίας ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας ορισμένου έργου.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκείνες του άρθρου 59 της ΣυνθΕΟΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει, και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της που δεν είχαν εξεταστεί πρωτόδικα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας αυτεπάγγέλτης έρευνάς τους, αλλά για την περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγους εφέσεως από τον εφεσίβλητο ενάγοντα. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την υπό δίκη αγωγή του ο αναιρεσείων ζητούσε κυρίως να του επιδικασθεί ως αμοιβή από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου το ποσό των 13.500.000 δραχμών, επικουρικά δε να του επιδικασθεί το ίδιο ποσό από σύμβαση μισθώσεως έργου και σε κάθε περίπτωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ερευνώντας όλες (και τις επικουρικές) βάσεις απέρριψε την αγωγή. Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της κατ΄ άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ (για βλαπτικές αιτιολογίες) ασκηθείσας εφέσεως της νικήσασας πρωτοδίκως αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αλλά της συμβάσεως μισθώσεως έργου, χωρίς να ερευνήσει τις επικουρικές από σύμβαση μισθώσεως έργου και από αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσεις της ένδικης αγωγής αφού στη συνεκδικασθείσα και απορριφθείσα από το Εφετείο αντίθετη έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος δεν περιείχετο παράπονο σχετικό με την απόρριψη των ως άνω επικουρικών βάσεων της αγωγής του, αλλά οι λόγοι της εφέσεώς του αναφέρονταν αποκλειστικά στην απόρριψη της ως άνω κύριας βάσεώς της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, με το να μη εξετάσει τις ανωτέρω επικουρικές βάσεις της αγωγής του, άφησε αδίκαστες αιτήσεις του, είναι αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-4-2005 αίτηση του .... περί αναιρέσεως της 3536/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ