Legislator Case Law & Legislation
124/2006 AI generated

124/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 124/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Μ. Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα .

Legislator headnote

AI generated

124/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα επομένως με τη διάταξη αυτή μπορεί ο κατηγορούμενος για παράβαση του αρ. 79 ν. 5960/1933 να ισχυρισθεί ότι από συγγνωστή νομική πλάνη δικαιολογημένα πίστευε ότι μπορούσε να αρνηθεί την πληρωμή της εκδοθείσης από αυτόν επιταγής και ότι για τον λόγο αυτό έδωσε εντολή στην πληρώτρια τράπεζα να μην εξοφλήσει την επιταγή κατά την εμφάνισή της, εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά της πλάνης του και του συγγνωστού αυτής (ΑΠ 456/98 Π.Χρ.

Keywords

AI generated
state recovery claim unpaid licensing royalties repeated non-compliance recovery of debts unpaid debt bankruptcy and debt enforcement offences
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 124 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 124/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Μ. Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα .

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 391/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 726/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Τσίμας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα με αριθμό 401/21.9.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας σύμφωνα με τα άρθρα 484, 485 και 528 ΚΠΔ, την νομοτύπως, και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ’ αρ. 36/2005 αίτηση αναιρέσεως του Φ. Σ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ. 391/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθη η από 27-10-2004 αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας, κατά των υπ’ αρ. 29713/2001 και 29714/2001 αμετακλήτων αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες κατεδικάσθη στις αναφερόμενες σ’ αυτές ποινές για παράβαση του νόμου περί επιταγών και εκθέτω τα εξής: Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται η έλλειψη αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως.

Η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα κατά το αρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Με τη διάταξη του αρ. 79 ν. 5960/1933, ο νόμος τιμωρεί αυτόν που προβαίνει στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να εξετάζει το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Το αξιόποινο της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ του εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως.

Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή παρανόμου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξ άλλου όμως, κατά το αρ. 31 παρ. 2 ΠΚ ναι μεν η άγνοια του αξιοποίνου δεν μπορεί να αποκλείσει τον καταλογισμό, πλην όμως, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πιστέψει λόγω πλάνης ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή.

Σύμφωνα επομένως με τη διάταξη αυτή μπορεί ο κατηγορούμενος για παράβαση του αρ. 79 ν. 5960/1933 να ισχυρισθεί ότι από συγγνωστή νομική πλάνη δικαιολογημένα πίστευε ότι μπορούσε να αρνηθεί την πληρωμή της εκδοθείσης από αυτόν επιταγής και ότι για τον λόγο αυτό έδωσε εντολή στην πληρώτρια τράπεζα να μην εξοφλήσει την επιταγή κατά την εμφάνισή της, εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά της πλάνης του και του συγγνωστού αυτής (ΑΠ 456/98 Π.Χρ.

ΜΗ 1082). Το υπό του αμετακλήτως καταδικασμένου ως υπαιτίου του άνω εγκλήματος επικαλούμενο περιστατικό, ότι κατά την τέλεση της πράξεως αυτής τελούσε σε πλάνη, διότι πίστευε ότι μπορούσε να αρνηθεί την πληρωμή και γι’ αυτό έδωσε εντολή στην τράπεζα να μην εξοφληθεί η επιταγή, μπορεί, αν είναι νέο και άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές και αποδεικνύεται ως αληθές να αποτελέσει νόμιμη περίπτωση επαναλήψεως της διαδικασίας (ΑΠ 290/1981 Π.Χ.

ΛΑ 574).

Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα κρίνοντας την από 27-10-2004 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα δέχθηκε τα ακόλουθα:

Με τις υπ’ αρ. 29713/2001 και 29714/01 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αιτών καταδικάσθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." σε φυλάκιση 5 μηνών και χρηματική ποινή 100.000 δραχμών (293 €) και σε φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών (1467 €) αντιστοίχως για έκδοση ακάλυπτων επιταγών.

Η καταδίκη αυτού με την υπ’ αριθ. 29713/2001 απόφαση αφορούσε στην υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 1.275.000 δραχμών και με την υπ’ αριθ. 29714/2001 απόφαση στις υπ’ αριθ. ... επιταγές ομοίως της Εθνικής Τράπεζας και στην υπ’ αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, ποσού αντιστοίχως 1.592.000 δραχμών, 1.775.000 δραχμών, 1.591.000 δραχμών, 1.593.000 δραχμών και 1.775.000 δραχμών, που είχαν εκδοθεί όλες σε διαταγή του Α.

Π.. Κατά των αποφάσεων αυτών ο αιτών άσκησε αναιρέσεις που εκδόθηκαν αντιστοίχως οι υπ’ αριθ. 2318/17.12.2002 και 2317/17.12.2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου με τις οποίες απορρίφθηκαν και έτσι αυτές έκτοτε κατέστησαν αμετάκλητες. Μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών και συγκεκριμένα στις 13.2.2003 ο αιτών εξόφλησε στο νόμιμο κομιστή και εγκαλούντα Α.

Π. τα ποσά όλων των παραπάνω επιταγών και αυτός του χορήγησε σχετικές με την ίδια ημερομηνία δηλώσεις με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από το ΑΤ Ν. Ψυχικού. Με την υπό κρίση αίτησή του ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος νέα γεγονότα και αποδείξεις και συγκεκριμένα ότι αυτός δεν προέβη στην πληρωμή των παραπάνω επιταγών μέχρι την καταδίκη του με τις υπ’ αριθ. 29713/2001 και 29714/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διότι μετά από τις συμβουλές και διαβεβαιώσεις του νομικού συμβούλου του, Γ.

Σ., δικηγόρου Αθηνών, πίστεψε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, καθόσον αυτές ήταν προϊόν παράνομων πράξεων του εγκαλούντος - κομιστού (απάτη, ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία κλπ) για τις οποίες είχε παραπεμφθεί αυτός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και είχε επιβεβαιωθεί και με την ακύρωση των διαταγών πληρωμής, που είχαν εκδοθεί βάσει αυτών.

Επικαλείται, δηλαδή, για τη μη πληρωμή των επιταγών συγγνωστή νομική πλάνη και προς απόδειξή της προσκομίζει και την υπ’ αριθ. .../2004 ένορκη βεβαίωση του Γ. Σ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία αυτός καταθέτει ότι πράγματι ο αιτών δεν προέβη στην εξόφληση των παραπάνω επιταγών, διότι πίστεψε τις διαβεβαιώσεις αυτού ότι είχε τέτοιο δικαίωμα για τους ως άνω λόγους, χωρίς όμως και να εξηγεί γιατί δεν αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός αυτός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Από τα νέα αυτά στοιχεία είτε από μόνα τους είτε συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία, που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, που εξέδωσε τις άνω αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του, δεν καθίσταται κατάδηλο ότι αυτός δεν πλήρωσε τις ως άνω επιταγές, γιατί δικαιολογημένα πίστεψε στις συμβουλές και διαβεβαιώσεις του δικηγόρου του, ότι μπορούσε να το κάνει, γιατί αυτές ήταν προϊόν παρανόμων πράξεων του εγκαλούντος - κομιστή και γιατί οι διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί, βάσει αυτών, είχαν ακυρωθεί, ευρισκόμενος, δηλαδή, σε συγγνωστή νομική πλάνη, δεδομένου και του ότι η πληρωμή των επιταγών αυτών δεν έγινε, κατά μεν την εμφάνισή τους στις πληρώτριες τράπεζες, όπως βεβαιώνεται αρμοδίως επί των σωμάτων αυτών, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, και όχι λόγω εντολής του προς τις πληρώτριες τράπεζες περί μη πληρωμής τους, μεταγενέστερα δε και μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις απολογίες του ιδίου ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει, λόγω οικονομικής κατάρρευσης της εκδότριας εταιρείας με την επωνυμία "..." της οποίας ο αιτών είναι νόμιμος αντιπρόσωπος.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την επιβαλλομένη από τα αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το αρ. 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ’ όσον περιέχονται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις που δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας ως αβάσιμη, ενώ ορθώς ερμήνευσε την σχετική ουσιαστική διάταξη.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας στον αιτούντα. Για τους λόγους αυτούς -Προτείνουμε την απόρριψη της υπ’ αρ. 36/2005 αιτήσεως αναιρέσεως του Φ. Σ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ. 391/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την επιβολή των δικαστικών εξόδων της παρούσης στον αιτούντα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε ώστε να μη μπορεί να τα λάβει υπόψη και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά, έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Περαιτέρω, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο καταδικασμένος, προς τον εισαγγελέα εφετών, όταν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και εισάγεται στο συμβούλιο εφετών, κατά της αποφάσεως δε τούτου επιτρέπεται αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου κώδικα (άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

Εξ άλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος που απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε, ότι δεν είναι βάσιμες οι προσβαλλόμενες με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας λόγος, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον, όταν το βούλευμα δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, ο νόμος τιμωρεί αυτόν που προβαίνει στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Το αξιόποινο της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη της αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ του εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως.

Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανυπάρκτου ή παρανόμου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξ άλλου κατά το αρ. 31 παρ. 2 ΠΚ, ναι μεν η άγνοια του αξιοποίνου δεν μπορεί να αποκλείσει τον καταλογισμό, πλην όμως, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πιστέψει λόγω πλάνης ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή.

Σύμφωνα επομένως με τη διάταξη αυτή μπορεί ο κατηγορούμενος για παράβαση του άρθ. 79 Ν. 5960/1933 να ισχυρισθεί ότι από συγγνωστή νομική πλάνη δικαιολογημένα πίστευε ότι μπορούσε να αρνηθεί την πληρωμή της εκδοθείσης από αυτόν επιταγής και ότι για τον λόγο αυτό έδωσε εντολή στην πληρώτρια τράπεζα να μην εξοφλήσει την επιταγή κατά την εμφάνισή της, εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά της πλάνης του και του συγγνωστού αυτής.

Τέλος, από το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972 και την αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτό με άρθρο 4 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής απαιτείται η πλήρης αποζημίωση του κομιστή από τον υπαίτιο, πριν ο τελευταίος καταδικαστεί αμετακλήτως, διότι αλλιώς, δηλαδή η μετά την αμετάκλητη καταδίκη πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής δεν επιφέρει εξάλειψη του αξιοποίνου και επομένως, η ολική εξόφληση και αποζημίωση του κομιστή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, κρίνοντας την από 27-10-2004 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: Με τις υπ’ αριθ. 29713/2001 και 29714/01 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αιτών καταδικάσθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." σε φυλάκιση 5 μηνών και χρηματική ποινή 100.000 δραχμών (293 ευρώ) και σε φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών (1467 ευρώ) αντιστοίχως, για έκδοση ακάλυπτων επιταγών.

Η καταδίκη αυτού με την υπ’ αριθ. 29713/2001 απόφαση αφορούσε στην υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 1.275.000 δραχμών και με την υπ’ αριθ. 29714/2001 απόφαση στις υπ’ αριθ. ... επιταγές ομοίως της Εθνικής Τράπεζας και στην υπ’ αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, ποσού αντιστοίχως 1.592.000 δραχμών, 1.775.000 δραχμών, 1.591.000 δραχμών, 1.593.000 δραχμών και 1.775.000 δραχμών, που είχαν εκδοθεί όλες σε διαταγή του Α.

Π.. Κατά των αποφάσεων αυτών ο αιτών άσκησε αναιρέσεις και εκδόθηκαν αντιστοίχως, οι υπ’ αριθ. 2318/17.12.2002 και 2317/17.12.2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου με τις οποίες απορρίφθηκαν και έτσι αυτές έκτοτε κατέστησαν αμετάκλητες. Μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών και συγκεκριμένα στις 13.2.2003 ο αιτών εξόφλησε στο νόμιμο κομιστή και εγκαλούντα, Α.

Π. τα ποσά όλων των παραπάνω επιταγών και αυτός του χορήγησε σχετικές με την ίδια ημερομηνία δηλώσεις με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από το ΑΤ Ν. Ψυχικού. Με την υπό κρίση αίτησή του ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος νέα γεγονότα και αποδείξεις και συγκεκριμένα ότι αυτός δεν προέβη στην πληρωμή των παραπάνω επιταγών μέχρι την καταδίκη του με τις υπ’ αριθ. 29713/2001 και 29714/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διότι μετά από τις συμβουλές και διαβεβαιώσεις του νομικού συμβούλου του, Γ.

Σ., δικηγόρου Αθηνών, πίστεψε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, καθόσον αυτές ήταν προϊόν παράνομων πράξεων του εγκαλούντος - κομιστού (απάτη, ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία κ.λ.π.) για τις οποίες είχε παραπεμφθεί αυτός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και είχε επιβεβαιωθεί και με την ακύρωση των διαταγών πληρωμής, που είχαν εκδοθεί βάσει αυτών.

Επικαλείται, δηλαδή, για τη μη πληρωμή των επιταγών συγγνωστή νομική πλάνη και προς απόδειξή της προσκομίζει και την υπ’ αριθ. .../2004 ένορκη βεβαίωση του Γ. Σ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία αυτός καταθέτει, ότι πράγματι ο αιτών δεν προέβη στην εξόφληση των παραπάνω επιταγών, διότι πίστεψε τις διαβεβαιώσεις αυτού ότι είχε τέτοιο δικαίωμα για τους ως άνω λόγους, χωρίς όμως και να εξηγεί, γιατί δεν προβλήθηκε και ο ισχυρισμός αυτός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Από τα νέα αυτά στοιχεία είτε από μόνα τους, είτε συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία, που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, που εξέδωσε τις άνω αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του, δεν καθίσταται κατάδηλο ότι αυτός δεν πλήρωσε τις ως άνω επιταγές, γιατί δικαιολογημένα πίστεψε στις συμβουλές και διαβεβαιώσεις του δικηγόρου του, ότι μπορούσε να το κάνει, γιατί αυτές ήταν προϊόν παρανόμων πράξεων του εγκαλούντος - κομιστή και γιατί οι διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί, βάσει αυτών, είχαν ακυρωθεί, ευρισκόμενος, δηλαδή, σε συγγνωστή νομική πλάνη, δεδομένου και του ότι οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, κατά μεν την εμφάνισή τους στις πληρώτριες τράπεζες, όπως βεβαιώνεται αρμοδίως επί των σωμάτων αυτών, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, και όχι λόγω εντολής του προς τις πληρώτριες τράπεζες περί μη πληρωμής τους, μεταγενέστερα δε και μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις απολογίες του ιδίου ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει, λόγω οικονομικής κατάρρευσης της εκδότριας εταιρείας με την επωνυμία "..." της οποίας ο αιτών είναι νόμιμος αντιπρόσωπος.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ’ όσον περιέχονται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις, που δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, ως αβάσιμης, ενώ ορθώς εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2005 αίτηση του Φ. Σ. του Μ. για αναίρεση του υπ’ αριθ. 391/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ