Legislator Case Law & Legislation
1249/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment regarding interest capitalization on tax contributions.

Case Number 1249/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an anonymous bank against a lower court judgment. The bank argued that the capitalization of interest on tax contributions was illegal and inflated the debt, while the taxpayers contended the interest rate was lawful. The court ruled that the taxpayers' appeal was vague and inadmissible because they failed to specify exact amounts or demonstrate the illegality of the interest calculation, yet the second ground of the bank's appeal regarding the legality of the interest capitalization was deemed valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; Article 293(1)(a) of the Civil Code; Article 12 of Law 2601/1998: The death of a party terminates proceedings, but an appeal regarding the capitalization of interest on tax contributions is admissible if it specifically challenges the legality of the interest rate and calculation method, whereas vague appeals without specific amounts are inadmissible.

Keywords

AI generated
interest capitalization tax contributions legal appeal inadmissible appeal bank debt civil procedure interest rate

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 293(1)(a) of the Civil Code
Article 12 of Law 2601/1998
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1249 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1249/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ. του Δ., 2) Α. Γ. του Α. και 3) Δ. Μ. του Ι., απάντων κατοίκων Καρδίτσας. Οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μίστρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 8-7-2013 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και κείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται κατά το άρθρο 287 ΚΠολΔ, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιός του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Χωρίς όμως έγκυρη γνωστοποίηση ή αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται η διακοπή της δίκης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά σαν αυτή να μην εχώρησε, η δε απόφαση εγκύρως εκδίδεται στο όνομα των αρχικών διαδίκων και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης [ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 148/2017].

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ ου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και, αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο <<περί επανάληψης>> της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ ου η διακοπή διάδικο [καθολικό διάδοχο του θανόντος] [ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 649/2020, ΑΠ 820/2014].

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης που περιέχει πρόσκληση του κληρονόμου προς επανάληψη της δίκης, καθώς και το δικόγραφο της αναίρεσης που απευθύνεται προς τον υπέρ ου η διακοπή διάδικο [καθολικό διάδοχο του θανόντος [ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 47/2018]. Η δήλωση αυτή επανάληψης της δίκης μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις εφόσον ο υπέρ ου η διακοπή είναι ήδη διάδικος και δεν αμφισβητεί την ιδιότητά του ως κληρονόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο τρίτος ανακόπτων-ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Ι. απεβίωσε την 24-6-2021, όπως προκύπτει από το από 1-12-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του αρμοδίου ληξιάρχου του Δήμου Καρδίτσας, χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 5677/1-10-2023 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, από το υπ' αριθ. 31144/2023 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και το υπ'αριθ.20336/2023 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Έτσι, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Κ. χα Δ. Μ., τη θυγατέρα του Δ. Μ. και τον υιό του Θ. Μ. [πρώτο ανακόπτοντα-ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο], όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 9286/2021 πιστοποιητικό του Δήμου ..., εκ των οποίων οι δύο πρώτοι αποποιήθηκαν την κληρονομία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 703/2021 έκθεση αποποίησης της κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας.

Μετά την αποποίηση της ως άνω Δ. Μ., αποποιήθηκαν την κληρονομία και τα ανήλικα τέκνα της Σ. Π. του Κ., Ι. Π. του Κ. και Δ. - Κ. Π. του Κ., όπως προκύπτει από το από 4-9-2023 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ..., σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 454/14-6-2022 έκθεση αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας.

Αντίθετα, ο πρώτος ανακόπτων Θ. Μ., δεν αποποιήθηκε την ως άνω κληρονομία, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.117/10-1-2024 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας και κατέστη έτσι μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντος τρίτου ανακόπτοντος και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου. Η αυτοτελώς παρεμβάσα πρωτοδίκως υπέρ της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα κοινοποίησε στο μοναδικό αυτό κληρονόμο του αποβιώσαντος τρίτου αναιρεσίβλητου την ένδικη αίτηση αναίρεσης με τη βεβαίωση αναβολής της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 20-5-2024, όπως προκύπτει από τη υπ' αριθ. 2907 Β/10-10-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Λάρισας Δ.

Γ. και τον κάλεσε να παραστεί στην παρούσα δίκη και με την ιδιότητα του μοναδικού κληρονόμου του αποβιώσαντος τρίτου αναιρεσιβλήτου, πέραν της ιδιότητάς του ως πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επιπλέον και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου η αναιρεσείουσα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, δήλωσε τη συνέχιση της δίκης με τον εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος, ο οποίος δεν αμφισβήτησε την ιδιότητά του ως κληρονόμου του αποβιώσαντος.

Επομένως, με την γνώση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του θανάτου του τρίτου αναιρεσίβλητου και τη νόμιμη δήλωση συνέχισης της δίκης, αυτή συνεχίζεται κανονικά από τον ως άνω κληρονόμο του αποβιώσαντος τρίτου αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του [ολΑΠ 15/2001], ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα [άρθρο 502 ΚΠολΔ], με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ], αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β παρ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατ' ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση [ολΑΠ 11/1998], δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων [ΑΠ 448/2022, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], σχετικά με την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων-ήδη αναιρεσιβλήτων, δημοσιεύθηκε την 19-2-2020 και επιδόθηκε στους εφεσίβλητους την 25-6-2021, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 2949β/25-6-2021, 2950β/25-6-2021 και 2951β/25-6-2021 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Μ.

Θ.. Κατά της ως άνω απόφασης οι ερημοδικασθέντες εφεσίβλητοι δεν άσκησαν ανακοπή ερημοδικίας και έτσι μετά την πάροδο των 15 ημερών της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 67/19-7-2021 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Λάρισας.

Η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας άρχισε την επομένη της επίδοσης της ερήμην απόφασης, ήτοι την 26-6-2021 και παρήλθε την 10-7-2021, οπότε και άρχισε η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση αναίρεσης. Εντός των 30 ημερών της εν λόγω προθεσμίας, αφού μάλιστα και το χρονικό διάστημα από 1-8-2021 έως 9-8-2021 δεν υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 9-8-2021 στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας την υπό κρίση από 30-7-2021 αίτηση αναίρεσης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 63/2021, με την οποία προσβάλλεται η ως άνω απόφαση, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 157/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που είχε δεχθεί την ανακοπή των αναιρεσίβλητων και είχε ακυρώσει την υπ' αριθ. 9/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και την από 15-1-2013 επιταγή προς πληρωμή της παραπάνω διαταγής πληρωμής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ], αφού η αίτηση αναίρεσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ στην καθ' ης η ένδικη ανακοπή τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ" υπέρ της οποίας η αναιρεσείουσα ειδική διάδοχός της στην επίδικη απαίτηση άσκησε πρωτοδίκως αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και με την οποία η αναιρεσείουσα συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 397/2024) (βλ. την υπ' αρ. 6371/11-10-203 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ.

Β.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικα από11-2-2013 ανακοπή τους οι ανακόπτοντες ζήτησαν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία <<...>>, με βάση σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μεταξύ του πρώτου ανακόπτοντος και της καθ' ης η ανακοπή και εγγυητές τους λοιπούς ανακόπτοντες και, ακόμη, να ακυρωθεί η από 15-1-2013 επιταγή προς πληρωμή κάτω από ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής, για τους λόγους που διαλαμβάνονται στην ανακοπή.

Μετά την άσκηση της ανακοπής η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία <<... Α.Ε.>>, με το από 8-7-2013 δικόγραφό της άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως ειδική διάδοχος της καθ' ης η ανακοπή. Επί της ανακοπής και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 157/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του τρίτου ανακόπτοντος και καθ' ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και την κάτω από αυτή επιταγή προς πληρωμή, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής, κατά το δεύτερο μέρος του, για παράνομο εκτοκισμό και ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 και αδυναμία προσδιορισμού της απαίτησης της καθ' ης, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του ν.128/1975 και του ανατοκισμού τούτων.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 28-1-2016 έφεση η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 21/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, για το λόγο ότι δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση η καθ' ης η ανακοπή, υπέρ της οποίας είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση η εκκαλούσα.

Ακολούθως, με την από 19-3-2018 κλήση της προσθέτως παρεμβαίνουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.

Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο διότι, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπόμενου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελευθέρου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011).

Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβαρύνσεως στο δανειολήπτη αποτέλεσε από την ισχύ του ν.128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών στην παγίωση της οποίας, συνετέλεσαν: α) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις).

Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά, ότι για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό.

β) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθόλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β' του ν. 3152/2003 κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις, προς τις Ι.

Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Εύξεινου Πόντου και από την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα θεσπίζονταν οι παραπάνω εξαιρέσεις και γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του ν.128/1975, ουδέποτε θεώρησε, ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της, του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων - χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993.

Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβαρύνσεως με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή "ειδικών εισφορών" και η εισφορά του ν.128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά (ΑΠ 368/2019).

Ωστόσο, η μετακύλιση αυτή της ανωτέρω εισφοράς στον πιστούχο - δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΔΤΕ 2501/2002, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζομένη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 368/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού[ολΑΠ 1/2016, ολΑΠ 7/2014].

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών [ενστάσεων] των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 130/2016].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<οι ανακόπτοντες, ήδη εφεσίβλητοι με τον τρίτο λόγο ανακοπής, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ισχυρίζονται ότι από τη σύμβαση, καθώς και από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων συνάγεται αφενός ότι η καθ' ης επιβάρυνε τον πιστούχο με την ως άνω εισφορά του ν. 128/1975, αφετέρου κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως και ανατόκιζε τα ποσά της [εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς] και επομένως προκύπτει αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975 και του ανατοκισμού αυτών.

Ότι η ακυρότητα των επιμέρους ποσών που αφορούν την εισφορά του ν. 128/1975 και του ανατοκισμού αυτών επηρεάζει το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, γιατί στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στο λογαριασμό των ποσών της εισφοράς και των ανωτέρω εξόδων στο ποσό των τόκων.

Ο λόγος αυτός, όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται, βάλλει κατά του εκκαθαρισμένου της απαίτησης και τυγχάνει νόμιμος στηριζόμενος στα άρθρα 626,628 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Ειδικότερα κρίνεται ότι ο κρινόμενος λόγος ανακοπής, τυγχάνει παραδεκτός και νόμιμος, με βάση τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, λαμβανομένου υπόψη επιπροσθέτως ότι δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτού, να αναφέρεται στην ανακοπή ποιο είναι το ακριβές ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η συνολική οφειλή των οφειλετών [ανακοπτόντων], εφόσον ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη συνιστά στην πραγματικότητα άρνηση των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, οπότε το βάρος επίκλησης και απόδειξης για την ύπαρξη των προϋποθέσεων αυτών το φέρει η καθ' ης η ανακοπή - δανείστρια...

αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε η με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία συμβλήθηκαν αφενός ο πρώτος ανακόπτων ως πιστούχος και οι λοιποί ανακόπτοντες ως εγγυητές, αφετέρου η καθ' ης τράπεζα με την επωνυμία "...". Με την ανωτέρω σύμβαση χορηγήθηκε στον πιστούχο το ποσό των 45.000 ευρώ με τους όρους που περιέχονται σ' αυτήν.

Ακολούθως υπογράφηκαν η με αριθμ. ... πρόσθετη πράξη αύξησης της πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία υπογράφηκε αφενός μεταξύ του πρώτου ανακόπτοντα ως πιστούχου, της δεύτερης ανακόπτουσας ως εγγυήτριας και της καθ' ης τράπεζας αφετέρου, με την οποία χορηγήθηκε στον πρώτο ανακόπτοντα επιπλέον πίστωση ύψους 15.000 ευρώ, ενώ ακολούθησε η με αριθμό ...

πρόσθετη πράξη αύξησης πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού που υπογράφηκε μεταξύ των ίδιων προαναφερόμενων συμβαλλομένων, με την οποία χορηγήθηκε στον πρώτο ανακόπτοντα αύξηση πίστωσης κατά 300.000 ευρώ, η δε συνολική απαίτηση ανήλθε στο ποσό των 360.000 ευρώ. Περαιτέρω, στον όρο 24 της σύμβασης πίστωσης ορίζεται ότι "τον πιστούχο βαρύνουν αποκλειστικά κάθε φόρος και κάθε τέλος που επιβάλλονται ή θα επιβληθούν επί του κεφαλαίου, των τόκων, των προμηθειών κ.λ.π.

Υποχρεούται δε να καταβάλλει αυτούς στην Τράπεζα κατά το χρόνο της καταβολής των τόκων, προμηθειών κ.λπ. τον πιστούχο ο οποίος υποχρεούται σε άμεση καταβολή τους βαρύνουν επίσης αποκλειστικά κάθε φόρος και τέλος και κάθε δαπάνη γενικά που αναφέρεται στην κατάρτιση και κατάργηση της παρούσας, την κίνηση του λογαριασμού, την εξόφληση των απαιτήσεων της τράπεζας ή η οποία προέρχεται από οποιαδήποτε άλλο λόγο.

Σε περίπτωση μη καταβολής οποιουδήποτε ποσού από τα παραπάνω η τράπεζα έχει το δικαίωμα, χωρίς οτιδήποτε άλλο να χρεώνει το λογαριασμό του με το ποσό αυτό, Καθώς και με τον τόκο επ' αυτού, συμβατικό ή υπερημερίας, ανάλογα με την περίπτωση". Για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω συμβάσεων τηρήθηκαν οι με αριθμ. ...

λογαριασμοί, εκ των οποίων ο τελευταίος εξοφλήθηκε και ο πρώτος μεταφέρθηκε λόγω οριστικής καθυστέρησης στο με αριθμό ... λογαριασμό, ο οποίος στις 17-12-2012 εμφάνισε τελικό υπόλοιπο ύψους 45.864,31 ευρώ. Εν συνεχεία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής με την οποία υποχρεώθηκαν οι δυο πρώτοι ανακόπτοντες να καταβάλουν στην καθ' ης το ποσό των 45.864,31 ευρώ πλέον τόκων από 18-12-2012 και το ποσό των 5.247,23 ευρώ που αφορά σε εξωλογιστικούς τόκους, ενώ ο τρίτος ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 45.000 ευρώ.

Από την επισκόπηση των συμβάσεων και το αντίγραφο του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης αποδεικνύεται ότι η καθ' ης κεφαλοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε πάσης φύσεως τόκους και εκτόκιζε τα ποσά της, αφού στο κάθε φορά προκύπτον κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους περιέχοντες και ποσά εισφοράς του v. 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε και νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς), γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε η καθ' ης.

Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνεται με την ενσωμάτωση τους στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων. Και ναι μεν εν προκειμένω το ποσό της εισφοράς του v. 128/75 αναγράφεται χωριστά ως αιτιολογία στην κίνηση του λογαριασμού, όμως (το ποσό αυτό της εισφοράς) ενσωματώνεται στο προκύπτον κάθε φορά υπόλοιπο και εκτοκίζεται.

Επομένως, ως προς το ποσό της απαίτησης για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης τράπεζας, που προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό του ανατοκισμού των ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975.

Η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθ' ης δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών λόγω της ενσωμάτωσης στο λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/75 παρανόμως ανατοκίζεται [μαζί με τους οφειλόμενους τόκους κεφαλαίου], καθόσον οι Τράπεζες δικαιούνται να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί καθυστερούμενων τόκων από την πρώτη ημέρα καθυστερήσεως (ανατοκισμός), με την στενή έννοια και όχι τόκους επί προμηθειών, εξόδων και εισφορών που ενυπάρχουν στη σύμβαση.

Ειδικότερα κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι με το ως άνω περιεχόμενο ο τρίτος αυτός λόγος ανακοπής ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα νομική σκέψη, ορισμένος και νόμιμος, διότι ναι μεν σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν, ως υπόχρεοι για την καταβολή της (εισφοράς), τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς, όμως, να απαγορεύεται από αυτή ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους.

Έτσι, η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς στους δανειολήπτες καταναλωτές, εφόσον δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των εξωτραπεζικών επιτοκίων κατά δε, το άλλο όμως σκέλος του, με το οποίο οι ανακόπτοντες επικαλέστηκαν παράνομο ανατοκισμό της ως άνω εισφοράς, δεν έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστος, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η καθ' ης η ανακοπή με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διότι κατά τους ισχυρισμούς της οι ανακόπτοντες δεν αμφισβητούν συγκεκριμένα κονδύλια χρεώσεων του λογαριασμού, δεν προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ποιο μέρος του επιτασσόμενου με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ποσού προέρχεται από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας του σχετικού ισχυρισμού τους και η αντίκρουσή του από την καθ' ης, σε περίπτωση δε, ουσιαστικής παραδοχής του, το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το παρανόμως επιδικασθέν χρηματικό ποσό, καθόσον στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία επιδικάζει κατάλοιπο ανοικτού λογαριασμού, για να είναι κάποιος λόγος ορισμένος και παραδεκτός, θα πρέπει να περιέχει ισχυρισμούς, που ανάγονται στα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, μη αρκούσης της γενικής αμφισβήτησης της ορθότητας αυτού, ισχυρισμό που ήδη επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα - καθ' ης η ανακοπή.

Και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες αμφισβητούν με τον ως άνω λόγο ανακοπής το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής οπότε σύμφωνα με τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα νομική σκέψη δεν απαιτείτο για το ορισμένο του λόγου αυτού που έβαλε κατά του παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/1975, με συνέπεια να καθίσταται ανεκκαθάριστη η απαίτηση της καθ' ης να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη (ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΠειρ 5/2011 ΝΟΜΟΣ), καθώς, όπως προεκτάθηκες το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει o δανειστής.

Συνεπώς, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια με την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον ως άνω λόγο ανακοπής και ακύρωσε στο σύνολό της την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κρίνονται ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων ανακοπής, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης πρέπει v' απορριφθούν ως αβάσιμα. Μετά τούτων και επειδή κρίνεται ότι παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου της έφεσης, διότι ήδη κρίθηκε ότι ορθά έγινε δεκτός ο ως άνω σχετικός λόγος ανακοπής και ακυρώθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλεται o δεύτερος λόγος της έφεσης και παρέλκει η έρευνά του". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ.157/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που είχε δεχθεί τον τρίτο λόγο της ανακοπής, κατά το πρώτο μέρος του και είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της, κρίνοντας ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της ανακοπής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 Ν. 128/1975, 174, 293 παρ. εδ. α' ΑΚ και 12 Ν.2601/1998. Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός του ποσού της εισφοράς του ν. 128/1975 είναι εσφαλμένη, καθόσον αφού η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 ήταν νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ ως τόκος, και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 Ν.2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Σημειωτέον ότι, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο ως άνω λόγος ανακοπής ήταν σε κάθε περίπτωση αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανακόπτοντες αμφισβητούν απλώς το ύψος της απαίτησης χωρίς να προσβάλουν κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και χωρίς να προσδιορίζουν είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον παράνομο, κατά την άποψή του, ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής τους, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νομίμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων ανατοκισμών, δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαίτησης ούτε καθίσταται ανεκκαθάριστη αυτή, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της, όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που την δίκασε [άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ], να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 80/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και Επιβάλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ