Legislator Case Law & Legislation
1249/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on auction bid intent, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 1249/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Larissa's final decision regarding a forced auction. The appellants argued the respondent lacked intent and funds to bid, citing bank certificates, but the court found the evidence conclusively showed the respondent had both the intention and financial readiness to participate. Consequently, the court rejected the procedural errors claimed and ordered the appellants to pay the costs of the deceased heir's successor.

Legislator headnote

AI generated

Articles 200, 281, 228 of the Civil Code; Articles 959, 963, 988, 1005 of the Code of Civil Procedure; Article 559, Section 1 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must uphold the lower court's assessment of evidence regarding a party's intent and financial capacity to bid in a forced auction unless clearly erroneous.

Keywords

AI generated
forced auction bidder intent financial capacity appellate review evidence assessment procedural error costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 200, 281, 228 of the Civil Code
Articles 959, 963, 988, 1005 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Section 3, Subsection 5, Section d of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, Section 1, 182, 183, 189, Section 1, and 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1249 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1249/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ν. του Χ., 2) Μ. Ν. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιλίση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. Π. του Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Β. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπουλογεώργο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Γιουρέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Μαυροειδής, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος Α. Π. του Β. απεβίωσε στις 25/9/2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/3/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Δ. χήρα Α. Π., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5/2007 ανακοπή του ήδη αποβιώσαντος Α. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 546/2013 μη οριστική και 48/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/3/2018 αίτησή τους και ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος με τους από 17/82020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 6-3-2018 (6/6-3-2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 48/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Η υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Με την από 4-5-2007 (666/2007) ανακοπή του Α. Π., κατά των 1) Α. Ν., οφειλέτη, 2) Μ.

Ν., υπερθεματίστριας και 3) Κ. Κ., επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ζητήθηκε η ακύρωση για τους σ' αυτήν (ανακοπή) αναφερόμενους λόγους: α) της …/…-2-2007 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας και κατακύρωσης αυτής του συμβολαιογράφου Λάρισας Χρήστου Τσιαμούρα, β) του δυνάμει αυτής διενεργηθέντος, στις 7-2-2007, πλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας του πρώτου των καθ' ων και γ) της …/…-3-2007 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακίνητης περιουσίας της συμβολαιογράφου Λάρισας Σοφίας Γιαννακοπούλου - Μπάτη.

Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η 342/2009 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ηττηθέντες, δύο πρώτοι των καθ' ων η ανακοπή, άσκησαν την από 18-1-2010 (174/16-2-2010) έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το εν λόγω Δικαστήριο, με την 546/2013 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, για το λόγο ότι δεν κλητεύθηκε σ' αυτήν ο αναγκαίος ομόδικος της δεύτερης των εκκαλούντων, επισπεύδων τον επίδικο πλειστηριασμό, Κ.

Κ.. Ακολούθως, με τις από 428/28-4-2014 και 918/6-10-2014 κλήσεις τους, ο ανωτέρω, Κ. Κ. και ο ανακόπτων - εφεσίβλητος, επανέφεραν προς συζήτηση την έφεση, ενώ οι καθ' ων η ανακοπή - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν τους από 18-2-2015 (257/19-2-2015) πρόσθετους λόγους έφεσης ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, ο Γ.

Β., ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, άσκησε, το πρώτον, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ανακόπτοντος- εφεσιβλήτου. Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε την 48/2017 οριστική και ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την πρόσθετη παρέμβαση, αφενός μεν δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, αφετέρου δε δέχθηκε κατ' ουσίαν την υπέρ του εφεσιβλήτου πρόσθετη παρέμβαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της από 27-9-2018 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ..., ο αναιρεσίβλητος, Α.

Π. του Β., απεβίωσε στις 25-8-2018, ήτοι, μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 6-3-2018, κατέλιπε δε ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του, τη σύζυγό του, Δ. Π.. Η τελευταία, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία, δυνάμει της …/…-2-2019 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ιφιγένειας Βογιατζή, δια του νομίμως εκπροσωπούντος αυτήν πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μαυροειδή, παραδεκτά δήλωσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το θάνατο του αναιρεσιβλήτου - συζύγου της και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης.

Κατόπιν αυτού και, αφού δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες η ιδιότητα της ανωτέρω ως κληρονόμου του θανόντος αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτήν.

Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν, κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα ή πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ή η αίτηση αναίρεση πλήττει την πρόσθετη παρέμβαση (Α.Π. 927/2017, 741/2013, Α.Π. 1075/2011, Α.Π. 1236/2006).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, άλλως, αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 1223/2018, Α.Π. 434/2017, Α.Π. 927/2017). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι μεν απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του Γ.

Β. του Α., ο οποίος είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του ανακόπτοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου στην κατ' έφεση δίκη, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και οι λόγοι αυτής (αίτησης αναίρεσης) δεν πλήττουν την πρόσθετη παρέμβαση, εκτιμάται, όμως, ως κλήση του ως άνω προσθέτως παρεμβάντος στη συζήτηση αυτής.

Σε δίκη περί την εκτέλεση, για ακύρωση γενομένου αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου, ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό και ο υπερθεματιστής τελούν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 παρ. α' και δ' του Κ.Πολ.Δ., η διαφορά που δημιουργείται με την άσκηση της κατά το άρθρο 933 του ίδιου Κώδικα ανακοπής για την εν λόγω ακύρωση, επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.

Σε περίπτωση υπάρξεως αναγκαίας ομοδικίας, όπως ανωτέρω, καθένας από τους αναγκαίους ομοδίκους μπορεί να ασκεί ένδικα μέσα, τακτικά ή έκτακτα, μόνος του ή και από κοινού με τους λοιπούς ομοδίκους του, όπως και επί απλής ομοδικίας. Η διαφορά έγκειται στο ότι, επί αναγκαίας ομοδικίας, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους έχει αποτελέσματα και για τους άλλους, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι, αν ένας αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι ασκούν αυτό και οι ομόδικοί του, παρότι αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία του ενδίκου μέσου (Ολ.

Α.Π. 63/1981). Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής άσκησης του ενδίκου μέσου), πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 § 3 και 110 § 2 του Κ.Πολ.Δ), αλλιώς, η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως μεν στρέφεται κατά του Κ. Κ. του Γ., επισπεύδοντος τον επίδικο πλειστηριασμό, αναγκαίου ομοδίκου της δεύτερης των αναιρεσειόντων, υπερθεματίστριας, εκτιμάται, όμως, ως κλήση τούτου στην αναιρετική δίκη. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά του νικήσαντος στη δευτεροβάθμια δίκη, ανακόπτοντος, Α.

Π., ήδη αποβιώσαντος, στη θέση του οποίου, κατά τα ανωτέρω, υπεισήλθε η σύζυγός του, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, τους οποίους άσκησε ο ως άνω αναγκαίος ομόδικος της δεύτερης των αναιρεσειόντων, Κ.

Κ., εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αρχικό αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 969 παρ.3, 1002 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον στη ματαίωση του πλειστηριασμού συμφωνούν ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής και οι αναγγελμένοι δανειστές, που έχουν καταθέσει εκτελεστό τίτλο, ο συμβολαιογράφος, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, είναι υποχρεωμένος να μην τον διενεργήσει, εφόσον η σχετική συμφωνία, για την ισχύ της οποίας δεν απαιτείται η τήρηση του συμβολαιογραφικού τίτλου ή κατάρτιση αυτής ενώπιόν του, έχει γίνει πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού και έχει γνωστοποιηθεί σ' αυτόν (Ολ.Α.Π. 33/1995, Α.Π. 686/2018).

Θεωρείται δε ότι ο αναγγελμένος δανειστής έχει εκτελεστό τίτλο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, μόνο αν έχει καταθέσει αυτόν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέχρι τη στιγμή της εναντίωσής του στον πλειστηριασμό. Βέβαια, ο αναγγελμένος δανειστής δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει τους τίτλους του πριν από τον πλειστηριασμό, εάν, όμως, θέλει να εναντιωθεί στη ματαίωσή του, έχει το βάρος να καταθέσει τον εκτελεστό τίτλο του στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, πριν από την εναντίωσή του στη ματαίωση του πλειστηριασμού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 Α.Κ. απορρέει, πλην άλλων, η αρχή ότι απαγορεύεται, κατά τη δικαιοπρακτική ενέργεια προς απόκτηση δικαιώματος, η χρησιμοποίηση μέσων ή τεχνασμάτων, που προσκρούουν στην καλή πίστη, η οποία πρέπει να διέπει τις συναλλαγές, από το συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών και των άρθρων 960 επ., 1001-1003 του Κ.Πολ.Δ., σαφώς συνάγεται ότι κάθε ενέργεια δανειστή ή του υπερθεματιστή ή οποιουδήποτε τρίτου, που τελεί σε συνεννόηση με τον υπερθεματιστή, η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και, κατά συνέπεια, την επίτευξη μεγαλύτερου πλειστηριάσματος, ήτοι κάθε ενέργεια των ανωτέρω, που τείνει σε παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού, με απομάκρυνση πλειοδοτών, προς το σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί μικρότερου πλειστηριάσματος στον υπερθεματιστή, με αντίστοιχη βλάβη του οφειλέτη ή των δανειστών ή όλων αυτών, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, με συνέπεια να καθίσταται άκυρη η κατακύρωση, κατά τους όρους του 159 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η ακυρότητα δε απαγγέλλεται από το δικαστήριο, μετά την άσκηση ανακοπής από τον έχοντα το προς τούτο έννομο συμφέρον (Α.Π. 1337/2007, Α.Π. 822/2005, Α.Π. 147/2004).

Στην περίπτωση αυτή, ο ανακόπτων πρέπει να καθορίζει στο δικόγραφο της ανακοπής του και τα πρόσωπα, τα οποία προσήλθαν ή επρόκειτο να προσέλθουν, κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, προκειμένου να μετάσχουν στη διαδικασία τούτου, ως υποψήφιοι πλειοδότες και τα οποία απομακρύνθηκαν ή εμποδίστηκαν να προσέλθουν ή η συμμετοχή τους αποτράπηκε, συνεπεία δόλιων ενεργειών του δανειστή ή του υπερθεματιστή.

Σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει αοριστία του δικογράφου της ανακοπής, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με τις αποδείξεις (Α.Π. 1716/2011, Α.Π. 147/2004, Α.Π. 154/1994). Κατά το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει, όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον.

Το έννομο συμφέρον, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση κάθε δικαστικής ενέργειας και δεν είναι συνήθως ανεξάρτητο από την έρευνα του υπαρκτού ή ανύπαρκτου του ουσιαστικού δικαιώματος εκείνου, που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη, προορίζεται να περιορίσει τη δικαστική ενέργεια σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, που, η απόφαση, που θα ζητηθεί, είναι ικανή να συμβάλει στην προστασία των δικαιωμάτων εκείνου, που τη ζητά και, ταυτόχρονα, με την προστασία αυτή, στην πραγμάτωση του δικαίου και στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης.

Έτσι, όπως σε κάθε διαγνωστική διαδικασία, το ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ. είναι παραδεκτό, μόνο, εάν στηρίζεται σε έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, σε σχέση με τη συγκεκριμένη ανακοπή. Το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος για την ακύρωση πράξης εκτέλεσης πρέπει να συνδέεται με την ωφέλεια, που προσδοκά από την ακύρωση αυτής, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ωφέλεια διαδικαστική ή αν αυτή αφορά στο ουσιαστικό δικαίωμα του και όχι με τη βλάβη που απορρέει από την παράβαση συγκεκριμένης διάταξης.

Με την έννοια αυτή, πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον για ακύρωση πράξεων εκτέλεσης σε όλες τις περιπτώσεις ακυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που υπάγονται στο άρθρο 159 παρ. 1 έως 3 του του Κ.Πολ.Δ. και όχι μόνο όταν πρόκειται για ακυρότητα, η οποία εξαρτάται από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατ` άρθρο 159 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.

To έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο και ενεστώς, δηλαδή να υφίσταται, κατά τον χρόνο που επιχειρείται η διαδικαστική πράξη, η συνδρομή του δε κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλείται και αποδεικνύει ο ανακόπτων (Α.Π. 955/2019, Α.Π. 1941/2009). Ως κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος είναι ο χρόνος συζητήσεως της ανακοπής, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και, συνεπώς, αν κατά τη διάρκεια της δίκης αυτής και πριν από τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, εκλείψει το έννομο συμφέρον, η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας απορρίπτεται (Α.Π. 1877/2014, Α.Π. 1805/2012).

Η εκ μέρους του καθ' ου η ανακοπή αμφισβήτηση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση. Ενόψει δε του ότι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.

Α.Π. 18/2005). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 965 παρ.1γ' του Κ.Πολ.Δ., όπως η διάταξη αυτή ίσχυε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 4 παρ. 13α' του ν. 2298/1995 και πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 9 του άρθρου 207 του ν. 4512/2018, κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέσει σε μετρητά ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας ή με επιταγή, που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το 1/3 της τιμής πρώτης προσφοράς, η οποία επιστρέφεται σ' αυτόν, μετά το πέρας του πλειστηριασμού, εφόσον υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος.

Η ικανότητα και η οικονομική δυνατότητα του υποψήφιου πλειοδότη να πλειοδοτήσει και ειδικότερα να καταθέσει την, κατά τα ανωτέρω, εγγυοδοσία δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικώς στην ανακοπή, αλλά αρκεί να προκύψει από τις αποδείξεις, ενώ η πρόθεση των προσώπων να συμμετάσχουν στον πλειστηριασμό είναι μεν αναγκαίο στοιχείο της ανακοπής, δεν χρειάζεται, όμως, ιδιαίτερη έξαρση, αφού εμπεριέχεται λογικώς στη μνεία ότι τα πρόσωπα αυτά επρόκειτο να μετάσχουν στον πλειστηριασμό, αλλά απομακρύνθηκαν ή αποτράπηκαν (Α.Π. 911/2010).

Η παράβαση της διάταξης αυτής, που ρυθμίζει τη διαδικασία διενέργειας του πλειστηριασμού, συνεπάγεται ακυρότητα τούτου, εφόσον προκάλεσε στο διάδικο, που την προτείνει με ανακοπή, βλάβη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ως βλάβη του διαδίκου που προτείνει την παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως νοείται, όχι μόνο η δικονομική, που ανάγεται στην άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων, αλλά και περιουσιακή τοιαύτη, αφού η εκτεθείσα παράλειψη κατέτεινε στη διεξαγωγή του πλειστηριασμού και σύστοιχα στην εκποίηση του κατασχεθέντος πράγματος του καθ' ου η εκτέλεση (Α.Π. 739/2006).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων, τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνας δικονομικού δικαίου, δηλαδή, εκείνος, που ρυθμίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας ή θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση του οποίου αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985).

Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 11/2017).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την κακή εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 27/1008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, στο αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α.Π. 28/1998).

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι αα) να υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογικών, το ελάττωμα αυτό, ββ) αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται και δδ) αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται.

Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: "Ο Α. Π., ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος, υπερού η πρόσθετη παρέμβαση, διατηρεί εύρωστη οικονομικά επιχείρηση εμπορίας ειδών υγιεινής, δαπέδου και θέρμανσης στον ....

Ο Ν. Π., χρηματιστής, ασφαλιστής, κάτοικος ..., έπεισε αυτόν ότι μπορούσε να του επενδύσει χρήματα και να λαμβάνει σημαντικές αποδόσεις. Έτσι ο ανακόπτων του κατέβαλε στο τέλος Μαΐου 2005, το ποσό των 300.000 ευρώ και στις αρχές Ιουνίου του ίδιου έτους το ποσό των 130.000 ευρώ. Τα χρήματα θα επενδύονταν σε προθεσμιακά παράγωγα πετρελαίου.

Όπως τον διαβεβαίωσε ο Ν. Π., η απόδοση σε διάστημα ενός μηνός θα ξεπερνούσε το διπλάσιο του επενδυθέντος κεφαλαίου, .... Για τα παραπάνω ποσά ο Ν. Π. αποδέχθηκε τρεις συναλλαγματικές ποσού 600.000 ευρώ, 21.500 ευρώ και 290.000 ευρώ, εκάστη, έκδοσης σε διαταγή του Α. Π.... Για μεγαλύτερη δε εξασφάλιση παρέδωσε στον ανακόπτοντα και μια επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Νομού Τρικάλων, ποσού 1.250.000 ευρώ, του Α.Ο.

Τρικάλων, Πρόεδρος του οποίου ήταν ο ίδιος ο Ν. Π.. Παρήλθαν όμως οι ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες χωρίς να λάβει ο ανακόπτων τα χρήματα που προσδοκούσε. Τότε αυτός πληροφορήθηκε ότι ο Ν. Π. ήταν πλήρως αφερέγγυο πρόσωπο, αντελήφθη δε ότι έπεσε θύμα απάτης.... Έτσι προσπάθησε να περισώσει το κεφάλαιο των 430.000 ευρώ που είχε καταβάλει στον Ν.

Π., ασκώντας συνεχείς και έντονες πιέσεις σ' αυτόν. Ο τελευταίος βέβαια εξακολουθούσε να τον διαβεβαιώνει ότι θα λάβει τα χρήματά του (κεφάλαιο και αποδόσεις) σε σύντομο χρονικό διάστημα, ορίζοντας ως το μακρύτερο χρονικό σημείο τα τέλη Ιουλίου 2005 και ότι απλώς καθυστερούσε η εκταμίευση των χρημάτων, λόγω κάποιας εμπλοκής σε τράπεζα του εξωτερικού....

Και ενώ ο μήνας Ιούλιος παρήλθε ο ανακόπτων και πάλι δεν έλαβε τα χρήματά του... Έτσι εξακολούθησε να πιέζει αυτόν, λέγοντάς του μάλιστα ότι θα εμφανίσει στην τράπεζα προς πληρωμή την επιταγή... Επειδή η σφράγιση της επιταγής θα δημιουργούσε στον Ν. Π. προβλήματα,... στις 25-8-2005 και ενώ ο ανακόπτων βρίσκονταν στα Φάρσαλα, μετέβη εκεί ο Ν.

Π. συνοδευόμενος από τον... Α. Ν.. Εκεί ο τελευταίος (Α. Ν.) διαβεβαίωσε τον ανακόπτοντα ότι θα λάβει τα χρήματά του και ο ίδιος είναι πρόθυμος να εγγυηθεί για λογαριασμό του φίλου του Ν. Π. για ποσό μάλιστα μεγαλύτερο του οφειλομένου σ' αυτόν. Έτσι ο ανακόπτων, πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του Α. Ν., εξέδωσε στα Φάρσαλα, στις 25-8-2005, σε διαταγή του μια συναλλαγματική, ποσού 480.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως την 10-10-2005, την οποία αποδέχθηκε αυθημερόν ο Ν.

Π. και τριτεγγυήθηκε υπέρ αυτού ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή (Α. Ν.). Όταν δεν πληρώθηκε στη συνέχεια και η συναλλαγματική αυτή, ο ανακόπτων εξέδωσε σε βάρος του αποδέκτη (Ν. Π.) και του τριτεγγυητή αυτού (Α. Ν.) την υπ' αριθμ. 315/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Προς εξασφάλιση δε της απαίτησής του στις 26-10-2005, ενέγραψε προσημείωση υποθήκης σε βάρος της κατωτέρω περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας του πρώτου των καθών η ανακοπή.

Αυτός όμως, (πρώτος των καθών) είχε δημιουργήσει και προς τρίτους χρέη. Έτσι με επίσπευση της Γ. Χ. του Κ.... κατασχέθηκε αναγκαστικά... η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη της Α. Ν. (α' των καθ' ων) αποτελούμενη από το 1/2 εξ αδιαιρέτου των κάτωθι ακινήτων α) ενός οικοπέδου, εκτάσεως 432,50 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης … ...., β) ενός οικοπέδου, εκτάσεως 318,66 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Λάρισας...

γ) του υπό στοιχεία Η2 του έβδομου (Ζ) υπέρ το ισόγειο ορόφου, διαμερίσματος, εμβαδού 105,58 τ.μ., της οικοδομής που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης … ..., μετά του δικαιώματος ιδιαιτέρας και αποκλειστικής χρήσης του υπό στοιχείο υπ' αριθμ. 13 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, επιφανείας 12 τ.μ., δ) του υπό στοιχείο Δ2, του τρίτου (Γ) υπέρ ο ισόγειο ορόφου, διαμερίσματος, καθαρού εμβαδού 65,87 τ.μ., της οικοδομής που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Λάρισας...

και ε) του υπό στοιχείο Δ1-Ε2 του τετάρτου και πέμπτου ορόφου διαμερίσματος,... καθαρού εμβαδού 104,73 τ.μ., της οικοδομής που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Λάρισας... μετά του δικαιώματος ιδιαιτέρας και αποκλειστικής χρήσης του υπό στοιχείο υπ' αριθμ. 01 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής....

Με επίσπευση της προαναφερθείσας δανείστριας... ο πλειστηριασμός των ως άνω ακινήτων ορίσθηκε για τις 7-12-2005. Επειδή όμως δεν πραγματοποιήθηκε, ο τρίτος των καθών η ανακοπή... Κ. Κ., έχοντας ήδη κατά του πρώτου των καθών, Α. Ν., απαίτηση ύψους 152.619,88 ευρώ εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, ήτοι την υπ' αριθμ. 241/2005 διαταγή πληρωμής....

με την υπ' αριθμ. …/…-12-2005 πράξη της Συμβολαιογράφου Λάρισας Σοφίας Γιαννακοπούλου - Μπάτη, δήλωσε σ' αυτή τη θέλησή του να συνεχίσει τον πλειστηριασμό αυτό, ο οποίος... ορίστηκε να γίνει στις 29-3-2006, πλην όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Ακολούθως... ορίστηκε ως νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού η 19-7-2006, πλην όμως και πάλι δεν έγινε, μετά από συμφωνία του πρώτου και του τρίτου των καθών...

ορίστηκε ως νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού η 8-11-2006. Κατά την ως άνω ημερομηνία και πάλι αυτός δεν διενεργήθηκε... Ο ανακόπτων, Α. Π., φοβούμενος μήπως ο πλειστηριασμός ματαιωθεί και πάλι, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας... την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 5632/5-12-2006 αίτησή του, με την οποία ζητούσε, κατ' άρθρο 973 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση που ματαιώνονταν η διενέργεια πλειστηριασμού κατά την ορισθείσα ημερομηνία, 7-2-2007, να του επιτραπεί να επισπεύσει αυτός πλέον τον πλειστηριασμό.

Ως ημερομηνία συζήτησης της αίτησης υποκατάστασης ορίσθηκε η 2-2-2007. Περί τα μέσα του μηνός Ιανουαρίου 2007 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ανακόπτοντα ο Ν. Π.... ο οποίος του ανακοίνωσε την πρόθεση του ιδίου αλλά και του Α. Ν.... να αναγνωρίσουν εγγράφως την οφειλή τους, απορρέουσα από τη συναλλαγματική των 480.000 ευρώ και αφού του καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα και ένα μέρος της απαίτησης να του καταβάλουν το απομένον υπόλοιπο σε μηνιαίες δόσεις των 9.000 ευρώ εκάστη....

Ο ανακόπτων έθεσε ως όρο για να δεχθεί την πρόταση αυτού α) να συμβληθούν ως εγγυήτριες οι σύζυγοι των ανωτέρω... οι οποίες θα εγγυόνταν την εκπλήρωση των μεταξύ του ανακόπτοντος και των συζύγων τους συμφωνηθέντων και β) να συναινέσουν αυτές στην εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητα της ιδιοκτησίας τους...

Ο Ν. Π. προσποιήθηκε ότι δέχεται την αντιπρόταση αυτή του ανακόπτοντος και με τη δικαιολογία ότι απαιτούνταν χρόνος, προκειμένου να πεισθεί η σύζυγός του Α. Κ. να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο διαμέρισμά της, συμφώνησαν να ματαιωθεί η ορισθείσα για τις 2-2-2007 συζήτηση της ως άνω αίτησης υποκατάστασης...

αν και ο πλειστηριασμός είχε ορισθεί για τις 7-2-2007. Πράγματι, στις 2-2-2007, ματαιώθηκε η συζήτηση της προαναφερόμενης αίτησης. Όμως, τα περιγραφόμενα ως άνω πέντε ακίνητα ήταν η μοναδική ακίνητη περιουσία που διέθετε ο Α. Ν.. Επειδή δε ο τελευταίος μαζί με τη σύζυγό του Α. Ν. θεωρούσαν βέβαιο τον πλειστηριασμό τους, συναποφάσισαν με τη δεύτερη των καθ' ων θυγατέρα τους Μ.

Ν., τότε ηλικίας 21 ετών, φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όπως εκείνη λάβει μέρος στον πλειστηριασμό και αποκτήσει ως πλειοδότης τα ακίνητα του πατέρα της. Για το σκοπό αυτό συντάχθηκε στις 23-1-2007 το υπ' αριθμ. …/…-1-2007 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Λάρισας Χρήστου Τσιαμούρα, με το οποίο η Μ.

Ν., έδινε εντολή στην ως άνω μητέρα της να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό της 7-2-2007 και να πλειοδοτήσει για λογαριασμό της, υπογράφοντας κάθε σχετική προς τούτο πράξη. Αλλά και ο ανακόπτων Α. Π. είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό. Η πρόθεσή του αυτή προκύπτει τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος συζύγου του τρίτου των καθ' ων η ανακοπή Χ.

Κ., όσον και από την υπ' αριθμ. 313/18-5-2009 ένορκη κατάθεση του Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας ..., Α. Ψ., ο οποίος ρητά καταθέτει για τις ενέργειες του ανακόπτοντος να εκταμιεύσει από την ως άνω τράπεζα κατά την ημέρα εκείνη σημαντικό ποσό (280.000 ευρώ), προκειμένου να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό.

Στις 6-2-2007, ο ανακόπτων τηλεφώνησε στον... Κ. Κ. για να πληροφορηθεί αν θα γινόταν ο πλειστηριασμός και εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι θα αναβαλλόταν αν ο πρώτος των καθών Α. Ν. του κατέβαλε το ποσό των 15.000 ευρώ, που είχαν συμφωνήσει (βλ. την από 11-4-2008 κατάθεσή του ενώπιον του Πταισματοδίκη Β' Τμήματος Λάρισας).

Ο Α. και Α. Ν., γνωρίζοντας ότι το σχέδιό τους για την απόκτηση εκ μέρους της.... θυγατέρας τους των ακινήτων του πρώτου των καθ' ων (πατέρα της) στον πλειστηριασμό θα ματαιωνόταν αν ο ανακόπτων λάμβανε μέρος σ' αυτόν, μηχανεύθηκαν την ακόλουθη λύση. Οι ανωτέρω γνώριζαν ότι ο ανακόπτων και η σύζυγός του Δ. Π.

διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με το ζεύγος Β. και Α. Τ.... Έτσι, υπολογίζοντας οι ανωτέρω στη διαμεσολάβηση του ζεύγους Τ. για την επίλυση της υπόθεσής τους, στις 7.30 ώρα πρωινή, στις 7-2-2007, η Α. Ν. ευρισκόμενη σε πλήρη συνεννόηση και με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς της, επισκέφθηκε την οικία των τελευταίων στη … και ζήτησε τη διαμεσολάβησή τους προκειμένου να μην εκπλειστηριασθούν τα ακίνητα της συνιδιοκτησίας τους.

Σκοπός τους βέβαια ήταν να αποτρέψουν τον ανακόπτοντα να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό, καθόσον αυτοί είχαν φροντίσει, αν και κατάχρεοι, να έχουν στα χέρια τους τα αναγκαία κεφάλαια για την παρουσία τους στον πλειστηριασμό και την πλειοδοσία της δεύτερης των καθών... Πράγματι, ο Β. Τ.ς προσφέρθηκε να τους βοηθήσει και έτσι στις 9.30 ώρα της ίδιας ημέρας έκλεισαν τηλεφωνικά ραντεβού με τον ανακόπτοντα...

Ο ανακόπτων πεισθείς ότι υπάρχει πραγματική βούληση για τη σύναψη συμφωνίας και βλέποντας ότι υπάρχει διάθεση αποπληρωμής της απαίτησής του, προσήλθε στο σημείο συνάντησης. Εκεί ευρίσκονταν και το ζεύγος Ν., ο Β. Τ.ς και ο συνεργάτης και λογιστής του ανακόπτοντος..., ενώ αργότερα εμφανίσθηκε και ο Ν. Π..

Ο Α. και Α. Ν., έχοντας ως σκοπό να παραπλανήσουν τον ανακόπτοντα για να μη λάβει μέρος στον πλειστηριασμό, προκειμένου να κατακυρωθούν τα ακίνητα στο όνομα της θυγατέρας τους, Μ. Ν.... προσποιήθηκαν ότι δέχονται την πρότασή του, όπως αυτή είχε ήδη διατυπωθεί μέσω του Ν. Π.... Επίσης και ο Ν. Π., ο οποίος προσήλθε αργότερα στη συνάντηση αυτή, διαβεβαίωσε τον ανακόπτοντα Α.

Π. για την πρόθεση της συζύγου του Α. Κ. να εγγράψει προσημείωση υποθήκη σε ακίνητο ιδιοκτησίας της (διαμέρισμα). Όλα αυτά βέβαια θα γινόταν, κατά τις ρητές διαβεβαιώσεις τους, εγγράφως, το απόγευμα της ίδιας ημέρας με την παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, προκειμένου να οριστικοποιηθεί το ύψος των εξόδων καθώς και το ύψος της απαίτησης, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί (με τους τόκους) έως τότε.

Επίσης, οι ίδιοι, ο Α. Ν. και η Α. Ν., θα κατέβαλαν το ποσό των 15.000 ευρώ και στον τρίτο των καθών - επισπεύδοντα Κ. Κ., ο οποίος, κατά τις ρητές διαβεβαιώσεις τους, συναινούσε σ' αυτό, προκειμένου να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός. Το γεγονός αυτό βέβαια γνώριζε ο ανακόπτων αφού την προηγουμένη (6-2-2007) είχε επικοινωνήσει με τον Κ.

Κ. και ο τελευταίος του είχε αναφέρει για τη ματαίωση του πλειστηριασμού. Πεισθείς ο ανακόπτων στις ως άνω ρητές διαβεβαιώσεις και απατηλές υποσχέσεις του Α. Ν. και της συζύγου του Α. Ν. αναχώρησε για την οικία του στον ..., χωρίς να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό. Ακόμη δε ενημέρωσε και τον Χ. Μ., έμπορο επίπλων στην πόλη της … καθώς και Ν.

Μ., επιχειρηματία - πτηνοτρόφο, κάτοικο ..., οι οποίοι είχαν την πρόθεση και την οικονομική δυνατότητα να λάβουν μέρος στον πλειστηριασμό, ότι αυτός δεν θα γίνει τελικά... Αντί όμως για τη σύναψη της συμφωνίας, την οποία ανέμενε ο ανακόπτων, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο τελευταίος πληροφορήθηκε ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε και ότι πλειοδότησε η δεύτερη των καθών η ανακοπή, Μ.

Ν.. Ειδικότερα, η Μ. Ν., ως μοναδική ενδιαφερόμενη πλέον, πλειοδότησε στον πλειστηριασμό με το ποσό των 155.676 ευρώ, ήτοι 9,36 ευρώ, πλέον της τιμής πρώτης προσφοράς (2/3 της εκτίμησης) από 156.666,64 ευρώ... και κατακυρώθηκαν τα ακίνητα στο όνομά της. Την ίδια ημέρα η ανωτέρω κατέβαλε το ποσό των 52.065 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό μαζί με τα έξοδα (φόρους) μεταβίβασης, συνολικού ύψους 188.735,95 ευρώ εντός 15νθημέρου, οπότε και συντάχθηκε ακολούθως η υπ' αριθμ.

…/…-3-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Λάρισας Σοφίας Γιαννακοπούλου - Μπάτη, η οποία, στις 12-3-2007, νόμιμα μεταγράφηκε... Το ως άνω ποσό που προσέφερε η δεύτερη των καθών είναι πολύ μικρότερο της αγοραίας αξίας των ακινήτων, σε κάθε δε περίπτωση υπολείπεται του τιμήματος που θα επιτυγχανόταν με συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, ήτοι αν δεν ελάμβανε χώρα η δόλια συμπεριφορά των Α.

Ν., Μ. Ν., Α. Ν. και Ν. Π.. Έτσι ο Α. Ν. και η Α. Ν. σε συμπαιγνία και με το Ν. Π., με την ανωτέρω συμπεριφορά τους, που προσκρούει στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη που διέπουν τις συναλλαγές, πέτυχαν δολίως να αποτρέψουν τους άλλους πλειοδότες, παρακωλύοντας έτσι τον ελεύθερο ανταγωνισμό, με σκοπό, που τελικά πέτυχαν, να μείνει μοναδική πλειοδότης η θυγατέρα τους...

στην οποία και κατακυρώθηκαν οι πλειστηριαζόμενα ακίνητα... Η θυγατέρα τους δε τότε δεν ασκούσε οποιοδήποτε επιτήδευμα, το οποίο να της αποφέρει οποιοδήποτε εισόδημα. Η συμπεριφορά τους αυτή, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 396 ΠΚ, ήταν προσχεδιασμένη, αφού στη σύνταξη του πληρεξουσίου είχαν προβεί στις 23-1-2007 και είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στον ανακόπτοντα, η οποία δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί άλλως, εκτός από την ακύρωση της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης και της περίληψης αυτής.

Η ακύρωση των πράξεων αυτών δικαιολογείται με την επίσης επικαλούμενη από αυτόν προσδοκώμενη ωφέλεια, από την επανάληψη του πλειστηριασμού, με συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού και επίτευξη, ως εκ τούτου, μεγαλύτερου τιμήματος, ενόψει και της πολύ μεγαλύτερης πραγματικής αξίας των ακινήτων, καθόσον αυτά βρίσκονται σε κεντρικά σημεία της πόλης της Λάρισας και σε νεοαναπτυσσόμενες συνοικίες.....

Σημειώνεται ότι με βάση τον συνταχθέντα υπ' αριθμ. …/…-5-2007 πίνακα κατάταξης δανειστών της ως άνω Συμβολαιογράφου Λάρισας, στον πλειστηριασμό των 155.676 ευρώ, αφού αφαιρέθηκαν τα έξοδα, κατατάχθηκε ο Κ. Κ., τρίτος των καθών προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 131.922,44 ευρώ. Ο ανακόπτων κατατάχθηκε για το ποσό των 14.714,78 ευρώ, προνομιακά, αλλά υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής του...

Ο ανακόπτων δε ανήγγειλε την απαίτησή του στην ως άνω Συμβολαιογράφο με την από 20-2-2007 αναγγελία του και κατέθεσε στις 22-2-2007 τα παραστατικά της απαιτήσεώς του έγγραφα.... Ως εκ τούτου δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της ένδικης ανακοπής... Επίσης η δεύτερη των καθών Μ. Ν. γνώριζε τις κινήσεις και μεθοδεύσεις των γονιών της την ημέρα του πλειστηριασμού, καθόσον ενεργούσε γι' αυτήν και κατ' εντολήν της η άμεση αντιπρόσωπος μητέρα της δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου.

Περαιτέρω και το γεγονός ότι τα ηνία κινήσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης είχε ο Κ. Κ., τρίτος των καθών, ουδεμία επιρροή ασκεί εν προκειμένω, καθόσον η κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά του πρώτου και της δεύτερης των καθών (όπως αυτή εκπροσωπούνταν από τη μητέρα της), επέφερε το επιδιωκόμενο γι' αυτούς αποτέλεσμα, ήτοι την αποτροπή του ανακόπτοντος και των αναφερομένων ως άνω τρίτων από το να λάβουν μέρος στον πλειστηριασμό, έστω και αν δεν υφίσταται οιαδήποτε συμπαιγνία με τον τρίτο των καθών η ανακοπή και δεν εμποδίζεται η ακυρότητα εκ του ότι οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να μη δώσουν πίστη στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις και να προσέλθουν στον πλειστηριασμό...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 959, 963, 988 και 1005 του Κ.Πολ.Δ. και εκτίμησε τις αποδείξεις και, ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την, το πρώτον ενώπιόν του, ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εφεσιβλήτου, ήδη αποβιώσαντος Α.

Π.. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, πρέπει να ακυρωθεί ο διενεργηθείς επίδικος δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, πρώτου των αναιρεσειόντων, ως αποτέλεσμα συμπαιγνίας αυτού και της δεύτερης εξ αυτών, θυγατέρας του, υπερθεματίστριας, που ενήργησαν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, σε συνδυασμό με το άρθρο 396 του Π.Κ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με συνέπεια να αποτραπεί ο ελεύθερος συναγωνισμός στα πλαίσια του διενεργηθέντος πλειστηριασμού και, εντεύθεν, η συμμετοχή ως υποψήφιων πλειοδοτών του αναιρεσιβλήτου, δανειστή του πρώτου αναιρεσείοντος και τουλάχιστον δύο (2) ακόμη κατονομασθέντων ατόμων, που είχαν την προς τούτο πρόθεση και την οικονομική δυνατότητα και ετοιμότητα και να συμμετάσχει ως μοναδική πλειοδότης η δεύτερη αναιρεσείουσα, στην οποία κατακυρώθηκαν τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα έναντι χαμηλού πλειστηριάσματος, κατ' ουσίαν ίσου με την τιμή της πρώτης προσφοράς, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις.

Συνακόλουθα: Α) οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης καθώς και με το πρώτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αυτής, με τις οποίες προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την ανακοπή, που άσκησε ο αναιρεσίβλητος, ως νόμω αβάσιμη, αφού τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν τη διάταξη του άρθρου 969 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., σε κάθε περίπτωση δε δεν την απέρριψε κατ' ουσία, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, δεν μπορούν να υπαχθούν στην ανωτέρω διάταξη, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι ερείδονται επί εσφαλμένης νομικής βάσεως, ήτοι της διατάξεως του άρθρου 969 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει τις προϋποθέσεις ματαίωσης του πλειστηριασμού.

Πλην όμως, με την ανακοπή του αρχικού αναιρεσιβλήτου διώκετο η ακύρωση του επίδικου δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού και, εντεύθεν. Το Εφετείο αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού, με βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου. Β) Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 του Α.Κ.

και 116 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι από τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, δεν στοιχειοθετείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αποδιδόμενης στον πρώτο εξ αυτών δόλιας υπόσχεσης - διαβεβαίωσης προς τον αναιρεσίβλητο ότι πρόκειται να καταβάλει στον επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό μέρος της οφειλής του και της μη προσέλευσης και συμμετοχής σ' αυτόν των υποψήφιων πλειοδοτών καθώς μόνη η ανακοίνωση σ' αυτούς, ότι δεν πρόκειται να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός, δεν αρκούσε για να τους αποτρέψει από το να συμμετάσχουν σ' αυτόν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Και τούτο διότι, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι οι κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ενέργειες των αναιρεσειόντων, σε συνεργασία με τη σύζυγο του πρώτου και μητέρα της δεύτερης αλλά και με τον τρίτο (μη διάδικο), Ν.

Π., οφειλέτη, επίσης, του αρχικού αναιρεσιβλήτου, στις οποίες αυτοί προέβησαν, βάσει, μεθοδικά οργανωμένου σχεδίου σε βάρος του τελευταίου, είχαν σκοπό την απομάκρυνση τούτου και τυχόν άλλων υποψήφιων πλειοδοτών από τον τόπο διενέργειας του πλειστηριασμού, ώστε τα υπό πλειστηριασμό ακίνητα να παραμείνουν στην οικογένεια του πρώτου αναιρεσείοντος.

Ότι για την πραγμάτωση του σκοπού τους, προσέγγισαν τον αρχικό αναιρεσίβλητο, από τον Ιανουάριο του 2007 και με επανειλημμένες ψευδείς και απατηλές διαβεβαιώσεις, ακόμη και λίγη ώρα πριν τη διενέργεια του επίδικου πλειστηριασμού (τις πρωινές ώρες της 7ης-2-2007), ότι επίκειται άμεση έγγραφη δέσμευσή τους για την εξόφληση της οφειλής των 480.000 ευρώ και ματαίωση του πλειστηριασμού, με την καταβολή στον επισπεύδοντα του ποσού 15.000 ευρώ, που ο τελευταίος απαίτησε, τον παρέπεισαν, αρχικά μεν, να μην υποστηρίξει την αίτηση, που είχε υποβάλει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με την οποία ζητούσε την υποκατάστασή του στη θέση του επισπεύδοντος, στη συνέχεια δε, στις 7-2-2007, ημερομηνία διενέργειας του επίδικου πλειστηριασμού, να επιστρέψει στην οικία του, αναμένοντας την εντός της ημέρας συνάντησή τους και με την, παρουσία των νομικών παραστατών τους, κατάρτιση του σχετικού συμφωνητικού, έχοντας την πεπλανημένη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να διενεργηθεί ο επίδικος πλειστηριασμός.

Ότι, συνεπεία της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, ο αρχικός αναιρεσίβλητος αποτράπηκε από τη συμμετοχή του ως υποψήφιου πλειοδότη στον επίδικο πλειστηριασμό, παρότι είχε την προς τούτο πρόθεση και την οικονομική δυνατότητα και ετοιμότητα, ο ίδιος δε ενημέρωσε σχετικά με τη μη διενέργεια του πλειστηριασμού δύο (2) ακόμη άτομα, που κατονομάζονται, τα οποία, επίσης, είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να συμμετάσχουν ως υποψήφιοι πλειοδότες, με άμεσο αποτέλεσμα την αποτροπή του ελεύθερου συναγωνισμού στον επίδικο πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργήθηκε, κατά την ορισθείσα ημερομηνία, εν αγνοία των ανωτέρω, όπως είχαν σχεδιάσει οι αναιρεσείοντες, με τη συμμετοχή της δεύτερης εξ αυτών, ως μοναδικής πλειοδότριας, στην οποία και κατακυρώθηκαν τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα, έναντι ιδιαίτερα χαμηλού πλειστηριάσματος, μεγαλύτερου κατά 9,36 ευρώ από την τιμή της πρώτης προσφοράς, με συνέπεια την αντίστοιχη βλάβη του αναιρεσιβλήτου, αλλά και των λοιπών δανειστών, λόγω της μεγαλύτερης οικονομικής αξίας των εκπλειστηριασθέντων αστικών ακινήτων, που βρίσκονται σε κεντρικά σημεία της πόλης της …, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την ακύρωση του πλειστηριασμού.

Γ) Ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε τη συνδρομή του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, παρότι τούτο εξέλιπε μετά τη συζήτηση της ανακοπής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, στις 19-5-2009, αφού, λόγω της επισυμβάσης μεγάλης οικονομικής κρίσης, απομειώθηκε δραστικά η αξία των ακινήτων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του αναιρετηρίου, στο οποίο δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με λόγο αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα: Α) οι αναιρεσείοντες, στο τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 969 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν αναφέρεται περιστατικό σχετικά με την εμπλοκή του επισπεύδοντος τον επίδικο πλειστηριασμό, με συνέπεια να στερείται νόμιμης βάσης.

Με βάση όσα προεκτίθενται, οι αιτιάσεις αυτές περί ανεπαρκούς αιτιολογίας των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, δεν θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις συνδρομής της ως άνω διατάξεως (969 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απορριπτέες.

Β) Με τον τρίτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια, ήτοι αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για το λόγο ότι: α) δέχθηκε ότι ο λόγος της μη προσέλευσης του ανακόπτοντος - αναιρεσιβλήτου και δύο ακόμη υποψήφιων πλειοδοτών στον επίδικο πλειστηριασμό ήταν η ψευδής υπόσχεση του καθ' ου η εκτέλεση - πρώτου αναιρεσείοντος και την οποία αυτός (αναιρεσίβλητος) πίστεψε, ενώ όφειλε να μείνει μέχρι τον πλειστηριασμό και να διαπιστώσει τη βασιμότητα των υποσχέσεων του καθ' ου η ανακοπή (ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων) και β) δεν διαλαμβάνεται περιστατικό περί του αν ο αναιρεσίβλητος διαπίστωσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων είχε, κατά το χρόνο δόσης της υπόσχεσης, στη διάθεσή του το ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ δεν διερευνήθηκε ο λόγος, για τον οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν ζήτησε την άμεση καταβολή των υπεσχημένων σ' αυτόν χρημάτων και του ποσού που θα κατέβαλε στον επισπεύδοντα την εκτέλεση καθώς και τη άμεση υλοποίηση της υπόσχεσης του Ν.

Π. περί εγγραφής υπέρ αυτού προσημείωσης υποθήκης εκ μέρους της συζύγου του τελευταίου. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίφαση του ως άνω αναιρετικού λόγου, προσβάλλεται η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, παρατίθενται δε επιχειρήματα και συμπεράσματα του διαδίκου, που δεν συνιστούν παραδοχές, οι οποίες να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Γ) Με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια, ήτοι η εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 200, 281 και 288 του Α.Κ. καθώς αυτήν του άρθρου 116 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι στις παραδοχές της δεν περιλαμβάνονται περιστατικά, σχετικά με την εμπλοκή του επισπεύδοντος στο δόλο του πρώτου των αναιρεσειόντων, καθώς μόνον αυτός είχε δικαίωμα ματαιώσεως του πλειστηριασμού, σχετικά με την εκτίμηση της πραγματικής αξίας των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων ως και αν πράγματι εχώρησε παρακώλυση της συμμετοχής των δύο υποψήφιων πλειοδοτών στον επίδικο πλειστηριασμό.

Υπό τις ως άνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, διέλαβε συνοπτικές, πλην επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με την πραγματική αξία των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων. Ως προς τις αιτιάσεις για ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την ενημέρωση των παραπάνω ατόμων για τη μη διενέργεια του πλειστηριασμού, αυτές κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, υπό την επίκληση του ως άνω αναιρετικού λόγου, παρατίθενται επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που δεν συνιστούν παραδοχές και επομένως δεν επιδέχονται μομφή για αντιφάσεις ή ανεπάρκεια.

Τέλος, δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση περιστατικού σχετικά με τυχόν εμπλοκή του επισπεύδοντος, καθόσον δεν προέκυψε ότι ο τελευταίος αναμείχθηκε στη μεταξύ των ανωτέρω συμπαιγνία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου. Δ) με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια, ήτοι ανεπάρκεια των αιτιολογιών της ως προς τη χρηματική αξία των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης.

Οι αιτιάσεις αυτές αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον η υπόθεση αυτή αφορά στην, εξαιτίας της προπεριγραφείσας συμπαιγνίας, αποτροπή του ελεύθερου συναγωνισμού κατά τη διενέργεια του επίδικου πλειστηριασμού και, εντεύθεν της συμμετοχής σ' αυτόν του αναιρεσείοντος και των λοιπών ως άνω ατόμων, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η περιουσιακή ζημία του αναιρεσείοντος ελέγχεται κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτηθείσας δια της ανακοπής του έννομης προστασίας και μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ε) στο τρίτο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου, υπό την επίκληση του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης αν η μη προσέλευση των υποψήφιων πλειοδοτών στον επίδικο πλειστηριασμό ήταν προϊόν παρακώλυσής τους, με συνέπεια να παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ανωτέρω διατάξεις.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτήν σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες σχετικά με την αποτροπή τόσον του αναιρεσιβλήτου όσον και των δύο (2) ως άνω ατόμων να μετάσχουν και να πλειοδοτήσουν στον επίδικο πλειστηριασμό, που απετράπη, λόγω της δόλιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ., καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Α.Π. 1493/2011, Α.Π. 1383/2000).

Αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001). Την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια μπορούν να ιδρύσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, που προβλήθηκαν με το ένδικο αυτό βοήθημα (Α.Π. 28/2020, Α.Π.626/2018).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων, που αριθμεί περιοριστικά το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός (και) ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται στη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559, πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο (ή η ακυρότητα) που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο (Α.Π. 863/2010), δηλαδή ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και συγκεκριμένα τα πραγματικά γεγονότα που τον ιδρύουν, αν η πλημμέλεια συνίσταται σε απαράδεκτο, ακυρότητα ή έκπτωση από το δικαίωμα (Α.Π. 20/2007) καθώς επίσης ότι το απαράδεκτο, η ακυρότητα ή η έκπτωση από το δικαίωμα προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 63/2017, Α.Π. 825/2015) ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου καθώς και με το συναφή τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, αυτοί υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, ακύρωσε τον πλειστηριασμό, παρότι α) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 969 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

και β) δεν υπήρξε παρακώλυση οποιουδήποτε να μετάσχει στον επίδικο πλειστηριασμό. Οι λόγοι αυτοί τυγχάνουν διττώς απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν, δεδομένου ότι αφενός μεν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο δικόγραφο ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν, νομίμως, το σχετικό ισχυρισμό στο Δικαστήριο της ουσίας, αφετέρου δε γιατί αυτοί δεν επικαλούνται, για τη θεμελίωσή της πλημμέλειας αυτής (από τον αριθμό 14 του άρθρου 559), τον δικονομικό κανόνα, που παραβιάστηκε, με συνέπεια να ακυρωθεί, παρά το νόμο, ο πλειστηριασμός, κατά παραδοχή της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, αλλά (επικαλούνται) τις ανωτέρω αιτιάσεις, από τις οποίες η μεν πρώτη (υπό στοιχ.

α') ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής βάσεως, ήτοι της διατάξεως του άρθρου 969 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία καθορίζονται οι προϋποθέσεις ματαιώσεως του πλειστηριασμού, ενώ με την ανακοπή ζητήθηκε η ακύρωση τούτου, η δε δεύτερη (υπό στοιχείο β') πλήττει ευθέως την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο είναι διαφορετικό από το θεωρούμενο ως ορθό από αυτούς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 8/2016). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 580/2019, Α.Π. 600/2016).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου προσάπτεται η πλημμέλεια του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τις δύο (2) ένορκες καταθέσεις του αναιρεσιβλήτου και του οικονομικού του συμβούλου Δ.

Κ., που περιέχονται στα πρακτικά της 1982/9-9-2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο αναιρεσίβλητος, το πρωί της 7ης-2-2007, εφοδιάστηκε με δύο (2) επιταγές, ποσού 155.000 ευρώ, για να καταβάλει την εγγύηση για τη συμμετοχή του στον επίδικο πλειστηριασμό, τις οποίες επέστρεψε, πεισθείς ότι δεν επρόκειτο να διενεργηθεί αυτός, γεγονός, το οποίο, όμως, δεν επιβεβαιώνει ο διευθυντής του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στον ..., στην …/…-5-2009 ένορκη βεβαίωσή του, που ανέφερε μόνο ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία, ο αναιρεσίβλητος προέβη σε ενέργειες για την εκταμίευση του ποσού των 280.00 ευρώ για τη συμμετοχή του στον πλειστηριασμό.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παρατίθεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος είχε την πρόθεση αλλά και την οικονομική δυνατότητα και ετοιμότητα να μετάσχει ως πλειοδότης στον επίδικο πλειστηριασμό, έχοντας στη διάθεσή του το χρηματικό ποσό που όφειλε να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ύστερα από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των σ' αυτήν αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, στα οποία περιλαμβάνεται και η ανωτέρω δικαστική απόφαση.

Ακολούθως, στο δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω πρόσθετου λόγου υποστηρίζεται ότι, υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ανωτέρω ένορκες καταθέσεις, τότε δεν πείστηκε απ' αυτές, γεγονός, που άγει στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε εφοδιαστεί με τις απαιτούμενες επιταγές, με συνέπεια τα περιστατικά αυτά να μην επαρκούν για την εφαρμογή των άρθρων 200, 281 και 228 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 959, 963, 988 και 1005 του Κ.Πολ.Δ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, εφάρμοσε και, εντεύθεν, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

καταδεικνύει ότι η μη συμμετοχή του στον πλειστηριασμό ήταν αποτέλεσμα δικής του επιλογής. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον αφενός μεν αντιφάσκουν προς αυτές, που διατυπώθηκαν στο πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου, αφετέρου δε πλήττουν ευθέως την αξιολόγηση των αποδείξεων.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει ν' απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της Δ. χήρας Α. Π., που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 6-3-2018 (6/6-3-2018) αίτηση αναίρεσης και τους από 17-8-2020 (60/21-8-2020) πρόσθετους λόγους αυτής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-3-2018 (6/6-3-2018) αίτηση των 1) Α. Ν. του Χ. και 2) Μ. Ν. του Α. για αναίρεση της 48/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και τους από 17-8-2020 (60/21-8-2020) πρόσθετους λόγους.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της Δ. χήρας Α. Π., που υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ