Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to unexcused absence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding her employment contract termination. The appellant argued that the Second Instance Court failed to consider witness depositions and medical certificates she submitted without invoking them. The court ruled that the Second Instance Court had indeed considered the witness depositions from the first instance, while the uninvoked medical certificates were deemed inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11g of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the evidence was not invoked before the second instance court, whereas an appeal claiming failure to consider evidence that was properly submitted and cited is admissible if the lower court's reasoning is demonstrably flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1249 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Διορθώνεται η απόφαση αυτή με την με αριθμό 1439/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως εξής: στις επικεφαλίδες των σελίδων 2,3,4,5,6 και 7 ο αριθμός απόφασης 1249/2018.
Η Γραμματέας Ελένη Τσιουρή
Αριθμός 1249/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Μ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Γλυκού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού - Ανώνυμος Εταιρία" (ΔΕΗ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1523/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3270/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 9-1-2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλείται ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (ΔΕΗ ΑΕ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα προβλεπόμενα στον έχοντα ισχύ νόμου (άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974) κανονισμό προσωπικού αυτής και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της τελευταίας.
Ότι την 15-11-2010, η εναγομένη με έγγραφό της γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας λύθηκε αυτοδίκαια, λόγω απουσίας της από την εργασία για περισσότερες από τριάντα διακεκομμένες εργάσιμες ημέρες εντός του έτους 2010, η οποία κρίθηκε αδικαιολόγητη με απόφαση αρμοδίου πειθαρχικού συμβουλίου και εξομοιώθηκε με παραίτησή της, επιφέρουσα κατ' άρθρο 36 παρ.2 του κανονισμού προσωπικού την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης.
Ότι κατά της άνω απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου άσκησε προσφυγή ενώπιον του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου η οποία απορρίφθηκε με την 9/2011 απόφασή του, αφού κρίθηκε ότι η αποχή από την εργασία της είναι αδικαιολόγητη. Ότι η απόφαση αυτή είναι καταχρηστική υποκινούμενη από εμπάθεια των προϊσταμένων της και παράνομη, καθόσον η απουσία της ήταν δικαιολογημένη, ώστε να μην δύναται να εξομοιωθεί με παραίτησή της από την υπηρεσία κατά το άρθρο 36 παρ.2 του κανονισμού της εναγομένης.
Ότι η σύμβαση εργασίας της δεν έχει λυθεί και η εναγομένη η οποία αρνείται να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της περιήλθε σε υπερημερία. Με βάση αυτά, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η 9/2011 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου της εναγομένης και ότι δεν έχει λυθεί η εργασιακή της σύμβαση, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγομένη σε καταβολή 112.212,60 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας και 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και σε αποδοχή των υπηρεσιών της.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1523/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 3270/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίσθηκε η τότε εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως του εφετείου, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο αυτού του λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε συμπέρασμα δυσμενές για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
3. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι με το να δεχθεί α) ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης λύθηκε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ.2 του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού προσωπικού της τελευταίας, λόγω [δήθεν] αδικαιολόγητης απουσίας από την εργασία της κατά τις αναφερόμενες σ' αυτή τριάντα μία διακεκομμένες εργάσιμες ημέρες εντός του έτους 2010, που εξομοιώνεται με παραίτησή της από την εργασία και β) ότι το πειθαρχικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, ορθώς με την 9/2011 απόφαση του χαρακτήρισε ως αδικαιολόγητη την απουσία της, με συνέπεια να απορρίψει την αγωγή της και με το να μην δεχθεί γ) ότι η απουσία της ήταν δικαιολογημένη σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα και μάρτυρες), δ) ότι τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου της εναγομένης ενήργησαν παράνομα και καταχρηστικά και ε) ότι η εναγομένη, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όφειλε να επιλέξει ηπιότερο μέτρο αντίδρασης στη συμπεριφορά της και να μην εξαντλήσει την αυστηρότητά της με την εφαρμογή του άρθρου 36 του κανονισμού της, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στην αίτηση διαλαμβάνεται μόνον το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του εφετείου, χωρίς να αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Υπό την επίκληση δε του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα, η αναιρεσείουσα πλήττει απαραδέκτως την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του εφετείου.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση.
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις περιεχόμενες στα νομίμως με επίκληση προσκομιζόμενα απ' αυτή πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, καθώς και τις ιατρικές βεβαιώσεις περί της υγείας της, τις οποίες, αν και δεν επικαλέσθηκε, είχε προσκομίσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Όπως, όμως, ρητώς βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τη ρητή αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα Η. Κ., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εφετείο σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά.
Συνεπώς, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις προαναφερόμενες καταθέσεις και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη των ιατρικών βεβαιώσεων περί της υγείας της αναιρεσείουσας, τις οποίες η ίδια προσκόμισε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς επίκλησή τους, είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ιατρικές βεβαιώσεις, των οποίων καθ' ομολογία της αναιρεσείουσας δεν έγινε επίκληση ενώπιον του εφετείου, θεωρείται ότι δεν προσκομίστηκαν.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που για το λόγο αυτό δεν τις έλαβε υπ' όψη όπως ρητώς διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 3270/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ