Legislator Case Law & Legislation
1249/2015 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against bank seizure order due to improper evidentiary weight assignment.

Case Number 1249/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding bank seizure orders. The State argued the lower court improperly assigned full evidentiary weight to a non-final court order to prioritize certain claims over others. The Court found the lower court erred by granting the non-final order full probative force, which legally should have been limited, and thus partially reversed the seizure order.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 12 K.Pol.D.; Art. 578 K.Pol.D.: An appeal is admissible if the court violated legal rules on the probative force of evidence; if the court's reasoning is erroneous but the decision correct, the appeal is dismissed unless there is a legal interest to prevent res judicata, in which case the appeal is partially allowed regarding the erroneous reasoning.

Keywords

AI generated
probative force of evidence non-final court order bank seizure priority partial reversal of judgment res judicata exception

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 12 K.Pol.D.
Art. 578 K.Pol.D.
Art. 178 para. 1 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1249 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1249/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Θ. Τ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... 2. Θ. συζ. Ν. Δ., το γένος Α. Ο., κατοίκου ..., 3. Σ. Δ. του Δ., συζ. Π. Σ., κατοίκου ..., 4. Ε. Κ. του Α. συζ. Γ. Α., κατοίκου ..., 5. Π. συζ. Α. Τ., το γένος Π., κατοίκου ... 6. Σ. χήρας Γ. Τ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 7. Π. συζ. Κ. Κ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 8.εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Λοκρίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-4-2007, 22-5-2007, 11-5-2007 και 14-5-2007 ανακοπές που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1910/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-3-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχήν του δευτέρου και τρίτου λόγου αναίρεσης και κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της 8ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../17-1-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Σερρών Θ. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον την συζήτηση αναιρεσείον, αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως, περιέχον πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 28-4-2014 και κλήση για να παραστούν κατ’ αυτήν και μετ’ αναβολήν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Α.

Χ., ως αντίκλητο δικηγόρο των επτά (7) πρώτων αναιρεσιβλήτων, ο οποίος διορίστηκε κατ’ άρθρον 972 παρ.1 περ.α’ Κ.Πολ.Δ. με την από 13-11-2006 αναγγελία των ιδίων αναιρεσιβλήτων προς την Συμβολαιογράφο Σερρών Βασιλική Γκουντουλούδη - Παπαπαναγιώτου, ως υπάλληλο του διενεργηθέντος την 1-11-2006 στις Σέρρες πλειστηριασμού κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία τους σαν να ήσαν παρούσες (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 975 περίπτ. 3 του ΚΠολΔ, στην τρίτη τάξη προνομίων κατατάσσονται στον πίνακα, πλην άλλων, οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον αυτές προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας οι οποίες κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο προέκυψαν, στην τάξη αυτή.

Δηλαδή το χρονικό αυτό σημείο της αρχικής ημερομηνίας του πλειστηριασμού αποτελεί την αφετηρία για τον αναδρομικό υπολογισμό της κρίσιμης διετίας, μέσα στην οποία πρέπει να γεννήθηκαν οι εργασιακές απαιτήσεις για να είναι προνομιούχες, ανεξάρτητα από το εάν βεβαιώθηκαν δικαστικά σε μεταγενέστερο χρόνο.

Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσης του, κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί μετά την επιβολή της κατάσχεσης, ή ακόμη και εάν επισπεύθηκε από άλλο δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 972 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ και ανεξάρτητα αν βασίζεται σε διαφορετική κατασχετήρια έκθεση από εκείνη στην οποία στηρίχθηκε ο αρχικά ορισθείς πλειστηριασμός, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό διετία και όχι και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό και ως την ημέρα που τελικά αυτός διενεργήθηκε, οι οποίες δεν διαλαμβάνονται στην άνω διάταξη ως προνομιούχες (ΑΠ 487/2015).

Εξάλλου, η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ. (1/3 και 2/3), γίνεται μετά από την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής. Απαιτήσεις οι οποίες εξαρτώνται από αίρεση ή είναι αμφίβολες κατατάσσονται τυχαίως και η ικανοποίηση τους μπορεί να γίνει μόνο με εγγυοδοσία. Ειδικότερα, όσον αφορά τις εξαρτώμενες από αίρεση απαιτήσεις, η τυχαία κατάταξη έχει την έννοια της κατατάξεως υπό την προϋπόθεση πληρώσεως της αναβλητικής ή ματαιώσεως της διαλυτικής αιρέσεως.

Ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για την εκκαθάριση της αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη ή μη της απαιτήσεως είναι η παρεμβολή του δικαστηρίου και η έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως, μετά από την οποία υφίσταται δεδικασμένο μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη για την απαίτηση του πρώτου. Και εάν μεν η απόφαση είναι θετική για τον δανειστή, τότε η απαίτησή του κατατάσσεται οριστικά, ενώ εάν είναι αρνητική, τότε ο εμφανιζόμενος ως δανειστής αποκλείεται από τον πίνακα κατατάξεως.

Μέχρις εκδόσεως όμως της τελεσίδικης αποφάσεως, η απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα υπάρχοντα στην δικογραφία διαδικαστικά έγγραφα και από τις αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του Εφετείου, του οποίου εν προκειμένω προσβάλλεται η απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με επίσπευση της Τράπεζας Πειραιώς κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ" και ορίσθηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η 27η Σεπτεμβρίου 2006. Ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε κατά την ημέρα εκείνη και ακολούθως ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 1η Νοεμβρίου 2006, οπότε πλειστηριάσθηκε η ακίνητη περιουσία και επετεύχθη πλειστηρίασμα 690.002 ευρώ.

Στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ανηγγέλθησαν, πλην των άλλων και οι εξής δανειστές: 1) Το Ελληνικό Δημόσιο, για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κ.Ε.Δ.Ε., συνολικού ποσού 16.169.183.77 ευρώ, 2) η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.". για απαιτήσεις 437.894,44 ευρώ, 3) οι επτά (7) πρώτες αναιρεσίβλητες, ως εργαζόμενες στην επιχείρηση της οφειλέτριας εταιρίας, για απαιτήσεις τους διαφορετικού ποσού εκάστη, προερχόμενες από την παροχή εξηρτημένης εργασίας.

Οι εν λόγω απαιτήσεις επιδικάσθηκαν με την υπ’ αριθ. 59/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία δεν είχε καταστεί τελεσίδικη και αφορούσαν μισθούς για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Νοέμβριο 2003 έως και τον μήνα Οκτώβριο 2006. 4) Επίσης, ανηγγέλθη η "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για απαιτήσεις της ύψους 1.937.325,11 ευρώ.

Η επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος κατέταξε: 1) Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προνομιακά και οριστικά και για μερική ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, στο ποσόν των 177.737,08 ευρώ, 2) τις επτά πρώτες αναιρεσίβλητες, προνομιακά και τυχαία για ποσόν 20.524,80 ευρώ καθεμία και ειδικότερα για απαιτήσεις γεννηθείσες από παροχή εξαρτημένης εργασίας κατά την διετία από 1-11-2004 έως 31-10-2006.

Για την περίπτωση μη τελεσίδικης επιδικάσεως των απαιτήσεων αυτών, η Συμβολαιογράφος προέβη σε επικουρική κατάταξη για το αντίστοιχο συνολικό ποσόν των 143.673, 60 ευρώ και κατέταξε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και την τελευταία αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς. 3) Επίσης, κατέταξε την Τράπεζα Πειραιώς α) προνομιακά και οριστικά ως ενυπόθηκη δανείστρια για το ποσόν των 319.882,61 ευρώ και β) επικουρικά, για ποσό 35.298,07 ευρώ και 4) κατέταξε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος προνομιακά και οριστικά ως ενυπόθηκη δανείστρια για το ποσό των 293,47 ευρώ και προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 35.298,07 ευρώ.

Κατά του πίνακα κατατάξεως και ειδικότερα όσον αφορά τις επτά πρώτες, εργαζόμενες - αναιρεσίβλητες, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την κρινόμενη ανακοπή και ισχυρίσθηκε με τον σχετικό λόγο, επί λέξει: "...οι καταταγείσες απαιτήσεις των 1-7 καθ’ ων είναι ανύπαρκτες, δεν αποτελούν εργατικές απαιτήσεις και δεν απολαύουν του παραπάνω προνομίου του άρθρου 975 περ. 3...".

Επί της ανακοπής αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με τρείς ανακοπές άλλων δανειστών, μεταξύ των οποίων και εκείνη της Τράπεζας Πειραιώς, εξεδόθη η υπ’ αριθ. 77/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία το δικαστήριο δέχθηκε τις ανακοπές του αναιρεσείοντος και της Τράπεζας Πειραιώς, απέβαλε από τον πίνακα κατατάξεως τις επτά πρώτες αναιρεσίβλητες και την Εθνική Τράπεζα και κατέταξε α) το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προνομιακά και οριστικά στο 1/3 του πλειστηριάσματος και την τελευταία αναιρεσίβλητη (Τράπεζα Πειραιώς) στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος (2/3).

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν δύο εφέσεις, ήτοι α) από την Εθνική Τράπεζα και β) από τις επτά πρώτες αναιρεσίβλητες, στρεφόμενες αμφότερες κατά της Τράπεζας Πειραιώς και του Ελληνικού Δημοσίου. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1910/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Εφετείο, με την απόφαση αυτή δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις ανακοπές των δύο ως άνω εφεσιβλήτων, κράτησε και δίκασε αυτές. Όσον αφορά την ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εστρέφετο κατά των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων (εργαζομένων),της ογδόης αναιρεσίβλητης (Τραπέζης Πειραιώς) και της Εθνικής Τράπεζας, αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της κατ’ ουσίαν.

Ειδικότερα, σχετικά με τις επτά πρώτες αναιρεσίβλητες, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι απαιτήσεις τους από την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατά της οφειλέτριας εταιρίας αποδεικνύονται από την αναφερθείσα υπ’ αριθ. 59/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία δεν είχε καταστεί τελεσίδικη και με την οποία επεδικάσθη το ποσόν των 20.534,80 ευρώ σε κάθε μία και δεν μεταρρύθμισε τον πίνακα κατατάξεως, στον οποίο, όπως έχει αναφερθεί, οι απαιτήσεις κατετάγησαν προνομιακά και τυχαία.

Με την κρίση του όμως αυτή , το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστο τον σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά το μέρος του με το οποίο αμφισβητήθηκε η ύπαρξη του προνομίου των αναιρεσιβλήτων εργαζομένων και ειδικότερα, όσον αφορά τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από την 27-9-2006, η οποία είχε ορισθεί ως ημέρα διεξαγωγής του πρώτου πλειστηριασμού, μέχρι την 1-11-2006, οπότε τελικώς διεξήχθη ο πλειστηριασμός, αφού το διάστημα αυτό κείται εκτός της διετίας όπως αυτή ορίζεται από το άρθρο 975 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

Η εν λόγω απαίτηση, για κάθε αναιρεσίβλητη, ανέρχεται όπως και το αναιρεσείον συνομολογεί στο ποσόν των 774,60 ευρώ. Σημειωτέον, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τον λόγο της ανακοπής της τελευταίας αναιρεσίβλητης (Τράπεζα Πειραιώς), ο οποίος είναι ίδιος με τον αναφερθέντα λόγο ανακοπής που προέβαλε η αναιρεσείουσα και μεταρρύθμισε τον πίνακα κατατάξεως, από τον οποίο απέβαλε τις επτά αναιρεσίβλητες - εργαζόμενες για το ποσόν των 774,60 ευρώ καθεμία και συνολικά για το ποσό των 5.422,20 ευρώ (774,60€ Χ 7) και για το ποσόν αυτό κατέταξε προνομιακά και οριστικά μόνον την τελευταία αναιρεσίβλητη.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, είναι κατά το ως άνω μέρος, δηλαδή όσον αφορά τις αποδοχές των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από 27-9-2006 έως 1-11-2006, βάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη την οποία προσδίδει ο νόμος. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.: "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της" Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, καίτοι με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία έκρινε, ότι οι απαιτήσεις των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων αποδεικνύονται πλήρως από την υπ’ αριθ. 59/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία δεν έχει καταστεί κατά την παραδοχή και του Εφετείου τελεσίδικη, εν τούτοις ορθώς κατ’ αποτέλεσμα προσέδωσε την δέουσα αξία στην εν λόγω απόφαση και δεν μεταρρύθμισε, όσον αφορά το αναιρεσείον και τις ίδιες αναιρεσίβλητες, τον πίνακα κατατάξεως, στον οποίο οι απαιτήσεις των τελευταίων, ως προερχόμενες από παροχή εξηρτημένης εργασίας, έχουν καταταγεί προνομιακά και τυχαία.

Ενώ αντιθέτως, εάν το Εφετείο προσέδιδε στην ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου πλήρη αποδεικτική δύναμη, ήτοι μεγαλύτερη από εκείνην την οποία της προσδίδει ο νόμος, τότε θα κατέτασσε τις εργαζόμενες προνομιακώς και οριστικώς. Επομένως, το Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ.

και ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος της το οποίο αφορά το κατά τα ως άνω προσδιορισθέν συνολικό ποσόν των 5.422.20 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 178 παρ. 1, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ’ αριθ. 1910/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος από διακόσια (200) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ