1249/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1249/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1249 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1249/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Μ. & Σία ΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΙΟΛΟS COURIER SERVICE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: 1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στέλλα Σταθάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4927/2013, όπως αυτή διορθώθηκε με την 863/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2013 αίτησή της και τους από 27-2-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 18-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη ως απαράδεκτων των από 27-2-2014 πρόσθετων λόγων, β) αν δε ήθελε κριθεί διαφορετικά, την απόρριψη όλων των λόγων της από 10-12-2013 αίτησης, όπως διαμορφώθηκε αυτή με τους από 27-2-2014 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 4927/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/ 2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του κατά τα άρθρα 341, 350 και 656 ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως διορθώθηκε με την 863/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: Ο ενάγων (σημ: εδώ αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε την 19-11-2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ταχυμεταφοράς που διατηρεί η εργοδότριά του (σημ:
εδώ αναιρεσείουσα) ως εισπράκτορας και διανομέας οδηγός δικύκλου. Με την πιο πάνω ειδικότητα ο ενάγων εργάσθηκε μέχρι την 16-2-2010, που η εναγομένη, δια του εκπροσώπου της κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του. Η καταγγελία εχώρησε λόγω του ότι ο ενάγων συμμετέσχε στην απεργία της 10-2-2010, την οποία κήρυξε η ΑΔΕΔΥ και διάφορα σωματεία, μεταξύ των οποίων και το σωματείο "Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου", του οποίου ο ενάγων είναι μέλος.
Την προτεραία της απεργίας ο ενάγων ενημέρωσε τον εκπρόσωπο της εργοδότριάς του ότι προτίθεται να συμμετάσχει στην απεργία, πλην ο τελευταίος επέδειξε δυσαρέσκεια και του δήλωσε ότι αν απεργήσει θα υπάρξει πρόβλημα στη μεταξύ τους συνεργασία. Το πρωί της 10-2-2010 ο ενάγων τηλεφώνησε στον άνω εκπρόσωπο και του δήλωσε και πάλι ότι θα απεργήσει, εκείνος όμως του ζήτησε να επιστρέψει στην εργασία του για μερικές ώρες, πράγμα που ο ενάγων δεν έπραξε, θεωρώντας καθήκον του τη συμμετοχή στην ημερήσια απεργία, καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου του.
Κατά την επομένη ημέρα, που ο ενάγων εργάσθηκε κανονικά, του ανακοινώθηκε, κατά το πέρας του ωραρίου του, ότι επίκειται απόλυσή του στις 19-2-2010. Ο ενάγων προσέφυγε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας την 16-2-2010 και υπέβαλε καταγγελία ότι απειλήθηκε με απόλυση λόγω της συμμετοχής του στην απεργία και εν συνεχεία επέστρεψε στο χώρο της εργασίας του, όπου του επιδόθηκε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και του προσφέρθηκε αποζημίωση εργάτη.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η απόλυσή του οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα ότι εχώρησε λόγω της οικονομικής κρίσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν ευοδώθηκε η οικονομική συνεργασία της που επίκειτο με την εταιρεία "On Telecoms", η οποία θα απαιτούσε την ύπαρξη επί πλέον ατόμου για την εξυπηρέτηση των σχετικών μεταφορών και ενόψει της οποίας είχε προσλάβει τον ενάγοντα.
Ο ισχυρισμός της αυτός κρίνεται αβάσιμος καθόσον α) δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε έγγραφο ... β) ... γ) ... και δ) από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ετήσιες καταστάσεις απασχολουμένων της, που φέρουν τη θεώρηση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, ιδιαίτερα εκείνη του 2010, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη και μετά την απόλυση του ενάγοντος, προέβη σε προσλήψεις και δη την 11-6-2010, την 21-6-2010, την 1-7-2010 και την 2-8-2010 προσέλαβε, αντίστοιχα, τέσσερα άτομα - τα τρία με την αναγραφόμενη ειδικότητα "εξωτερικές εργασίες", όπως ακριβώς και ο ενάγων, ενώ ο ένας προσλήφθηκε ως οδηγός - που σημαίνει ότι αν πράγματι επιθυμούσε για οικονομοτεχνικούς λόγους να αναδιαρθρώσει την επιχείρησή της, ενόψει και της οικονομικής κρίσης, δεν θα ενεργούσε ταυτόχρονα και προσλήψεις, αλλά μόνο απολύσεις.
Ο ισχυρισμός της ότι ο ενάγων εκτέλεσε καθυστερημένα μια παράδοση που αφορούσε το "ΠΛΑΙΣΙΟ", που συγκαταλέγεται στους μεγάλους πελάτες της, δεν αποδείχθηκε ότι οφειλόταν σε αμέλειά του, αλλά σε εσφαλμένες οδηγίες που είχε λάβει ... Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο, οδηγήθηκε στην κρίση ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως καταχρηστική και δη αντικείμενη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ως και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εργοδότριάς του, αφού έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης του εκπροσώπου της προς τον ενάγοντα, λόγω της προηγηθείσης συμμετοχής του στην απεργία του σωματείου του, ενέργεια που ήταν νόμιμη, αλλά δεν ήταν αρεστή στην εργοδότριά του.
Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, διότι ο ενάγων απασχολήθηκε για χρονικό διάστημα τριών μηνών και στρέφεται εναντίον της, ενώ η ίδια μέσα στην κρίση εξακολουθεί να προσφέρει εργασία σε 22 άτομα και να είναι συνεπής στην πληρωμή τους, είναι μη νόμιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος.
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, κατά παραδοχή, ως και κατ' ουσία βασίμου της εφέσεως του ενάγοντος, κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που έκρινε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή, ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας (λόγω περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) και αναγνώρισε ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική.
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις άνω διατάξεις των άρθρων 648 επ., 669 παρ. 2 εδ. α', 656, 281, 174, 180, 341, 350 ΑΚ και ν. 1264/1982 τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη:
α) ως προς τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ένδικη καταγγελία εχώρησε ακύρως, ως καταχρηστική, θεωρουμένη ως μη γενομένη και επιφέρουσα υπερημερία της εναγομένης. Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε, ειδικότερα δε, προκύπτουν από την προσβαλλόμενη τα περιστατικά, από τα οποία εμφαίνεται ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την εναγόμενη στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης ήσαν τα αισθήματα εμπάθειας που δημιουργήθηκαν σε βάρος του ενάγοντα, εξαιτίας της συμμετοχής του στην ημερήσια απεργία που κήρυξε η ΑΔΕΔΥ, στην οποία συμμετείχε και το σωματείο "Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών δικύκλου", μέλος του οποίου είναι ο ενάγων, θεωρώντας ο τελευταίος "καθήκον του τη συμμετοχή του καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου του", παρά την προς τούτο επιδειχθείσα "δυσαρέσκεια" του εκπροσώπου της εναγομένης, δηλαδή οφείλεται στην προηγηθείσα αυτή "ενέργεια, που ήταν νόμιμη, αλλά δεν ήταν αρεστή στην εργοδότριά του" κατά τη σαφή περί αυτού παραδοχή της προσβαλλόμενης, ήτοι εξαιτίας της άσκησης νομίμου δικαιώματός του, με ειδοποίηση εκ μέρους του, της εργοδότριάς του για τη συμμετοχή του αυτή, κατά την 9-2-2010, οπότε, η γενομένη μόλις μετά πάροδο ελαχίστων ημερών από τη συμμετοχή του στην απεργία αυτή, καταγγελία της ένδικης σύμβασης, από την εναγομένη - εργοδότριά του, εμπίπτει στην έννοια της καταχρηστικής άσκησης του εργοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας και β) ως προς την αβασιμότητα του προβληθέντος από την εναγομένη ισχυρισμού ότι η απόλυση του ενάγοντος έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, τον οποίο απέρριψε με σαφή και πλήρη αιτιολογία.
Εξ άλλου, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι σ' αυτό διαλαμβάνεται, ως πραγματικός ισχυρισμός, το γενόμενο δεκτό με την προσβαλλόμενη ότι ο ενάγων την 9-2-2010 ειδοποίησε την εναγομένη περί συμμετοχής του στην απεργία της 10-2-2010. Συνακόλουθα, οι: πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος και όγδοος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι της κύριας αίτησης και οι συναφείς προς αυτούς, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, ένατος και δέκατος πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, η ίδια πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ν. 1264/1982 και στερείται νομίμου βάσεως διότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν αν η εν λόγω απεργία πληρούσε τις προϋποθέσεις νομιμότητας, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή και νόμιμη προβολή τέτοιου ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτή επανυποβολή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, ούτε τέλος επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αφορά τυχόν η εν λόγω αιτίαση, τις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 εδάφ.
α - γ Κ.Πολ.Δ. εξαιρετικές περιπτώσεις. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ομοίως, ότι η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη, διατύπωσε τέτοιο ισχυρισμό με καταχώρισή του στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ως εκ της εφαρμοζόμενης ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών και ανάπτυξη στις έγγραφες προτάσεις της.
Αντιθέτως, στις από 9-1-2012, έγγραφες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της, αρνούμενη ότι αιτία της απολύσεως ήταν "η όποια συνδικαλιστική δράση του" εκθέτει ότι "η απεργία της συγκεκριμένης ημέρας είχε προκηρυχθεί από την ΑΔΕΔΥ, δηλαδή το συνδικαλιστικό φορέα των δημοσίων υπαλλήλων ..." παρεκτός του ότι, σε κάθε περίπτωση η διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη σαφής παραδοχή ότι η συμμετοχή του ενάγοντος στην απεργία αφορούσε "ενέργεια που ήταν νόμιμη" στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των ρηθεισών αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Ο όγδοος λόγος της κύριας αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, καθόσον αφορά την απορριπτική κρίση της, ως προς την προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την ίδρυση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας προσαπαιτείται έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την ουσιαστική έρευνα (Ολ.ΑΠ 44/1990), προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δοθέντος ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος επίσης ο τρίτος πρόσθετος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., κατά την προσήκουσα εκτίμησή του, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις μνημονευόμενες καταστάσεις προσωπικού, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών της. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται σαφής αναφορά στις εν λόγω καταστάσεις, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή "Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος και όλα τα έγγραφα" (όπως αμέσως ανωτέρω), σχημάτισε την αποδεικτική της κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα τα σχετικά με την ειδοποίηση της εναγομένης από τον ενάγοντα περί συμμετοχής του στην απεργία και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, έκτος λόγος της κύριας αίτησης και όγδοος πρόσθετος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, κατά την προσήκουσα εκτίμησή του, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η καταγγελία εχώρησε για οικονομοτεχνικούς λόγους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο δε διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία. Ομοίως αβάσιμος, είναι ο 11ος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.) με την αιτίαση ότι δέχθηκε έλλειψη συνδρομής οικονομοτεχνικών λόγων, εξαιτίας προσλήψεων που πραγματοποιήθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες μετά την απόλυση του ενάγοντος, τις οποίες (συγκεκριμένες ημερομηνίες) δεν προέβαλε ο τελευταίος.
Τούτο δε διότι οι αιτιάσεις αυτές δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την εκτεθείσα έννοια και δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο. Ούτε τέλος, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις και ο περί του αντιθέτου ένατος λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την προσήκουσα εκτίμησή του, η εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2013 αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους από 27-2-2014 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 4927/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 863/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ