Legislator Case Law & Legislation
1249/2011 AI generated

1249/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1249/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2468/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1165/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2086/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2010 κλήση της.

Legislator headnote

AI generated

1249/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την διάταξη, του άρθρου 26 ΑΚ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1249 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1249/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR A.E.A.Z.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση: 1) Σ. Σ. συζύγου Σ., 2) Μ. Σ. του Σ., 3) Μ. Σ. του Σ., 4) Γ. Σ., 5) Γ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2468/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1165/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2086/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2010 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 1/9/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Μάλλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών, όπως και του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες 1276Γ', 1273Γ', 1274Γ', 1287Γ' και 1275Γ'/11.3.2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της από 6.2.2010 κλήσης και της από 10.6.2006 αίτησης για αναίρεση της 1165/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας EUROSTAR AEAZ προς τους αναιρεσιβλήτους Σ. Σ., Μ. Σ., Μ. Σ., Γ. Σ. και Γ. Σ. αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1.4.2011), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

Στην έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την διάταξη, του άρθρου 26 ΑΚ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.

Επομένως, στην περίπτωση θανατώσεως, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα, αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανατώσεως, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ αμέσως το ελληνικό δίκαιο, χωρίς το πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος.

Ειδικά δε, η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ.3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεως του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεως της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποιήσεως στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ' εκτίμηση του δικαστού της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (Ολ.ΑΠ 21/2000).

Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίηση των, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται, αποκλειστικώς, από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διατάξεως που προαναφέρθηκε.

Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, εφ' όσον έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσεως εκείνης, από την οποία προέρχονται η ιδιότητα αυτή (π.χ. η ύπαρξη ή όχι νομίμου γάμου ή συγγενικής σχέσεως γονέως και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει, τελικώς, την ιδιότητα του συζύγου ή τέκνου, ή του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος (βλ.

ΑΠ 937/2010, ΑΠ 597/2010). Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο συνεπεία του ένδικου ατυχήματος της Αλβανίδας υπηκόου Κ. Σ. στους Αλβανούς υπηκόους: α)Σ. Σ. (πρώτη αναιρεσίβλητη), μητέρα της θανούσας, β)στον ήδη ενήλικο Μ.

Σ., αδελφό της θανούσας, του οποίου την επιμέλεια ασκούσε προς της ενηλικιώσεώς του η πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα του, 3)στη Μ. Σ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη), ήδη ενήλικη, αδελφή της θανούσας, 4)στον Γ. Σ. (τρίτο αναιρεσίβλητο) παππού της θανούσας και ε)στη Γ. Σ. (τέταρτη αναιρεσίβλητη), γιαγιά της θανούσας, εφαρμόζοντας το Ελληνικό Δίκαιο, (άρθρο 932 ΑΚ), το οποίο, ως δίκαιο του τόπου του ατυχήματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, ήταν εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας (ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια, λόγω ψυχικής οδύνης.

Με τη διάταξη αυτή ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 651 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να εννοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά να αποφασίζουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει, και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 163/2007, 1670/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι, με το να καθορίσει την επιδικαστέα στους αναιρεσιβλήτους, ως μέλη της οικογένειας της θανούσας στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στο αναφερόμενο για τον καθένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που συνεπάγεται εξουθένωση της αναιρεσείουσας και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των δικαιούχων αναιρεσιβλήτων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ και του άρθρου 25 του Συντάγματος, που θεσπίζει την αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ από το συσχετισμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να μνημονεύεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) (Ολ. ΑΠ 43/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι, κατά την κατ' έφεση δίκη, προέβαλε την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας Κ. Σ., κατά ποσοστό 80%, διότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Από την επισκόπηση όμως των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι η τελευταία δεν προέβαλε την εν λόγω ένσταση.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ωσαύτως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι έπρεπε να εφαρμοστεί το αλβανικό δίκαιο, ως προς το ζήτημα που αφορά τη γονική μέριμνα, την επιμέλεια, την εκπροσώπηση και τη διαχείριση της περιουσίας των ανηλίκων και ανικάνων προς δικαιοπραξία τέκνων (ήδη ενηλικιωθέντων), εκτιμώμενη και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αναφέρεται στη νομιμοποίηση (ενεργητικά) ορισμένων από τους ενάγοντες, που ρυθμίζεται από τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού από την επισκόπηση των από 16.11.2005 προτάσεων της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι αυτή προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 1165/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 1165/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ