Supreme Court dismisses appeal on marital property contribution under Article 1400 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding marital property division. The appellant argued against the finding that the respondent contributed one-third to the increase in assets, specifically a flat and a house. The court rejected this claim, noting that the statutory presumption of a one-third contribution applies unless proven otherwise and that the lower court's reasoning was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticle 1400 of the Civil Code; The court established that the statutory presumption of a one-third contribution to marital asset increase applies unless the opposing party proves a different contribution level.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1249 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1249/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσούτσουρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3272/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8359/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-10-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 12-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, ορίζει ότι "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτής δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996).
Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δυο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γένννησης της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Στην αύξηση δε της περιουσίας των συζύγων υπολογίζεται και περιουσιακό στοιχείο (διαμέρισμα) που δόθηκε σ'αυτούς, υπό τους όρους και προϋποθέσεις των άρθρων 2, 4 και 14 του Ν.Δ. 2963/1954 "περί ιδρύσεως Αυτόνομου Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας"(όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 9 και 11 ΑΝ 163/1967, 3 Ν.Δ. 946/1971, άρθρο 1 ΝΔ 145/1973 και 33 Ν.2224/1994 και την ΥΑ 30727/4815/1971 ΦΕΚ Β' 6611971) και συγκεκριμένα επειδή ήσαν έγγαμοι με χρέωση της αξίας του, η πληρωμή της οποίας γίνεται σε μηνιαίες δόσεις.
Και στη περίπτωση αυτή υπάρχει συμβολή της ή του συζύγου, κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ, στην απόκτηση του παραχωρηθέντος διαμερίσματος, αφού η συμμετοχή του ενός συζύγου στη σχετική κλήρωση για την απόκτηση εργατικής κατοικίας και η εν συνεχεία παραχώρηση του κληρωθέντος διαμερίσματος έναντι μειωμένου τιμήματος, καταβλητέου σε πολυάριθμες μηνιαίες δόσεις, έγινε λόγω της ιδιότητάς του ως έγγαμου προς στέγαση της οικογένειάς του, μέλος της οποίας είναι και ο έτερος σύζυγος (βλ.
και ΑΠ 655/1998). Εξάλλου, ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωση συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνον σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, εν όψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει την δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, δικάζοντας την εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης για συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία (αγωγή) έκρινε κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο στον ... την 18-1-1976, από τον οποίο απέκτησαν το έτος 1976 την θυγατέρα τους ... και το έτος 1980 τον γιο τους ... . Ο γάμος αυτός λύθηκε δυνάμει της υπ' αριθμόν 5303/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη την 9-10-2002. Κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του με την αναιρεσίβλητη ο αναιρεσείων δεν διέθετε κανένα περιουσιακό στοιχείο, μετά δε την τέλεση αυτού και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των απέκτησε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: (1) Το έτος 1981 δυνάμει του υπ' αριθμόν ...
συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαγεωργάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, αγόρασε ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 279 τετραγωνικών μέτρων στην ... (περιοχή ...), αντί τιμήματος 190.000 δραχμών, επί του οποίου κατά τα έτη 1981 έως 1982 ανεγέρθηκε μονοκατοικία επιφανείας 85 τετραγωνικών μέτρων, το συνολικό κόστος ανέγερσης της οποίας ανήλθε στο ποσό του 1.000.000 δραχμών.
Η αγοραστική αξία του ως άνω ακινήτου (οικοπέδου και κτίσματος), κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, μη διαφοροποιηθείσα έκτοτε μέχρι του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 40.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι τούτο κείται εκτός σχεδίου πόλεως και η οικοδομηθείσα σ' αυτό οικία εξακολουθεί να είναι αυθαίρετο κτίσμα, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι έχει νομιμοποιηθεί.
2) Το έτος 1986, μετά από κλήρωση, με το από ... Πρακτικό της Επιτροπής Κληρώσεων του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και με το από 22-1-1987 Συμφωνητικό Παραχωρήσεως Χρήσεως από τον Ο.Ε.Κ. απέκτησε την χρήση του παρακάτω διαμερίσματος, στο οποίο εγκαταστάθηκαν οι διάδικοι με τα τέκνα τους από τις αρχές του έτους 1987.
Ακολούθως, με το υπ' αριθμόν ... Παραχωρητήριο του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, νομίμως μεταγραφέντος, ο αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή του διαμερίσματος αυτού, ήτοι ενός διαμερίσματος εμβαδού 101,90 τετραγωνικών μέτρων, του 4ου ορόφου, που βρίσκεται στην πολυκατοικία του στοίχου αριθμός ...
του συγκροτήματος πολυκατοικιών στον Δήμο ... επί της οδού ... . Η κτήση του ανωτέρω διαμερίσματος έγινε έναντι χαμηλοτάτου τιμήματος καταβλητέου στον Ο.Ε.Κ. λόγω του ότι ο αναιρεσείων ως έγγαμος εδικαιούτο να συμμετάσχει στην κλήρωση για την απόκτηση εργατικής κατοικίας από τον Ο.Ε.Κ. Το ως άνω τίμημα προς τον Ο.Ε.Κ.
ορίσθηκε στο ποσό των 10.026,07 ευρώ (3.416.385 δραχμές), από το οποίο έως το έτος 1998 είχε καταβληθεί συνολικά (σε δόσεις) το ποσό των 757,74 ευρώ (258.200 δραχμών), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 9.268,33 ευρώ (3.158.185 δραχμών) είναι καταβλητέο σε 230 μηνιαίες δόσεις από 40,35 ευρώ (13.750 δραχμών η κάθε μία οι 229 δόσεις και 27,69 ευρώ 9.435 δραχμές) η 230η δόση.
Το ανωτέρω διαμέρισμα αποτελούσε την συζυγική κατοικία κατά το διάστημα της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και η αξία του κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των, αλλά και αυτόν της εγέρσεως της υπό κρίση αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 90.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για διαμέρισμα που βρίσκεται σε συγκρότημα εργατικών πολυκατοικιών και ενόψει της παλαιότητας του και του ότι βαρύνεται με εγγραφή πρώτης υποθήκης για ποσό 3.158.185 δραχμών για την εξασφάλιση ισόποσης απαίτησης του Ο.Ε.Κ., απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι η αξία του εν λόγω διαμερίσματος ανήρχετο κατά τον ως άνω χρόνο στο ποσό των 122.793,20 ευρώ και γενομένου δεκτού ως εν μέρει βασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
3) To έτος 1983 περιήλθε στον αναιρεσείοντα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μετά του αδελφού του ... ένα οικόπεδο με την ευρισκόμενη σ' αυτό αποθήκη-στάβλο, κείμενο στον οικισμό της Κοινότητας ... του Νομού ... από κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα του, δυνάμει της υπ' αριθμόν ... δημοσίας διαθήκης αυτού, νομίμως δημοσιευθείσας.
Κατά την διάρκεια των ετών 1989 έως 1992 ο αναιρεσείων από κοινού με τον αδελφό του μετέτρεψαν την ανωτέρω ευρισκομένη στο οικόπεδο αποθήκη - στάβλο σε ισόγεια μονοκατοικία εμβαδού 76 τετραγωνικών μέτρων, την εξόπλισαν με οικιακές ηλεκτρικές συσκευές και την επίπλωσαν. Η δαπάνη μετατροπής του ως άνω κτίσματος σε κατοικία ανήλθε στο ποσό των 2.000.000 δραχμών και του εν γένει εξοπλισμού της σ' αυτό των 500.000 δραχμών και συνολικά σ' αυτό των 2.500.000 δραχμών ή 7.337 ευρώ.
Από το ποσό αυτό ο αναιρεσείων κατέβαλε το 1/2 (κατά τον λόγο της, μερίδας του) ήτοι το ποσό του 1.250.000 δραχμών ή 3.668 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο 1/2 του ως άνω ποσού συνέβαλε ο αδελφός του και συγκύριος του ακινήτου και με την παροχή της προσωπικής του εργασίας. Η αξία της ανωτέρω οικίας με τον εξοπλισμό της κατά τον προαναφερθέντα χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, αλλά και της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ανήρχετο στο ποσό των 36.500 ευρώ, αφαιρούμενης δε της αξίας του οικοπέδου, η οποία ανήρχετο στο ποσό των 12.500 ευρώ, η καθαρή αξία του κτίσματος με τον εξοπλισμό της οικίας ανήρχετο κατά τους ίδιους χρόνους στο ποσό των 24.000 ευρώ ή 8.178.000 δραχμών, στην μερίδα δε του αναιρεσείοντος, συγκυρίου κατά το 1/2 κατά τα προεκτεθέντα, αναλογεί το ποσό των 12.000 ευρώ.
Επίσης (συνεχίζει το Εφετείο) η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά περί τα τέλη του έτους 1990, αφού έκτοτε έπαυσαν αυτοί να έχουν κοινωνία βίου και οποιαδήποτε σχέση ως σύζυγοι, όπως δέχθηκε και η υπ' αριθ. 5303/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη και με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα κατά τα έτη 1977 έως 1987 εργαζόταν περιστασιακά ως καθαρίστρια κλιμακοστασίων, πλην του έτους 1980, οπότε γέννησε τον γιό της ... (12-3-1980) και λόγω των αυξημένων οικογενειακών υποχρεώσεών της δεν μπορούσε να εργασθεί. Από την εργασία της αυτή κέρδιζε το ποσό των 1.000 έως 1.500 δραχμών μηνιαίως κατά τα έτη 1977 έως 1979, το οποίο σταδιακά διαμορφώθηκε στο ποσό των 3.500 δραχμών μηνιαίως κατά το έτος 1985 και σ' αυτό των 4.500 δραχμών το έτος 1986, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθ. ... καρτέλα ενσήμων του Ι.Κ.Α των ετών 1985, 1986 και 1987 για τον καθαρισμό του κλιμακοστασίου πολυκατοικίας επί της οδού ... αριθ. ... . Επίσης η αναιρεσίβλητη κατά το ανωτέρω διάστημα της έγγαμης συμβίωσή της με τον αναιρεσείοντα, με εξαίρεση τα έτη 1976 και 1980, οπότε τεκνοποίησε, απασχολείτο περιστασιακά, παράλληλα με την προαναφερθείσα δραστηριότητά της ως καθαρίστριας κλιμακοστασίων και ως πωλήτρια καλλυντικών και ειδών οικιακής χρήσης. Το εισόδημα της από την απασχόληση της αυτή ανήρχετο κατά τα έτη 1977 έως 1979 κατά μέσον όρο στο ποσό των 7.500 δραχμών ετησίως, το οποίο σταδιακά διαμορφώθηκε στο ποσό των 30.000 δραχμών ετησίως κατά μέσον όρο κατά τα έτη 1981 έως 1990, και σ' αυτό των 75.000 δραχμών ετησίως κατά μέσον όρο κατά τα έτη 1991 έως 1999.
Απεδείχθη ακόμη ότι η αναιρεσίβλητη τον Οκτώβριο του έτους 1989 προσελήφθη ως μόνιμη υπάλληλος του Ιδρύματος Κοινωνικής Εργασίας και οι ετήσιες αποδοχές της από την εργασία της αυτή ανήρχοντο στα ακόλουθα ποσά. Το έτος 1989 συνολικά σε 212.121 δραχμές, το έτος 1990 συνολικά σε 946.020 δραχμές, το έτος 1991 συνολικά σε 1.231.711 δραχμές, το έτος 1992 συνολικά σε 1.407.636 δραχμές, το έτος 1993 συνολικά σε 1.708.069 δραχμές, το έτος 1994 συνολικά σε 1.925.921 δραχμές, το έτος 1995 συνολικά σε 2.243.019 δραχμές, το έτος 1996 συνολικά σε 2.428.035 δραχμές, το έτος 1997 συνολικά σε 2.616.488 δραχμές και το έτος 1998 συνολικά σε 2.782.699 δραχμές. Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) η αναιρεσίβλητη εισέπραττε από τον πατριό της ... από το 1981 και εφεξής κατ' έτος το εισόδημα που απέφερε η από αυτόν καλλιέργεια τριών αγροτεμαχίων με βαμβάκι και ελαιόδενδρα, κειμένων στην κτηματική περιφέρεια ..., το εισόδημα δε αυτό ανήρχετο, κατά μέσον όρο, στο ποσό των 150.000 δραχμών ετησίως.
Τέλος, απεδείχθη ότι η αναιρεσίβλητη κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου της με τον αναιρεσείοντα έλαβε ως βοήθημα από τους γονείς της, για τις ανάγκες της οικογένειας της, το ποσό των 300.000 δραχμών. Η αναιρεσίβλητη κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα παρείχε τις υπηρεσίες της στη συζυγική κατοικία για την φροντίδα και περιποίηση του αναιρεσείοντα συζύγου της και των τέκνων των και την καθαριότητα της οικίας των, οι υπηρεσίες της όμως αυτές δεν απεδείχθη ότι υπερέβαιναν την από το νόμο επιβαλλόμενη συνεισφορά της στα βάρη του γάμου.
Εξ ετέρου, απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων καθολη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την αναιρεσίβλητη εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων, ως μισθωτός σε εταιρεία πωλήσεως αυτοκινήτων και τις απογευματινές ώρες εργαζόταν με την ανωτέρω ειδικότητα σε συνεργεία επισκευής αυτοκινήτων. Τα καθαρά εισοδήματά του από την πρώτη του εργασία (μισθωτός σε εταιρεία) ανήρχοντο στα ακόλουθα ποσά:
Το έτος 1978 συνολικά σε 152.662 δραχμές, το έτος 1979 συνολικά σε 251.674 δραχμές, το έτος 1980 συνολικά σε 374.954 δραχμές, το έτος 1981 συνολικά σε 142.417 δραχμές, το έτος 1982 συνολικά σε 351.265 δραχμές, το έτος 1983 συνολικά σε 216.152 δραχμές, το έτος 1984 συνολικά σε 534.373 δραχμές, το έτος 1986 συνολικά σε 899.345 δραχμές, το έτος 1987 συνολικά σε 996.897 δραχμές, το έτος 1988 συνολικά σε 1.146.709 δραχμές, το έτος 1989 συνολικά σε 1.548.497 δραχμές, το έτος 1990 συνολικά σε 1.954.834 δραχμές, το έτος 1991 συνολικά σε 879.204 δραχμές, το έτος 1992 συνολικά σε 1.978.967 δραχμές, το έτος 1993 συνολικά σε 2.252.095 δραχμές, το έτος 1994 συνολικά σε 2.899.350 δραχμές, το έτος 1995 συνολικά σε 1.814.079 δραχμές, το έτος 1996 συνολικά σε 2.982.983 δραχμές, το έτος 1997 συνολικά σε 3.345.435 δραχμές, το έτος 1998 συνολικά σε 3.562.160 δραχμές.
Απεδείχθη επίσης, ότι αυτός (αναιρεσείων) καθ'όλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την αναιρεσίβλητη, πέραν της αμέσως ανωτέρω εργασίας που παρείχε ως μισθωτός, ανελάμβανε την συντήρηση και την επισκευή αυτοκινήτων ιδιωτικής πελατείας και επί πλέον εργαζόταν ως οδηγός ταξί. Το εισόδημα που αποκόμιζε από την αμέσως ανωτέρω δεύτερη απασχόληση του, κρίνεται ότι ανερχόταν στο ήμισυ των αποδοχών που ελάμβανε από την εργασία του ως μισθωτού μηχανικού αυτοκινήτων.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων αποκόμιζε καθαρό εισόδημα από την αγροτική εκμετάλλευση: α) ενός αγροκτήματος, καλλιεργούμενου με βαμβάκι, εκτάσεως 7,5 στρεμμάτων που βρίσκεται στην περιοχή ... στη θέση "...", από το έτος 1986, οπότε παραχωρήθηκε σ' αυτόν και το μερίδιο των αδελφών του και β) από την αγροτική εκμετάλλευση ενός αγροκτήματος, καλλιεργούμενου με ελαιόδενδρα που βρίσκεται στην ανωτέρω κτηματική περιφέρεια, το εισόδημα δε αυτό ανερχόταν συνολικά το έτος 1986 στο ποσό των 40.000 δραχμών ετησίως και το οποίο τα επόμενα έτη ανήλθε στο ποσό των 200.000 δραχμών ετησίως.
Τέλος, απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων εισέπραξε το έτος 1986 το ποσό των 730.000 από την κλήρωση του λαϊκού λαχείου. Με βάση αυτά, καταλήγει το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη συνέβαλε με την ανωτέρω προσφορά της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου της κατά τα προαναφερθέντα υπ' αριθ. 1, 2 και 3 περιουσιακά στοιχεία και δη κατά ποσοστό 50% για το πρώτο εξ αυτών (οικόπεδο και οικία στην ...
αξίας 40.000 ευρώ και κατά ποσοστό 33,3% (1/3) για το δεύτερο (διαμέρισμα στην ...) αξίας 90.000 ευρώ και το τρίτο (οικία στον Αγ. ... με τον εξοπλισμό της), αξίας του μεριδίου του αναιρεσείοντος μόνο της οικίας και του εξοπλισμού της (και όχι και του οικοπέδου αυτής), 12.000 ευρώ. Δικαιούται δηλαδή αυτή, υπολογιζόμενης της αξίας του ποσοστού συνεισφοράς της επί των ανωτέρω ποσών 1) ποσό 20.000 ευρώ (40.000 Χ 1/2) για το πρώτο των ως άνω ακινήτων, 2) ποσό 30.000 ευρώ για το δεύτερο (90.000 Χ 1/3) και 3) ποσό 4.000 ευρώ για το τρίτο εξ αυτών (12.000 Χ 1/3).
και συνολικά από την αιτία αυτή το ποσό των 54.000 ευρώ, από το οποίο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί την αγωγή για μεγαλύτερο ποσό, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη 44.000 ευρώ και ανεγνώρισε ότι οφείλει το υπόλοιπο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, ούτε και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο ποίο κατέληξε και το οποίο εκτίθεται σαφώς. Η παραδοχή του δε, ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε κατά το 1/3 στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος που επήλθε με την απόκτηση α) του διαμερίσματος στη ...
το 1999 και β) της οικίας με τον εξοπλισμό της στον ... κατά τα έτη 1989-1992, δεν είναι αντιφατική, δεν τελεί δηλαδή σε λογική ανακολουθία προς την παραδοχή του, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη περί τα τέλη του 1990. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την εκτίμηση ολόκληρου του περιεχομένου της αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης στην απόκτηση του δευτέρου ακινήτου (οικίας μετά του εξοπλισμού) έλαβε χώρα μέχρι την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, δηλαδή μέχρι το τέλος του έτους 1990, η δε συμβολή της στην απόκτηση του πρώτου ακινήτου (διαμερίσματος στην ...) έγκειται στο γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα συμμετοχής στην κλήρωση του 1986 για την απόκτηση του διαμερίσματος αυτού από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, γιατί τελούσε σε έγγαμη συμβίωση με την αναιρεσίβλητη και είχε δημιουργήσει με αυτήν οικογένεια, η οποία και συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για να τύχει αυτής της κρατικής στεγαστικής συνδρομής.
Εξάλλου, το Εφετείο δέχθηκε επιπλέον ότι για τις ανάγκες της οικογένειας, μέλος της οποίας ήταν και η αναιρεσίβλητη, παραχωρήθηκε σαυτόν κατά μεν τις αρχές του έτους 1987 η χρήση του διαμερίσματος (στο οποίο εγκαταστάθηκε με την αναιρεσίβλητη και τα δύο τέκνα τους), κατά δε το έτος 1999 η κυριότητα με το υπ'αριθμ ...
παραχωρητήριο του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας έναντι "χαμηλωτάτου τιμήματος", μέρος του οποίου καταβλήθηκε μέχρι το 1998, ήτοι και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Δεν ήταν δε αναγκαίο να αιτιολογείται πως η αναιρεσίβλητη συνέβαλε κατά το 1/3 στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος ως προς τα δυο αυτά περιουσιακά στοιχεία (διαμέρισμα και οικία με τον εξοπλισμό της), αφού, όπως προαναφέρθηκε, η συμβολή της αυτή κατά το 1/3 τεκμαίρεται και ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε παραδεκτά στο Εφετείο ισχυρισμό (ένσταση) περί του ότι η αναιρεσίβλητη δεν συνέβαλε καθόλου στην άνω επαύξηση της περιουσίας του ή ότι η σχετική συμβολή της ήταν μικρότερη από το ένα τρίτο, ούτε άλλωστε υπάρχει αντίστοιχη κρίση στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.10.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8359/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ