1249/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαϊου 2003 αίτηση διόρθωσης κτηματολογικού πίνακα κήρυξης απαλλοτρίωσης, άρσης του τεκμηρίου της ωφέλειας και της ένεκα αυτής επιβαλλόμενης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης προς τρίτους της αναγκαστικά απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1249/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ιδιοκτησία του που φέρει στον οικείο κτηματολογικό πίνακα τον αριθμό 164 υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση 628,22 τ.μ, λόγω συνδρομής υπέρ αυτής του τεκμηρίου της ωφέλειας από την εκτέλεση του έργου. Ζητεί δε, λόγω ανυπαρξίας ωφέλειας, τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, ώστε να αφαιρεθεί από αυτόν η έκταση που υπολογίστηκε ως αυτοαποζημιούμενη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1249 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1249/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φουφόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαϊου 2003 αίτηση διόρθωσης κτηματολογικού πίνακα κήρυξης απαλλοτρίωσης, άρσης του τεκμηρίου της ωφέλειας και της ένεκα αυτής επιβαλλόμενης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης προς τρίτους της αναγκαστικά απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Εκδόθηκε η 9799/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1,2,3,6 και 7 του ν.2971/2001, 19 παρ. 1,2,3,4 και 6 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 17 ΚΑΙ 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται, ότι ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, στην περίπτωση που δικάστηκε ερήμην στη δίκη προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, γιατί για την κλήτευσή του τηρήθηκε μόνο η διαδικασία των εδαφίων β και γ της παραγράφου 4 του άρθρου 19 του ΚΑΑΑ (τοιχοκόλληση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου στο κατάστημα του Δήμου, δημοσίευση σε εφημερίδες κ.λ.π), αλλά παραλείφθηκε η κατά το πρώτο εδάφιο της αυτής παραγράφου του ίδιου άρθρου και Κώδικα κλήτευσή του με νόμιμη επίδοση δικογράφου αίτησης, θεωρείται ότι δεν κλητεύτηκε και δεν έλαβε μέρος στη δίκη της προσωρινής αποζημίωσης, επομένως, αν πιστεύει ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση της απόφασης του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 17/2006).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών (αναιρεσείων) με την από 8-5-2003 αίτησή του προς την αρμόδια υπηρεσία του "Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ" εκθέτει ότι με την από 14-6-2002 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για δημόσια ωφέλεια, ήτοι για την εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της Μαραθώνιας Διαδρομής.
Η ιδιοκτησία του που φέρει στον οικείο κτηματολογικό πίνακα τον αριθμό 164 υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση 628,22 τ.μ, λόγω συνδρομής υπέρ αυτής του τεκμηρίου της ωφέλειας από την εκτέλεση του έργου. Ζητεί δε, λόγω ανυπαρξίας ωφέλειας, τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, ώστε να αφαιρεθεί από αυτόν η έκταση που υπολογίστηκε ως αυτοαποζημιούμενη.
Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο φορέα του έργου στις 8-5-2003, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο διμήνου από την έκδοση στις 6-12-2002 της 2369/2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων και συνεπώς είναι απορριπτέα ως εκπρόθεσμη.
Και ισχυρίζεται μεν ο αιτών, ότι δεν έλαβε μέρος στη δίκη για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, αφού για πρώτη φορά πληροφορήθηκε γι' αυτή μετά την 28-2-2003 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η ειδοποίηση παρακατάθεσης της καθορισθείσας αποζημίωσης και ότι κατά συνέπεια η αίτησή του είναι εμπρόθεσμη, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την 2369/2002 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, ο αιτών (ως 153ος των καθών) δικάστηκε ερήμην αν και είχε κληθεί να λάβει μέρος στη σχετική δίκη κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 19 παρ. 4 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων.
Πρέπει λοιπόν (άρθρο 33§ του ν. 2971/2001) να απορριφθεί η αίτηση". Υπό τα περιστατικά αυτά, ενόψει και του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι στη δίκη του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης δεν έλαβε κάποια κλήση για να παραστεί, η δε εκδοθείσα απόφαση δεν του κοινοποιήθηκε ποτέ μέχρι σήμερα ούτε διάβασε σχετικές δημοσιεύσεις για την απαλλοτρίωση αυτή σε ΦΕΚ, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα του τρόπου της νόμιμης κλήτευσης του αναιρεσείοντος στη δίκη του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και της αποδεδειγμένης γνώσης (από ορισμένη ημερομηνία) του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι αφορούν την κατά το άρθρο 33 παρ. 3 και 7 του ν. 2971/2001 εμπρόθεσμη ή μη άσκηση της ως άνω από 8-5-2003 αίτησης προς το φορέα του έργου για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης και άρα το παραδεκτό ή μη αυτής.
Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται στην προβαλλόμενη απόφαση, αν για την κλήτευσή του στη δίκη του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης τηρήθηκε η διαδικασία των εδαφίων α, β και γ της παραγράφου 4 του άρθρου 19 του ΚΑΑΑ, με νόμιμη επίδοση και του σχετικού δικογράφου της αίτησης καθορισμού προσωρινής αποζημίωσης ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και αν και πότε στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων έλαβε γνώση αποδεδειγμένα της 2369/6-12-2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο, ώστε να υπολογιστεί ανάλογα και η έναρξη της ανατρεπτικής προθεσμίας του νόμου για την άσκηση της κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 αίτησης.
Έτσι όμως δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 2971/2001, την οποία το Εφετείο παραβίασε όχι ευθέως αλλά εκ πλαγίου, στερώντας με τον τρόπο αυτό την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά την αιτίασή του από το εδάφιο 19 (κατ' ορθή εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε κατ' άρθρο 562§4 ΚΠολΔικ από τον εισηγητή, ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη και να παραπεμφθεί στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9799/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ