Supreme Court annuls appealable judgment for failure to apply contract interpretation rules under Articles 173 and 200 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a contract dispute between the appellants and the appellees. The lower court incorrectly characterized the agreement as a loan contract rather than a lease, despite evidence suggesting otherwise. The Court ruled that the First Instance Court failed to properly interpret the parties' declarations of intent by applying the mandatory rules of Articles 173 and 200 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When contract terms are ambiguous, courts must apply statutory interpretation rules to ascertain the true intent of the parties rather than relying on literal wording alone.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1248 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1248/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Υ. του Χ. και 2) Σ. Υ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Ψύρρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2013 του ίδιου Δικαστηρίου που διέταξε την εκδίκαση της υποθέσεως κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία και παρέπεμψε την εκδίκαση της υποθέσεως σε άλλη συνεδρίαση του ιδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να εφαρμοσθεί η προσήκουσα τακτική διαδικασία, 21/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και 10/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-4-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, ΑΠ 243/2019). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 5432/1932 (Α' 133) και του άρθρου 5 παρ. 1 του α.ν. 362/1945, 1 του α.ν. 944/1946, άρθρο 2 του α.ν. 1837/1951, 15 παρ. 1 του ν. 2771/1999, παρ. 1 και 3 του άρθρου 5 του ν. 2842/ 2000, 47 παρ. 1 και 2 του ν. 2859/2000 και της υπ' αριθ. 2456/3-2-2000 πράξεως του Διοικητή της ...
συνάγονται τα ακόλουθα: Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι ο νόμιμος διαχειριστής των επισήμων διαθεσίμων της Χώρας σε συνάλλαγμα και χρυσό. Στο πλαίσιο αυτής της διαχείρισης, η οποία ασκείται χάριν του δημοσίου συμφέροντος, η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί πράξεις σε συνάλλαγμα και σε χρυσό, ενώ παράλληλα ασκεί εποπτεία για την τήρηση της νομιμότητας κατά την άσκηση των ανωτέρω δραστηριοτήτων στην αγορά.
Στην εν λόγω εποπτεία δεν υπόκεινται μόνον οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις και οργανισμοί του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, αλλά και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί σχετική δραστηριότητα χωρίς άδεια. Αρχικώς η Τράπεζα είχε, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 5432/1932 και του άρθρου 5 παρ. 1 του α.ν. 362/1945, μονοπώλιο στην αγορά και πώληση χρυσών λιρών και χρυσών νομισμάτων εν γένει.
Το μονοπώλιο αυτό διατηρήθηκε με την απόφαση Συν. 1395/22.12.1965 της συσταθείσης με τον α.ν. 1015/1946 Νομισματικής Επιτροπής, με την οποία επετράπησαν οι σχετικές πράξεις σε ορισμένα άλλα πρόσωπα (χρηματιστές και πιστωτικά ιδρύματα) υπό την προϋπόθεση ότι ενεργούν για λογαριασμό της .... Ακολούθως, το μονοπώλιο μετετράπη σε ολιγοπώλιο, διότι με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2771/1999 επετράπη και στα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν εξουσιοδοτηθεί για τη διενέργεια πράξεων συναλλάγματος, η αγορά και πώληση χρυσών λιρών, χρυσών νομισμάτων εν γένει και τυποποιημένων ράβδων ή πλακών χρυσού διεθνών προδιαγραφών "για δικό τους λογαριασμό και με δικό τους κίνδυνο", υπό τους ειδικότερους όρους που θα θεσπίζει η ανωτέρω Τράπεζα.
Το ολιγοπώλιο δεν καταργήθηκε με τον ν. 2842/2000, ο οποίος με το άρθρο 1 αντικατέστησε τη δραχμή με το ευρώ, διότι ναι μεν με το άρθρο 5 του νόμου τούτου ήρθησαν γενικώς οι απαγορεύσεις συνομολόγησης υποχρεώσεων σε χρυσό ή χρυσά νομίσματα (παρ. 1), πλην η αγορά και πώληση χρυσών λιρών, χρυσών νομισμάτων εν γένει και τυποποιημένων ράβδων ή πλακών χρυσού διεθνών προδιαγραφών από άλλα πρόσωπα (εκτός της ...
και των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων) εξαρτήθηκε από τη θέσπιση σχετικού κανονιστικού πλαισίου από την εν λόγω Τράπεζα (παρ. 2), η οποία παράλληλα διατήρησε τις λοιπές αρμοδιότητές της για τη θέσπιση κανόνων στην αγορά χρυσού και για την άσκηση της σχετικής εποπτείας (παρ. 3). Με την δε υπ' αριθ. 2456/3-2-2000 πράξη του Διοικητή της ...
δεν διευρύνθηκε ο κύκλος των προσώπων, στα οποία ο νομοθέτης επέτρεψε την αγορά και πώληση χρυσών λιρών, χρυσών νομισμάτων εν γένει και τυποποιημένων ράβδων ή πλακών χρυσού διεθνών προδιαγραφών, αλλά ορίσθηκε α) ότι χρυσός αυτής της κατηγορίας "δεν χρησιμοποιείται για εμπορευματικούς ή βιομηχανικούς σκοπούς" και β) ότι οι σχετικές συναλλαγές "δύνανται να διενεργούνται με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κατοίκους και μη κατοίκους Ελλάδος, καθώς και μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων κατ' αντιστοιχία με τα ισχύοντα στη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος".
Τέλος, με το άρθρο 47 του ν. 2859/2000 ενσωματώθηκε η Οδηγία 98/80/ΕΚ στην ελληνική έννομη τάξη και απαλλάχθηκαν ορισμένες συναλλαγές σε χρυσό από τον φόρο προστιθέμενης αξίας. Η αγορά και πώληση χρυσού αυτής της κατηγορίας ("επενδυτικού χρυσού", κατά τον όρο του νόμου και της οδηγίας, ήτοι πλακών και ράβδων χρυσού συγκεκριμένων προδιαγραφών, καθώς και χρυσών νομισμάτων που περιλαμβάνονται σε κατάλογο δημοσιευόμενο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) δεν εξαιρέθηκε του ολιγοπωλίου που θεσπίσθηκε, κατά τα ανωτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2771/1999 και της ως άνω υπ' αριθ. 2456/ 3.2.2000 Πράξεως.
Συνεπώς, οι χρυσές λίρες, τα χρυσά νομίσματα εν γένει και οι τυποποιημένες ράβδοι και πλάκες χρυσού διεθνών προδιαγραφών (χωρίς εξαίρεση του "επενδυτικού χρυσού" κατά τον ως άνω όρο) είναι χρυσός που "δεν χρησιμοποιείται για εμπορευματικούς ή βιομηχανικούς σκοπούς" κατά τον ορισμό της ειρημένης Πράξεως, δηλαδή χρυσός εκτός γενικού εμπορίου και μη προοριζόμενος για μεταποίηση. Εφ' όσον δε η αγορά ή/και πώληση χρυσού αυτής της κατηγορίας ασκείται από επιχειρήσεις που δεν έχουν εξουσιοδοτηθεί για τη διενέργεια πράξεων συναλλάγματος στην Ελλάδα, είναι δραστηριότητα χωρίς την απαιτούμενη από την ισχύουσα νομοθεσία άδεια της ...''. (ΣΤΕ 3358/2017).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο τμήμα αυτού προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του α.ν. 362/1945, 15 παρ. 1 του Ν. 2771/19995, 5 παρ.1 του Ν. 2842/2000 και των διατάξεων της υπ' αριθμ.
….56/3-2-2000 Πράξεως του Διοικητική της ... και 174 ΑΚ, καθ' όσον οι ενάγοντες στηρίζουν την απαίτησή τους περί αποδόσεως ποσότητας πέντε (5) κιλών χρυσού στην περιγραφόμενη στα ιδιωτικά συμφωνητικά ένδικη σχέση, η οποία προφανώς αντιβαίνει στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, εντεύθεν είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ και συνεπώς δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, και δη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος.
Ο ανωτέρω λόγος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε, ότι "η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση και η αντίστοιχη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση, στην οποία θεμελιώνεται η ευθύνη του εναγομένου (αναιρεσείοντος) φέρει το νομικό χαρακτήρα της συμβάσεως εντόκου δανείου, με αντικείμενο ράβδους χρυσού, συγκεκριμένης ποσότητας - την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει ισομερώς στους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) υπό την έννοια της αποδόσεως σ' αυτούς χρυσού της ίδιας ποιότητας και ποσότητας και όχι της εξατομικευμένης ποσότητας χρυσού που αποτέλεσε το αντικείμενο του δανείου -" και όχι το χαρακτήρα απαγορευμένης συμβάσεως αγοράς ράβδων χρυσού, κατά τις επικαλούμενες διατάξεις, οι οποίες δεν τυγχάνουν ενταύθα εφαρμογής.
Συνεπώς, ο ως άνω δεύτερος (κατά το πρώτο τμήμα αυτού) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Συμφώνως προς την παρ. 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ - όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 - ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναιρέσεως από εκείνους που αναφέρονται στους αριθ. 1,4, 14, 16,17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.".
Η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφ' ενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφ' ετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ιδία παράγραφο λόγων αναιρέσεως (ΑΠ 287/2008).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανελέγκτως, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 208/2019).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητώς στην απόφαση, εφ' όσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικώς στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητώς στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και εμμέσως απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή αναλόγως στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της συμβάσεως, στη λήψη υπ' όψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως, στο πλαίσιο εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ' όψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της συμβάσεως, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και το πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει τη δήλωση βουλήσεως, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 176/2018).
Επίσης, ως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάστασή της, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνο αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1215/2010).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, υπό την έννοια της ευθείας κατ' αρχάς παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπ' όψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 338/2016).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο λόγο τμήμα της, τα ακόλουθα: ''...
Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως χρυσοχόος από το έτος 1967, διατηρώντας κατάστημα εμπορίας πάσης φύσεως χρυσών κοσμημάτων στην πόλη του ... και επί της οδού .... Μεταξύ των ατόμων της τακτικής πελατείας του περιλαμβανόταν και η 1η ενάγουσα και ήδη 1η εκκαλούσα, η οποία κατά καιρούς αγόραζε απ' αυτόν διάφορα χρυσά κοσμήματα, λόγω δε της πολυετούς πελατειακής σχέσης και γνωριμίας τους, αλλά και της γειτονίας τους (η τελευταία κατοικούσε στην ίδια πόλη και επί της οδού ...), είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους φιλικός και οικογενειακός δεσμός.
Περί τα τέλη του έτους 1998 η ενάγουσα, ενεργώντας τόσο ατομικώς όσο και για λογαριασμό του τότε ανήλικου υιού της, 2ου ενάγοντος και ήδη 2ου εκκαλούντος, γεννηθέντος στις 17-2-1981, του οποίου ασκούσε αποκλειστικά τη γονική μέριμνα λόγω θανάτου του πατέρα του, αποφάσισε να επενδύσει μέρος των αποταμιεύσεών τους σε χρυσό και για το λόγο τούτο, στις 15-12-1998, αγόρασε μέσω του εναγομένου χρυσό σε ράβδους, καθαρότητας 22 καρατίων, βάρους τριών (3) κιλών και αξίας 9.320.000 δραχμών (€ 27.351,44).
Από την ποσότητα αυτή ο τελευταίος της παρέδωσε μόνο το ένα (1) κιλό, ενώ τα υπόλοιπα δύο (2) κιλά, αξίας 6.213.333 δραχμών (9.320.000 X 2/3), που ανήκαν στην ίδια και στον υιό της κατ' ίσα μέρη (ένα κιλό στον καθένα), συμφώνησαν, την ίδια ημερομηνία, να παραμείνουν στην κατοχή του εναγομένου για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, προκειμένου αυτός να τα χρησιμοποιήσει και να τα εκμεταλλευτεί για τις ανάγκες της εμπορίας του, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση αφενός μεν να καταβάλλει ως αντάλλαγμα το ποσό των 74.368 δραχμών (€ 218,25) μηνιαίως και αφετέρου να αποδώσει την ποσότητα του χρυσού κατά τη λήξη της τριετίας.
Επειδή, όμως, ο εναγόμενος δεν κατασκεύαζε χρυσά κοσμήματα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και κατέθεσε, εξάλλου, η κόρη του, εξεταζόμενη ως μάρτυρας, παρά μόνο πωλούσε και επισκεύαζε κοσμήματα από χρυσό, συμφωνήθηκε ότι θα παρέδιδε την ποσότητα των 2 κιλών χρυσού σε τρίτο πρόσωπο με προφανή σκοπό τη μεταποίηση του χρυσού σε κοσμήματα, τα οποία στη συνέχεια θα πωλούσε ο ίδιος μέσω του καταστήματος του προς χάριν της εμπορίας του, ωφελούμενος από τη μεγαλύτερη μεταπωλητική αξία του χρυσού υπό τη μορφή κοσμημάτων.
Προς πίστωση των ανωτέρω συνετάγη το από 15-12-1998 "ιδιωτικό συμφωνητικό" - όπου φέρεται ως συμβαλλόμενος, εκπροσωπούμενος από τη μητέρα του, και ο τότε ανήλικος 2ος ενάγων - στο οποίο, αν και δεν χαρακτηρίζεται νομικά η συνδέουσα τους διαδίκους συμβατική σχέση, εντούτοις περιγράφονται οι όροι της και συγκεκριμένα αναφέρεται επί λέξει, μεταξύ άλλων, ότι "..Τα υπόλοιπα 2 κιλά (kgr) χρυσό οι κάτωθι υπογεγραμμένοι από κοινού αποφάσισαν να εκμισθώνει ο συμβαλλόμενος με προσήκοντα τρόπο σε τρίτον μισθωτή και με υποχρέωση να καταθέτει στο λογαριασμό τραπέζης...
της αντισυμβαλλόμενης το ποσό των 74.368 δρχ. κάθε 15η (δεκάτη Πέμπτη) του μηνός για διάστημα 3 ετών από την κατάρτιση του παρόντος συμφωνητικού. Μετά την πάροδο της ανωτέρω τριετίας, αίρεται η υποχρέωση του συμβαλλόμενου για καταβολή του ποσού των 74.368 δρχ. κάθε 15η του μηνός στον τραπεζικό λογαριασμό ... της αντισυμβαλλόμενης.
Ταυτόχρονα δημιουργείται η υποχρέωση να αποδώσει ο συμβαλλόμενος τα 2 κιλά (kgr) χρυσό που έως τότε εκμίσθωνε σε τρίτον, στην κυρία αντισυμβαλλομένη". Από τη διατύπωση του παραπάνω κειμένου, του οποίου η έγγραφη αποτύπωση έλαβε χώρα ιδιοχείρως από την κόρη του εναγομένου καθ' υπαγόρευση των ενήλικων τότε διαδίκων, όπως η ίδια κατέθεσε, συνάγεται ότι η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση και η αντίστοιχη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση φέρει το νομικό χαρακτήρα της σύμβασης έντοκου δανείου, έχουσας ως υλικό αντικείμενο χρυσό, ποσότητας 2 κιλών, την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει ισομερώς στην ενάγουσα και στον εκπροσωπούμενο απ' αυτήν υιό της υπό την έννοια της απόδοσης σ' αυτούς χρυσού της ίδιας ποιότητας και ποσότητας και όχι της εξατομικευμένης ποσότητας χρυσού που αποτέλεσε το αντικείμενο του δανείου, καθόσον η τελευταία αυτή ποσότητα χρυσού προοριζόταν για παράδοση (εκμίσθωση κατά τη διατύπωση του συμφωνητικού) σε τρίτο πρόσωπο, όχι προς το σκοπό της χρησιμοποίησής του κατά τρόπο που να μην επέρχεται ανάλωση και αλλοίωση της μορφής του (π.χ.
έκθεση σε προθήκη καταστήματος), αλλά προς επεξεργασία (λιώσιμο) και μεταποίηση αυτού σε κοσμήματα με περαιτέρω σκοπό την εκποίηση, σύμφωνα και με την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων. Πριν τη λήξη της τριετούς διάρκειας του δανείου και συγκεκριμένα στις 9-4-2001 η 1η ενάγουσα, ενεργώντας τόσο ατομικώς όσο και για λογαριασμό του μη έχοντος ακόμη ενηλικιωθεί 2ου ενάγοντος, αγόρασε μέσω του εναγομένου και άλλη ποσότητα χρυσού, καθαρότητας 22 καρατίων, βάρους τριών (3) κιλών και αξίας 11.001.000 δραχμών (€ 32.284,68), ακολούθως δε, στις 14-4-2001, οι διάδικοι (ο 2ος ενάγων εκπροσωπούμενος από την 1η ενάγουσα) κατήρτισαν και νέο "ιδιωτικό συμφωνητικό", βάσει του οποίου ο εναγόμενος θα κρατούσε για τις ανάγκες της εμπορίας του (προς εκμίσθωση σε τρίτο, όπως αναγράφεται στο συμφωνητικό) την ανωτέρω νέα αγορασθείσα ποσότητα χρυσού των τριών (3) κιλών, που ανήκε στους ενάγοντες κατ' ίσα μέρη (ενάμισι κιλό στον καθένα), μαζί με την προηγούμενη ποσότητα χρυσού των δύο (2) κιλών για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την ημερομηνία της συμφωνίας αυτής, αναλαμβάνοντας ο τελευταίος την υποχρέωση αφενός μεν να καταβάλλει ως αντάλλαγμα το ποσό των 120.000 δραχμών (€ 352,17) μηνιαίως για τα τρία (3) κιλά χρυσού και των 74.360 δραχμών (€ 218,22) για τα δύο (2) κιλά χρυσού και αφετέρου να επιστρέψει τη συνολική ποσότητα χρυσού των πέντε (5) κιλών κατά τη λήξη της συμβατικής σχέσης.
Στο παραπάνω συμφωνητικό χρησιμοποιήθηκε αυτούσια η διατύπωση του προγενέστερου από 15-12-1998 συμφωνητικού για την περιγραφή της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας σύμβασης, που επίσης έφερε το νομικό χαρακτήρα της σύμβασης έντοκου δανείου, προσαρμοσθείσας όμως στα νέα δεδομένα, ιδίως σε σχέση με την ποσότητα του χρυσού που αποτέλεσε αντικείμενο της νέας σύμβασης, το ποσό που θα κατέβαλε μηνιαίως ο εναγόμενος και τη διάρκεια της σύμβασης, κατά τα εκτεθέντα.
Επίσης, περιλήφθηκε ρητή συμφωνία "ακύρωσης" του προηγούμενου από 15-12-1998 συμφωνητικού, καθόσον τα συμβληθέντα μέρη θέλησαν από την κατάρτιση του νέου από 14-4-2001 "ιδιωτικού συμφωνητικού" να δεσμεύονται πλέον συμβατικά μόνο με βάση αυτό για το σύνολο της ποσότητας χρυσού των πέντε (5) κιλών, που αποτέλεσε αντικείμενό της και κατ' αυτόν τον τρόπο επήλθε ανανέωση της ενοχής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 436 ΑΚ.
Επομένως, με το από 14-4-2001 συμφωνητικό συνήφθη ενιαία σύμβαση έντοκου δανείου ορισμένης χρονικής διάρκειας για ποσότητα πέντε (5) κιλών χρυσού με τους συμβατικούς όρους που ήδη αναφέρθηκαν και ως εκ τούτου η υποχρέωση του εναγομένου για απόδοση της δανεισθείσας ποσότητας χρυσού κατά τη λήξη του δανείου, που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής, κρίνεται με βάση αυτή τη σύμβαση και μόνο ...''.
Ακολούθως, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 2-2-2015 έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε δέχθηκε την αγωγή, και υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να αποδώσει σε καθέναν από τους ενάγοντες χρυσό, καθαρότητας είκοσι δύο καρατίων, βάρους δυόμισι κιλών..
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο παρεβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις ΑΚ 173 και 200, τόσο διότι δεν προσέφυγε σε αυτούς, μολονότι επί της ουσίας προχώρησε σε ερμηνεία των όρων των από 15-12-1998 και 14-4-2001 ιδιωτικών συμφωνητικών, όσο και διότι κατέληξε σε ερμηνευτικό πόρισμα που δεν είναι σύμφωνο με την αληθή βούληση των μερών και την καλή πίστη.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν δέχθηκε μεν ευθέως ότι στις ως άνω έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων υπήρχε κενό και αμφιβολία ως προς τη νομική φύση των συναφθεισών συμβάσεων, έμμεσα όμως προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη τέτοιου κενού και αμφιβολίας, εφ' όσον για να στηρίξει την κρίση του για το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων κατέφυγε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται ανωτέρω, καθώς και σε επιχειρήματα.
Συγκεκριμένως, το δικαστήριο καίτοι δέχθηκε ότι οι συμφωνίες των μερών, ο οποίες αποτυπώθηκαν στα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά, προέβλεπαν ότι ο εναγόμενος, θα προέβαινε, για λογαριασμό των εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων, σε αγορά ράβδων χρυσού (δύο και τριών και συνολικώς πέντε κιλών) και ακολούθως θα εκμισθώνει τις ράβδους αυτές σε τρίτο μισθωτή, με την υποχρέωση να καταβάλλει σε λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων συγκεκριμένο χρηματικό ποσό μηνιαίως, εν τούτοις, ερμηνεύοντας αυτές, έκρινε ότι η επί τη βάσει αυτών συναφθείσα, μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως εντόκου δανείου και όχι τον τοιούτο της συμβάσεως μισθώσεως πράγματος, την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες για να θεμελιώσουν τις ένδικες αξιώσεις τους.
Προκύπτει όθεν, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, που το ανάγκασαν να προβεί στην ερμηνεία τους. Πλην, το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων αναζητώντας την αληθή βούλησή τους χωρίς προσήλωση στις λέξεις και να ερμηνεύσει τις επί μέρους συμφωνίες, που καταχωρίσθηκαν σε αμφότερα τα καταρτισθέντα και μνημονευόμενα έγγραφα, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπ' όψη και των συναλλακτικών ηθών.
Μετά τη διαπίστωση αυτή, κρίνεται ότι έπρεπε για την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων για το κενό και αμφίβολο σημείο της συμβάσεως, που καταρτίστηκε, να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και τους θεσπιζόμενους ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως υπό του παρόντος Δικαστηρίου, εφ' όσον με το αναιρετήριο διώκεται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 10/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο, που αυτός κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Οκτωβρίου 2019.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ