1248/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1248/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειρήσθω ενταύθα, ότι μετά την αντικατάσταση του ανωτέρω άρθρου από το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772/2009 και εκ νέου με το άρθρο 30 του Ν. 4251/2014, τιμωρούνται με ποινές καθείρξεως, μεταξύ άλλων, και αυτοί που παραλαμβάνουν υπηκόους τρίτων χωρών από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1248 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1248/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου I. G. του Y., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.297/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του αναίρεσης, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 20 Οκτωβρίου 2015, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1156/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση των αναφερομένων στο σκεπτικό ελαφρυντικών περιστάσεων, καθώς και κατά την περί της ποινής διάταξή της και να παρεπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που πρέπει να αναιρεθεί και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 3386/2005, ως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772 της 8/10-7-2009 και εν προκειμένω εφαρμόζεται, "πλοίαρχοι..... ή και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο αν η μεταφορά ενεργείται κατ’ επάγγελμα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι: 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια ή από αυτά προς το έδαφος Κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, 2) για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού, μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος (ΑΠ 780/2015, ΑΠ 362/2015, ΑΠ 391/2015, 1162/2014, 858/2014).
Ειρήσθω ενταύθα, ότι μετά την αντικατάσταση του ανωτέρω άρθρου από το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772/2009 και εκ νέου με το άρθρο 30 του Ν. 4251/2014, τιμωρούνται με ποινές καθείρξεως, μεταξύ άλλων, και αυτοί που παραλαμβάνουν υπηκόους τρίτων χωρών από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη. Από τη σύγκριση της προϊσχύσασας με την ισχύουσα διάταξη του ανωτέρω νόμου, προκύπτει, ότι με την πρώτη διάταξη τιμωρείται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και η διευκόλυνση της μεταφοράς ή προωθήσεως των λαθρομεταναστών, ενώ με την τελευταία διάταξη τιμωρείται και η διευκόλυνση της μεταφοράς αυτών χωρίς να αναφέρεται και η διευκόλυνση της προωθήσεως.
Η μη αναφορά της διευκολύνσεως της προωθήσεως δεν έγινε με σκοπό να μην τιμωρείται αυτή, αλλά έγινε για την αρτιότερη διατύπωση του νόμου. Συγκεκριμένα η μεταφορά λαθρομεταναστών από τόπου εις τόπον στην Ελλάδα εμπεριέχει και την προώθησή τους ως σκοπό και αναγκαία συνέπεια της μεταφοράς και έτσι οι δύο αυτοί όροι (μεταφορά και προώθηση) είναι ταυτόσημοι και η αναφορά και των δύο συνιστά περιττή ταυτολογία, την οποία απέφυγε ο νομοθέτης με τη νέα διατύπωση (ΑΠ 733/2015).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2005). Ακόμη, η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 27 παρ.1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ` αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο δηλαδή δόλο, ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην ύπαρξη τέτοιου δόλου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 297/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτήν (απόφαση) κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ότι απεδείχθησαν τα εξής, κατά λέξη: "στις 19-9-2008 και περί ώρα 04.30 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου εκινείτο επί της Εθνικής Οδού Ιωαννίνων - Κοζάνης. Όταν έφθασε στο … χιλιόμετρο της εθνικής αυτής κατά τον γενόμενο έλεγχο από άνδρες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Δελβινακίου και του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Κόνιτσας, ανέπτυξε ταχύτητα και παρά την καταδίωξη των αστυνομικών διέφυγε τη σύλληψη, πλην όμως διαπιστώθηκε ότι είχε επιβιβάσει στο αυτοκίνητό του τέσσερις αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο επιβίβασε στο αυτοκίνητό του τους:
1) G. K. του F., 2) Ο. F. του I., 3) Ο. A. του I.
4) K. H. του S., αλβανούς υπηκόους, αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα από αφύλακτο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, περιοχής Ιωαννίνων, και τους οποίους είχε παραλάβει προηγουμένως από άγνωστο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου και τους προωθούσε στο εσωτερικό της χώρας, με προορισμό την Αθήνα.
Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της παράνομης προώθησης στην ελληνική επικράτεια αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα.". Στη συνέχεια το δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, και αφού αναγνώρισε την συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων, τον καταδίκασε σε ανασταλείσα επί τριετία συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (120 μηνών.
Ειδικότερα τον εκήρυξε ένοχο, επί λέξει, του ότι: "στο … χλμ της Ε.Ο. Ιωαννίνων-Κοζάνης την 19.09.2008 και περί ώρα 04.30’ , ως οδηγός του μεταφορικού μέσου προώθησε τη μεταφορά αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ως οδηγός του με αριθμό ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου του, μάρκας Opel Vectra, επιβίβασε σ’ αυτό τους:
1) G. K. του F., 2) Ο. F. του I., 3) Ο. A. του I.
4) K. H. του S., αλβανούς υπηκόους, αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα από αφύλακτο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, περιοχής Ιωαννίνων, και τους οποίους είχε παραλάβει προηγουμένως από άγνωστο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, όμως έγινε αντιληπτός από άνδρες του Β’ Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Δελβινακίου και του Τ.Σ.Φ.
Κόνιτσας και σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο, διέφυγε της σύλληψης.". Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ.
α’ του Ν. 3386/2005, ως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772 /2009, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, το δικαστήριο, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό και χωρίς εντελώς τυπική αιτιολογία, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, με τις παραδοχές στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων, αφού παρέλαβε από άγνωστο και αφύλακτο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου τους ανωτέρω παρανόμως εισελθόντες στο έδαφος της Χώρας από το σημείο αυτό, αλβανούς υπηκόους, τους επιβίβασε στο ως άνω αυτοκίνητό του με σκοπό να τους μεταφέρει στην Αθήνα και ότι στο … χλμ της Ε.Ο.
Ιωαννίνων-Κοζάνης την 19.09.2008 και περί ώρα 04.30’ , έγινε αντιληπτός από άνδρες του Β’ Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Δελβινακίου και του Τ.Σ.Φ. Κόνιτσας και σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο, διέφυγε της σύλληψης, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες της εκ μέρους του (αναιρεσείοντα) διευκόλυνσης προώθησης στο εσωτερικό της χώρας των εν λόγω παρανόμως εισελθόντων στο έδαφος της Χώρας αλλοδαπών καθώς και το δόλο αυτού, συνιστάμενο αφ’ ενός μεν στο ότι εγνώριζε ότι οι αλλοδαποί αυτοί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, γεγονός το οποίο σαφώς προκύπτει από το σύνολο των αναφερομένων στην προσβαλλομένη ενεργειών αυτού, ήτοι από το να μη στέρξει στον προαναφερόμενο αστυνομικό έλεγχο, σταματώντας το αυτοκίνητο που οδηγούσε και επέβαιναν οι ως άνω αλλοδαποί, αλλά να διαφύγει για να αποφύγει την σύλληψη, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες συνθήκες παραλαβής και προώθησης των ανωτέρω αλλοδαπών λαθρομεταναστών, ήτοι παραλαβής τους από αφύλακτο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου και μεταφοράς τους νυκτερινές ώρες, αφ’ ετέρου δε στην θέλησή του να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας μεταφέροντας τους με το αυτοκίνητό του, στους οποίους τους είχε επιβιβάσει, στην Αθήνα.
Παράθεση επί πλέον στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των συγκροτούντων την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος περιστατικών. Περαιτέρω, για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντα ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά και συγκεκριμένα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος, δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή ο προσδιορισμός ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του (δικαστηρίου) κρίσεως.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση της μη παραθέσεως στην προσβαλλομένη απόφαση της απαιτούμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την γνώση από τον αναιρεσείοντα του παρανόμου της εισόδου των ως άνω αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η επιβαλλομένη, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως, που σε περίπτωση αναγνωρίσεως της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Β’ του ιδίου Κώδικα.
Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την καταχώριση στα πρακτικά κάθε δηλώσεως των εξεταζομένων ή αυτών που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν αντίκειται στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ’ αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά.
Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής αποφάσεως και μόνο μαζί με αυτήν. Κατά δε την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 141 του ΚΠΔ, τα πρακτικά τηρούνται συνοπτικά και πρέπει να περιέχουν εκτός των άλλων τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ, όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από το δικαστήριο την καταχώριση στα πρακτικά δηλώσεώς του, από την οποίαν εξαρτά συμφέρον και αυτό αρνήθηκε ή απέρριψε παρά το νόμο σχετικό του αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία (πρακτικά) δεν διορθώθηκαν ούτε προβάλλονται ως πλαστά και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά κατά το άρθρο 141 παρ.3 του ΚΠΔ, διαλαμβάνεται επί λέξει ότι: "Ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου παρέδωσε έγγραφους ισχυρισμούς προς καταχώρηση στα πρακτικά, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά.
Οι ισχυρισμοί δε έχουν ως εξής: 1) Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ Π.Κ. και 2) ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε’ Π.Κ.". Όπως, όμως, προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι, σημειωτέον, στην συνέχεια και μέχρι πέρατος της δίκης δεν συμπληρώθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο, όπως επίσης προκύπτει από τα αυτά πρακτικά της, ήταν παντελώς αόριστοι, αφού αναφέρονται απλώς οι νομικές διατάξεις, που προβλέπουν τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις χωρίς, επίσης παντελώς, να γίνεται επίκληση περιστατικών και επομένως, κατά τα προαναφερόμενα το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει.
Παρ’ όλα αυτά στους ισχυρισμούς αυτούς το δικαστήριο εκ περισσού απάντησε και τους απέρριψε με την αιτιολογία, ότι "...πρέπει όμως να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης του (αρθ. 84 παρ. 2α και ε ΠΠΚ) καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων".
Ως εκ τούτων και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη αρχή της παρούσης σκέψεως, ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η περαιτέρω αιτίαση, που ο αναιρεσείων προβάλει, ότι υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ εδ. β’ του ΚΠοινΔ, συνιστάμενος στο ότι το δικαστήριο παρά το νόμο απέρριψε σιγή το αίτημά του να καταχωρηθούν στα πρακτικά, καθ’ όλο το περιεχόμενό τους, οι ανωτέρω περί των ελαφρυντικών περιστάσεων αυτοτελείς ισχυρισμοί του, χωρίς περαιτέρω να ισχυρίζεται, ότι ζήτησε την καταχώριση στα πρακτικά της περί των ισχυρισμών του αυτών δηλώσεώς του από την διευθύνουσα τη συζήτηση και, μετά την άρνηση της τελευταίας, ότι το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε, δεν απήντησε ή αρνήθηκε αδικαιολογήτως να απαντήσει, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 469 από 26-2-2016 δήλωση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), και τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την επιδοθείσα την 20-10-2015 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. 1808 από 19-10-2015 δήλωση του I. G. του Y., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 297/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ