Legislator Case Law & Legislation
1248/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding excessive wage claims by employees.

Case Number 1248/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Piraeus Bank against a Thessaloniki Court of First Instance judgment. The bank argued that the employees' claims for back wages were excessive and abusive, yet the lower court ruled that their demands for unpaid wages and arrears were not abusive. The court upheld this decision, confirming that the employees' continuous pursuit of their rights through multiple lawsuits and enforcement actions prevented the claims from being deemed abusive despite the employer's financial difficulties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 325, 329, 353, 656 of the Civil Code; Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure: The exercise of the right to claim unpaid wages and arrears is not considered abusive merely because the employer faces financial difficulties or has other prior claims, provided the employees have actively pursued their rights through legal proceedings.

Keywords

AI generated
abusive litigation unpaid wages labor disputes excessive claims enforcement proceedings employee rights financial insolvency

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 325 of the Civil Code
Article 329 of the Civil Code
Article 353 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1248 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1248/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Λοκρίδου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Θ. Τ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... 2. Θ. συζ. Ν. Δ., το γένος Α. Ο., κατοίκου ..., 3. Σ. Δ. του Δ., Π. Σ., κατοίκου ... 4. Ε. Κ. του Α. συζ. Γ. Α., κατοίκου ... 5. Π. συζ. Α. Τ., το γένος Π., κατοίκου ..., 6. Σ. χήρας Γ. Τ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 7. Π. συζ. Κ. Κ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς τη Συμβολαιογράφο Σερρών κ. Β. Γ. - Π., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-4-2007, 22-5-2007, 11-5-2007 και 14-5-2007 ανακοπές που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1910/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 27-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου αναίρεσης και κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό και 2) την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ... /20-5-2014, ... /20-5-2014, .../25-5-2014, ... 21-5-2014, ... /22-5-2014, ... /22-5-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή Σερρών Α. Γ. και το υπ’ αριθ. .../17-6-2014 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή Α. του Ειρηνοδικείου Ράτινγκεν Γερμανίας, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει ή επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε κάθε μία αναιρεσίβλητη.

Οι αναιρεσίβλητες όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία τους σαν να ήσαν παρούσες (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση και έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτείται επίκληση, και μάλιστα ειδικώς για κάθε προσκομιζόμενο αποδεικτικό μέσο. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του, με αναφορά των προσδιοριστικών του στοιχείων. Η αναγκαία σχετική επίκληση των εγγράφων, πρέπει να έχει γίνει με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ελέγχεται δε η επίκληση αυτή από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης, απορριπτικής της προβληθείσης από την ίδια πρωτοβαθμίως και επαναφερθείσης με λόγο εφέσεως ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη τα υπ’ αριθμ. .../20-4-2007 και .../23-4-2007 έγγραφα του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ-ΚΠΑ … αντίστοιχα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι οι αναιρεσίβλητες εργαζόμενες καταταγείσες προνομιακώς και τυχαίως στον ανακοπτόμενο πίνακα κατατάξεως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχαν εργασθεί σε άλλους εργοδότες ή είχαν λάβει επίδομα ανεργίας ή είχαν συνταξιοδοτηθεί.

Όμως, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι η επίκληση των ως άνω εγγράφων δεν ήταν σαφής και ορισμένη, εφόσον αυτή επικαλέσθηκε απλώς "απαντητικές επιστολές του ΟΑΕΔ και του ΙΚΑ", χωρίς καμία αναφορά των προσδιοριστικών στοιχείων των επιστολών αυτών ώστε να καθορίζεται σαφώς η ταυτότητα τους και να είναι δυνατόν να διακριβωθεί για ποια ακριβώς έγγραφα πρόκειται.

Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ο ως άνω αναιρετικός λόγος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ "H άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (και εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα όμως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ή όταν ο μισθωτός, για να λάβει τον μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη, παραμένει με την θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει αδικαιολογήτως και κακοβούλως να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, ενώ μπορεί εύκολα να ανεύρει και να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι τα επτά φυσικά πρόσωπα - αναιρεσίβλητες προσλήφθησαν από την καθ’ ης η εκτέλεση εταιρία με την επωνυμία "... A.B.E.E. Ετοίμων Ενδυμάτων" και εργάσθηκαν στο κείμενο στην βιομηχανική περιοχή των … εργοστάσιό της, κατά λέξη, "...

μέχρι τις 30-7-1999 η πρώτη, η δεύτερη και η έκτη, μέχρι τις 30/5/1999 η τέταρτη, μέχρι το έτος 1999 η πέμπτη και μέχρι τις 30/3/1999 η έβδομη. Οι εν λόγω καθ’ ων η ανακοπή, επειδή η καθ’ ης η εκτέλεση επί σειρά πολλών μηνών δεν τους κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις ληξιπρόθεσμες από την αιτία αυτή αξιώσεις, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας κατ’ άρθρο 325 ΑΚ, με αποτέλεσμα η καθ’ ης η εκτέλεση να περιέλθει έκτοτε σε κατάσταση υπερημερίας.

Το δικαίωμα επισχέσεως οι καθ’ ων το άσκησαν κατά το έτος 1999, με τις από 7-10-1999, 4-10-1999, 30-6-1999, 10-11-1999, 5-10-1999, 5-10-1999 και 28-9-1999 εξώδικες δηλώσεις τους, που επιδόθηκαν νόμιμα στην εργοδότρια εταιρία. Προς ικανοποίηση, μάλιστα, της απαιτήσεως τους ζήτησαν, με την από 4-5-2001 αγωγή τους, τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους μέχρι την άσκηση από έκαστη εξ αυτών του δικαιώματος επισχέσεως και τις αποδοχές τους λόγω υπερημερίας της καθ’ ης η εκτέλεση από την επομένη της επίδοσης των εξώδικων δηλώσεών τους περί επισχέσεως εργασίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 214/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δέχθηκε την αγωγή κατ’ ουσίαν και επιδίκασε στις καθ’ ων η παρούσα τόσο τις δεδουλευμένες αποδοχές τους όσο και τις αποδοχές λόγω υπερημερίας μέχρι του μηνός Απριλίου 2001. Εν συνεχεία, με την από 31-10-2003 αγωγή τους οι καθ’ ων ζήτησαν τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 40/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δέχθηκε αυτή (αγωγή) και επιδίκασε στις ενάγουσες τις αποδοχές λόγω υπερημερίας της καθ’ ης η εκτέλεση μέχρι και τον Οκτώβριο του 2003. Οι ως άνω εργαζόμενες, με εκτελεστό τίτλο την παραπάνω απόφαση, επέσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση και επέβαλλαν αναγκαστική κατάσχεση στο βιομηχανικό ακίνητο της οφειλέτριας εταιρίας, δυνάμει της .../2006 κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Α.

Β. - Γ. και ορίσθηκε πλειστηριασμός για την 4-10-2006. Ο εν λόγω πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε καθόσον έγινε δεκτή με την 1196/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών η από 25-9-2006 ανακοπή για διόρθωση της αξίας του ακινήτου και της τιμής πρώτης προσφοράς, που άσκησε η δανείστρια της καθ’ ης η εκτέλεση και ήδη εφεσίβλητη - ανακόπτουσα "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." και ορίσθηκε πλειστηριασμός για την 1-11-2006 και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../2006 Α’ επαναληπτική περίληψη της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας.

Αλλά την ως άνω ημεροχρονολογία ήδη είχε ορισθεί πλειστηριασμός του ίδιου ακινήτου και από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", η οποία και είχε επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση με βάση την από 10-11-2005 επιταγή κατά τις διατάξεις του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και η τελευταία με την από 20-10-2006 αίτηση προτίμησης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) ζήτησε να προτιμηθεί και να διαταχθεί η διενέργεια του πλειστηριασμού με επίσπευση της ίδιας και να ανασταλεί ο για την ίδια ημέρα επισπευδόμενος πλειστηριασμός από τις καθ’ ων η αίτηση - εργαζόμενες.

Έτσι ... ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με επίσπευση της παραπάνω Τράπεζας. Οι εργαζόμενες ακολούθως, με την από 31-10-2006 αγωγή τους ζήτησαν τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας, ήτοι από τον Νοέμβριο του 2003 έως και τον Οκτώβριο του 2006, καθώς και τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας της άνω χρονικής περιόδου λόγω υπερημερίας της καθ’ ης η εκτέλεση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 59/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δέχθηκε αυτήν (αγωγή) και επιδίκασε στις καθ’ ων αποδοχές μισθών υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας, δεν προέκυψε δε ότι η ως άνω απόφαση τελεσιδίκησε, καθόσον ουδόλως οι ως άνω καθ’ ων προβάλλουν τέτοιο ισχυρισμό.

Περαιτέρω, ... οι 1-7 των καθ’ ων αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για όλες τις ερειδόμενες στις ανωτέρω αιτίες απαιτήσεις τους, οι οποίες ουδόλως είχαν ικανοποιηθεί. Με τον προσβαλλόμενο πίνακα κατετάγησαν προνομιακώς για τις προκύψασες κατά την τελευταία διετία πριν τον πλειστηριασμό της 1-11-2006 απαιτήσεις τους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ως εξοπλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και δη ως απορρέουσες από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Η ανακόπτουσα τράπεζα με τον δεύτερο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι οι απαιτήσεις των καθ’ ων 1-7 η ανακοπή είναι ανύπαρκτες, καθόσον με σιωπηρή αντίθετη συμφωνία της εργοδότριας εταιρίας και των άνω εργαζομένων λύθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εκάστης ήδη από το έτος 2003...

Όπως όμως αποδείχθηκε μετά την επίσχεση εργασίας, που άσκησαν οι προαναφερθείσες καθ’ ων, που εργάζονταν ως γαζώτριες στην επιχείρηση της καθ’ ης η εκτέλεση εταιρίας, δεν επήλθε λύση της εργασιακής σχέσης, αφού η εργοδότρια εταιρία δεν κατήγγειλε, όπως ευχερώς μπορούσε να πράξει, τις εργασιακές συμβάσεις, αλλά συνέχισε να είναι υπερήμερη, καθόσον ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας και γίνεται υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου, εφ’ όσον αποκρούει την προσφορά τους χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως αυτής.

Έτσι οι εργαζόμενες επεδίωξαν και πέτυχαν την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων, ενώ αποδείχθηκε ότι, λόγω της υπερημερίας της εργοδότριας εταιρίας, οφείλονται στις παραπάνω οι αποδοχές για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2004 μέχρι και 31-10-2006, καθώς και τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας...

Δηλαδή, αποδεικνύεται, ότι για το ως άνω χρονικό διάστημα οι προαναφερθείσες έχουν απαίτηση κατά της καθ’ ης η εκτέλεση συνολικού ποσού 20.521,20 ευρώ εκάστη ... Το ως άνω εξ άλλου ποσόν για κάθε μία των καθ’ ων η ανακοπή... τους επιδικάσθηκε με την προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 59/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία και δεν προέκυψε αν έχει καταστεί τελεσίδικη ...

Επίσης από την άσκηση των τριών ως άνω αγωγών από τις εργαζόμενες αποδεικνύεται το αβάσιμο του ισχυρισμού της ανακόπτουσας Τράπεζας ότι με σιωπηρή αντίθετη συμφωνία της εργοδότριας εταιρίας και των άνω εργαζομένων λύθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εκάστης ήδη από το έτος 2003. Ενόψει αυτών, οι αμφισβητούντες την εν λόγω απαίτηση των εκκαλούντων-καθ’ ων δεύτερος λόγος και κατά το πρώτο σκέλος του της υπ’ αριθμ.

κατάθεσης .../23-4-2007 ανακοπής της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ"... πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι... Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι η αξίωση των καθ’ ων για προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεών τους των προερχομένων από μισθούς υπερημερίας των ετών 2004-2006 λόγω επίσχεσης εργασίας ασκηθείσας από το έτος 1999 ασκείται κατά κατάχρηση του δικαιώματος τους, όπως ισχυρίζεται η πρώτη εφεσίβλητη - ανακόπτουσα Τράπεζα...

Ειδικότερα, η εν λόγω ανακόπτουσα ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε, ούτε και εξέτασε μάρτυρα προς απόδειξη του λόγου αυτού της ανακοπής της, ενώ αντίθετα από όσα παραπάνω εκτέθηκαν προέκυψε ότι οι εκκαλούσες - εργαζόμενες άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας (αρθρ. 325 ΑΚ), για τη μη καταβολή των ληξιπροθέσμων μισθών, υπερημερίας από την καθ’ ης η εκτέλεση - εργοδότρια εταιρία, η υπερημερία δε αυτής,...

δεν έπαυσε, αφού δεν καταβλήθηκαν τα οφειλόμενα, ενώ με την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης δεν λύθηκαν οι εργασιακές συμβάσεις, καθόσον η εργοδότρια εταιρία δεν τις κατήγγειλε. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθείσες εργαζόμενες κατά το παραπάνω διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη τους, παρέλειψαν από οκνηρία ή κακοβουλία να προσφέρουν αλλού εργασία ως γαζώτριες ή άλλη παρεμφερή σχετική με τα προσόντα τους, με ανάλογες αποδοχές, αφού, η άνω ανακόπτουσα, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού της δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι είχαν τη δυνατότητα να εργασθούν σε συγκεκριμένους εργοδότες (τους οποίους ουδόλως προσδιορίζει) και παρόλα αυτά, απέφυγαν κακοβούλως να το πράξουν.

Το γεγονός ότι πράγματι η εργοδότρια εταιρία έπαυσε να λειτουργεί πραγματικά από το έτος 1999 και ήδη από το έτος 2004 με σχετική απόφαση των μετόχων λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, ανακληθείσης , για το λόγο αυτό της άδειας λειτουργίας της με την υπ’ αρ. 17/2937/11-3-2004 Απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ... δεν αποτελεί λόγο άρσεως της υπερημερίας της ως προς την καταβολή των αξιώσεων των εργαζομένων, που ήδη από το έτος 1999 είχαν ασκήσει νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης, καθόσον μάλιστα δεν τους καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό, είτε για τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, είτε για τους μετά την επίσχεση οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, παρά το ότι εκδόθηκαν οι τρεις προαναφερθείσες αποφάσεις, με τις οποίες τους επιδικάσθηκαν οι εν λόγω απαιτήσεις τους και επέβαλλαν κατά το έτος 2006 αναγκαστική κατάσχεση στο ακίνητο που εκπλειστηρίάστηκε τελικά με επίσπευση της ανακόπτουσας Τράπεζας, όπως παραπάνω εκτέθηκε, ενώ από τις συνολικές και μη εξοφληθείσες από το έτος 1999 αναγγελθείσες απαιτήσεις τους κατετάγησαν μόνο για τις απαιτήσεις τους της τελευταίας διετίας πριν από το πλειστηριασμό, οι δε προγενέστερες δεν εξοφλήθηκαν και δεν πρόκειται να ικανοποιηθούν καθόσον δεν υφίσταται άλλη περιουσία της εργοδότριας εταιρίας, πλην του πλειστηριασθέντος ήδη ακινήτου.

Ούτε εξάλλου το ότι οι άνω καθ’ ων δεν επεδίωξαν να εκτελέσουν την πρώτη από τις εκδοθείσες ως άνω αποφάσεις (214/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών) καθιστά καταχρηστική την αναγγελθείσα και καταταγείσα αξίωση τους, αφού πρόκειται για μεταγενέστερες από την εν λόγω απόφαση προνομιακές απαιτήσεις τους, και ο αντίθετος ισχυρισμός της πρώτης εφεσίβλητης είναι αβάσιμος...".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 Α.Κ. σε συνδυασμό με τα αναφερθέντα άρθρα 325, 329, 353 και 656 Α.Κ. Ειδικότερα, η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, να επιδιώξουν δηλαδή την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, δεν είναι καταχρηστική, καθόσον: 1) οι απαιτήσεις τους αφορούν μισθούς λόγω υπερημερίας του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία τους, χωρίς μάλιστα να έχει καταγγείλει ποτέ ο τελευταίος τις συμβάσεις εργασίας. 2) Οι εργαζόμενες έχουν και άλλες, προηγούμενες, απαιτήσεις α) από μισθούς για παρασχεθείσα και μη αμειφθείσα εργασία πολλών μηνών και β) από μισθούς υπερημερίας οι οποίες (απαιτήσεις) όμως δεν απολαμβάνουν του προνομίου του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν εμπίπτουν εντός της οριζομένης από το άρθρο αυτό διετίας. 3) Οι εργαζόμενες εξόπλισαν τις απαιτήσεις τους με τρείς δικαστικές αποφάσεις και επέσπευσαν και αυτές αναγκαστική εκτέλεση, η οποία όμως, με δικαστική απόφαση, ανετέθη τελικώς στην αναιρεσείουσα Τράπεζα.

Εξάλλου η παύση των εργασιών της οφειλέτριας εταιρείας και η ανάκληση της άδειας λειτουργίας αυτής, γεγονότα μη οφειλόμενα σε υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, δεν μπορούν από μόνα τους να θεμελιώσουν καταχρηστικότητα της αξίωσης των τελευταίων αλλά ούτε και σε συνδυασμό με την πάροδο ικανού χρόνου από την άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως αυτών, δεδομένου ότι στο διάστημα αυτό, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι αναιρεσίβλητες διεκδικούσαν συνεχώς την ικανοποίηση των αξιώσεών τους τόσο με την άσκηση αγωγών κατά της οφειλέτριας όσο και με την επίσπευση εναντίον της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2013 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1910/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ