Legislator Case Law & Legislation
1248/2014 AI generated

1248/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1248/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1248/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ` αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Keywords

AI generated
expulsion despite health conditions decisions on medical matters inadequate psychiatric report medical unfitness failure to prove deterioration adjustment disorder
AI generated
102/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1564/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
625/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8/2/2002 και 20/6/2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2006 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2007 αίτησή της.
1458/2017
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
960/2015
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ.2, 571 παρ.1 και 111 παρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1248 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1248/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-3-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΗΣ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ, ΓΕΝΕΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - GENOMETICA SA" και με το διακριτικό τίτλο "GENOMETICA SA", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5173/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 558/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 21-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 23-5-2013 αίτησης, για αναίρεση της 558/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, υπ' αριθμ. 8435Γ/15-1-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της σύμβασης, από τη διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).

Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα - ακόμη και μεμονωμένα - τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.

Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ` αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέτοιος λόγος συντρέχει και όταν επήλθε κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν ο μισθωτός παραβαίνει την υποχρέωση πίστεως έναντι του εργοδότη, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία, λόγω συνδρομής ορισμένων περιστατικών, τα οποία μπορεί να ανάγονται και στο πρόσωπο ή τις σχέσεις του εργοδότη, η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως αποβαίνει, βάσει των παραπάνω αντικειμενικών κριτηρίων, μη ανεκτή από αυτόν (Ολ.ΑΠ 858/1984, ΑΠ 62/2009).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας (σημ: εδώ αναιρεσείουσας) και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης (σημ:

εδώ αναιρεσίβλητης) η πρώτη προσελήφθη την 1-2-2009 προκειμένου να εργαστεί ως Διευθύντρια του εργαστηρίου βιολογίας και κυτταρογενετικής που διατηρεί η εναγομένη στον Πειραιά, με μηνιαίο συμφωνημένο μισθό 4.000 ευρώ και ωράριο εργασίας από 09:00' έως τις 17:00'. Ότι, τα καθήκοντα τα οποία ανέλαβε να εκπληρώσει η ενάγουσα ήταν: 1) η επιστημονική υποστήριξη του εργαστηρίου κυτταρογενετικής, με γνώμονα την έγκαιρη και ορθή διεξαγωγή των εξετάσεων, 2) ο τελικός έλεγχος στην ανάλυση καρυότυπων και κυτταρογενετικών αποτελεσμάτων, 3) ..., 4) η ανάπτυξη της έρευνας με συμμετοχή σε ελληνικά και διεθνή ερευνητικά προγράμματα, 5) η παροχή υπηρεσιών κλινικής γενετικής και συμβουλευτικής, 6) η ανάπτυξη του τομέα της κυτταρογενετικής και μοριακής κυτταρο-γενετικής (FISH, MFISH, MBAND) στον καρκίνο, 7) η ανάπτυξη συνεργασιών με ιατρούς, ερευνητές, πανεπιστήμια, νοσηλευτικά ιδρύματα, ερευνητικά κέντρα και αντίστοιχους με την εναγομένη φορείς και γενικώς σε ότι αφορά στους τομείς της ανθρώπινης υγείας, διαγνωστικής και προγνωστικής γενετικής και βιοηθικής.

Ότι, σε εκτέλεση της σύμβασης η ενάγουσα, η οποία εργαζόταν στον Καναδά ως βιογενετίστρια - κυτταρολόγος, προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι 31-8-2009, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση, για τους αναγραφόμενους στο εν λόγω έγγραφο σπουδαίους λόγους και συγκεκριμένα: 1) ασυνέπεια στο συμφωνηθέντα χρόνο προσέλευσης και αποχώρησης από το χώρο εργασίας που είχε οριστεί από την 09:00' έως 17:00', 2) άρνηση ενημέρωσής της σε θέματα της διαγνωστικής κυτταρογενετικής ..., 3) κατανάλωση πολύτιμου χρόνου από την εργασία της στο διαδίκτυο για μη σχετικές με την εργασία της ασχολίες, 4) έλλειψη ευθύνης και έγκυρης ενημέρωσης των ιατρών για "προβληματικά" περιστατικά, 5) έλλειψη σεβασμού και ορθής επαγγελματικής συμπεριφοράς προς τους συναδέλφους της και έλλειψη προθυμίας συνεργασίας και 6) ανεπιτυχή επικοινωνία εργαστηριακών δεδομένων με υπεύθυνα μέλη της ομάδας με αποτέλεσμα την κατάληξη σε 3 περιστατικά malpractice, ήτοι τα υπ' αρ.

εργαστηρίου Α09-1270, Α09-1523 και Α09-1443/Α09-1823 περιστατικά. Ειδικότερα, σύμφωνα με το πρώτο περιστατικό (Α09-1270), το εξεταζόμενο έμβρυο είχε παθολογικό καρυότυπο και ενώ η απάντηση για το περιστατικό αυτό γράφτηκε από την ανεξάρτητη συνεργάτιδα της εναγόμενης εταιρείας Μ. Μ., βιολόγο - η οποία κατοικεί στην Αγγλία και παρέχει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη μέσω διαδικτύου και συγκεκριμένα ελέγχει τους καρυότυπoυς των πελατών της εναγόμενης, που η τελευταία της αποστέλλει και συνυπογράφει τη σχετική απάντηση από κοινού με την εναγόμενη - η ενάγουσα πρόσθεσε και κάποια δικά της συμπεράσματα, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει την ανωτέρω συνεργάτιδα της εναγόμενης (παρόλο που η τελευταία είχε ήδη θέσει την υπογραφή της στην απάντηση), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί λανθασμένη εικόνα στην πελάτισσα ότι το έμβρυο μπορεί να μην είχε νοητική καθυστέρηση, ενώ βάσει της διεθνούς βιβλιογραφίας, τα έμβρυα με παρόμοιο καρυότυπο έχουν αυξημένη πιθανότητα για ήπια νοητική καθυστέρηση.

Τελικά οι γονείς του εν λόγω εμβρύου διέκοψαν την κύηση, προφανώς συμβουλευόμενοι τον θεράποντα ιατρό - γυναικολόγο τους, με βάση την απάντηση της ανωτέρω εξωτερικής συνεργάτιδας της εναγόμενης και χωρίς να λάβουν υπόψη τους τα λανθασμένα συμπεράσματα της εναγόμενης. Σύμφωνα με το δεύτερο περιστατικό, που αφορούσε καρυότυπο αμνιακού υγρού και επαλήθευση καρυότυπου χοριακής λάχνης, ενώ η απάντηση για το περιστατικό αυτό είχε σταλεί από την εξωτερική συνεργάτιδα της εναγόμενης Μ.

Μ. στις 21-7-2009 και είχε ενημερωθεί η ενάγουσα ότι έπρεπε να απαντήσει αμέσως και η ίδια, διότι τα ευρήματα ήταν παθολογικά και η πελάτισσα ήταν ήδη πέντε μηνών έγκυος και έπρεπε να γνωρίζει σύντομα το αποτέλεσμα της εξέτασης ώστε να αποφασίσει για τη διακοπή ή μη της κύησης, η ενάγουσα τύπωσε την απάντηση με καθυστέρηση δύο ημερών και μάλιστα προσθέτοντας σ' αυτήν στοιχεία που ενδεχομένως μπορούσαν να οδηγήσουν σε παρερμηνεία του αποτελέσματος, αρνούμενη να δείξει τη διορθωμένη απάντηση στην ανωτέρω βιολόγο Μ.

Μ., αν και ήταν υποχρεωμένη να συνεργάζεται με την τελευταία, αφού σύμφωνα με την πολιτική της εταιρείας τα εν λόγω αποτελέσματα και απαντήσεις προγεννητικού ελέγχου έπρεπε να φέρουν την υπογραφή και των δύο ως άνω βιολόγων (ενάγουσας και Μ. Μ.) γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα. Τέλος, σύμφωνα με το Α09-1443/Α09-1823 περιστατικό, έγινε έλεγχος αμνιακού υγρού και βρέθηκε ένα κύτταρο με τρισωμία 9 σε αμνιακό υγρό, με αποτέλεσμα να μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξη κάποιου συνδρόμου σε μικρό ποσοστό κυττάρων και για το λόγο αυτό η Μ.

Μ. στην απάντησή της συνέστησε την επανάληψη της αμνιοπαρακέντησης. Τότε η ενάγουσα, χωρίς να συμβουλευτεί το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Χ. Κ., παράγγειλε έναν ανιχνευτή FISH προκειμένου να ανιχνευτεί μωσαϊκισμός χαμηλού επιπέδου με τη μέθοδο FISH, παρά το γεγονός ότι η βιολόγος Μ. την είχε ενημερώσει ότι η διάγνωση μωσαϊκισμού χαμηλού επιπέδου κάτω από διάστημα εμπιστοσύνης 10% δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί με τη μέθοδο FISH, χωρίς τη παρουσία δεύτερου δείγματος και ότι τελικά με τη παρέμβαση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης δόθηκε η αρχική απάντηση διενέργειας και δεύτερης αμνιοπαρακέντησης και ακυρώθηκε η παραγγελία του ανιχνευτή FISH.

Ότι, αποδείχθηκε ασυνέπεια της ενάγουσας όσον αφορά τον συμφωνηθέντα χρόνο προσέλευσης και αποχώρησης και ότι καθημερινά ερχόταν μεταξύ 10:30' και 11:00' και έφευγε στις 16:00' περίπου και ότι για τους ανωτέρω λόγους και για άλλους που αναφέρονται στο επίμαχο έγγραφο καταγγελίας η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση.

Ότι, η βασιμότητα των λόγων αυτών αποδεικνύεται ιδίως από τις αναφερόμενες ένορκη κατάθεση και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης που έχουν ιδία άμεση γνώση ως προς τη συμπεριφορά της ενάγουσας στον εργασιακό της χώρο και την εσφαλμένη αντιμετώπιση εκ μέρους της των άνω περιστατικών και ότι οι καταθέσεις αυτές δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης που βεβαιώνουν τα τυπικά της προσόντα, χωρίς να είναι σε θέση να αποφανθούν για τη συμπεριφορά της στον εργασιακό της χώρο και ιδίως για την έλλειψη προθυμίας της να συνεργαστεί με τους υπόλοιπους συναδέλφους της και την ασυνέπειά της στο συμφωνηθέντα χρόνο προσέλευσης και αποχώρησής της και να κρίνουν...

ιδίως την ικανότητά της να εκτελεί καρυότυπους (προγεννητικούς ελέγχους) και να δίδει λύσεις σε θέματα που αφορούσαν το συγκεκριμένο αντικείμενο της κυτταρογεννετικής, λαμβανομένου υπόψη ότι προσλήφθηκε ως ειδική στο αντικείμενο αυτό. Ότι και η ενάγουσα με τις προτάσεις της δεν αντικρούει επαρκώς τα ανωτέρω και ειδικότερα: 1) ως προς το πρώτο περιστατικό ισχυρίστηκε ότι από λάθος στη σύνταξη του εγγράφου από τη γραμματέα, επήλθε το λανθασμένο αποτέλεσμα, αλλά αυτός ο ισχυρισμός δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, 2) ως προς το δεύτερο περιστατικό ότι όχι η ίδια αλλά η Μ.

καθυστέρησε την έκδοση των σχετικών αποτελεσμάτων, πλην ο ισχυρισμός της διαψεύδεται από τις μάρτυρες ανταπόδειξης Κ.Π. Ε.Κ και Α.Π, οι οποίες με κατηγορηματικό τρόπο βεβαιώνουν ότι η ενάγουσα, παρά την ενημέρωσή της ότι έπρεπε να στείλει την απάντηση αμέσως, διότι ήταν επείγον περιστατικό, την έστειλε με καθυστέρηση ..., 3) ως προς το τρίτο περιστατικό παραδέχεται ότι το τεστ FISH μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως συμπλήρωμα δοκιμής και ότι απλώς οι γονείς, μετά τη διενέργειά του θα είχαν περισσότερα δεδομένα για τυχόν δεύτερη αμνιοπαρακέντηση, η οποία διενεργήθηκε, όπως είχε συστήσει η Μ.

και απεδείχθη ότι επρόκειτο για ψευδομωσαϊκισμό. Με βάση τα ανωτέρω κατέληξε το Εφετείο ότι η αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας και ιδίως η λανθασμένη αντιμετώπιση των τριών περιστατικών του εργαστηρίου δεν αρμόζουν σε υπάλληλο που κατέχει την υπεύθυνη θέση του Διευθυντή του εργαστηρίου κυτταρογενετικής και βλάπτουν έναντι των τρίτων πελατών της εναγομένης τη φήμη και αξιοπιστία της ως εταιρείας παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών έρευνας, μελετών και εφαρμογών στους τομείς της μοριακής βιολογίας, γενετικής και βιοτεχνολογίας.

Ότι, τα τρία περιστατικά το καθένα χωριστά αλλά και αθροιστικά συνεκτιμώμενα, σε συνδυασμό και με την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας επιβάρυναν την εργασιακή της σχέση, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται για την εναγομένη μη ανεκτή η συνέχισή της, αφού πράγματι κλονίστηκε δικαιολογημένα η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο της ενάγουσας, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους και εύλογα κατέστη μη επιθυμητή η περαιτέρω συνέχιση της εργασιακής σύμβασης.

Ότι, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι πραγματικός λόγος της απόλυσης ήταν η απαίτησή της να καταγράφεται ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός της ύψους 4.000 ευρώ, στην ασφάλισή της στο ΙΚΑ, αντί του ψευδούς αναφερόμενου ποσού των 2.000 ευρώ και ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη καταγγελία συνδέεται αιτιωδώς αποκλειστικά και μόνο με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, κατά την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, κατά συνέπεια η καταγγελία δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης, με αποτέλεσμα να μην οφείλει η εναγομένη μισθούς υπερημερίας, ούτε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράνομη προσβολή προσωπικότητας, ούτε αποζημίωση απολύσεως, γιατί η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί αζημίως.

Με βάση τα ανωτέρω απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ., 669 εδ.

α', 672 ΑΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, και δη ως προς τη αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ένδικη καταγγελία εχώρησε ακύρως, ως υπερβαίνουσα τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, θεωρουμένη ως μη γενομένη και επιφέρουσα υπερημερία της εναγομένης. Και τούτο διότι, εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στο αιτιολογικό της οι ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, οι οποίες καθιστούν σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για την καταγγέλουσα εργοδότρια τη συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη κανονική λήξη της, εμπίπτουσες στην έννοια του σπουδαίου λόγου, με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας έννοια, για τον προσδιορισμό του οποίου συνεκτιμήθηκαν οι ρηθείσες περιστάσεις που επέφεραν, κατά τις ίδιες παραδοχές κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπο της ενάγουσας και διατάραξαν την ομαλή συνεργασία τους, ώστε η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως ν' αποβαίνει βάσει των ανωτέρω αντικειμενικών κριτηρίων, μη ανεκτή για την εργοδότρια.

Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι: "Η ενάγουσα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι από τον όρο 14.5 της από 11 Μαΐου 2009 σύμβασης εργασίας, που κατάρτισε με την εναγομένη, συνάγεται ευθέως ότι δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης αυτής είχε η εναγομένη μόνο αν της έταζε προθεσμία 15 ημερών για να συμμορφωθεί ως προς τη φερόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της, την οποία όμως δεν έταξε και συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη και για τον παραπάνω λόγο.

Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προβάλλεται διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται αλλά και ούτε είναι δυνατόν να επικαλεστεί την έλλειψη γνώσης και την αδυναμία πληροφόρησής της εγκαίρως για την ύπαρξη του παραπάνω εγγράφου, αφού αυτό έχει υπογραφεί από την ίδια. Ανεξάρτητα όμως από το απαράδεκτο της προβολής του ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται και αβάσιμος κατ' ουσία αφού, όπως προκύπτει από τον προαναφερόμενο όρο της σύμβασης εργασίας, σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή μη προσήκουσας εκτέλεσης των όρων αυτής από την ενάγουσα, η εναγομένη είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να της τάξει προθεσμία 15 ημερών για να συμμορφωθεί.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης". Με τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 537 παρ. 3 και 269 παρ. 2 περ. δ' Κ.Πολ.Δ., όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 27 Ν. 3994/2011, τις οποίες διέλαβε σε προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, κατά την προσήκουσα εκτίμησή του, αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.

Τούτο δε διότι, κατά τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 72 παρ. 2 και 4 ίδιου νόμου (3994/2011), μεταβατικές διατάξεις, "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο" (παρ. 2) και για "το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων ...

κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2" (παρ. 4). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι τόσον η αγωγή, (η επ' αυτής εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), όσο και η έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκαν πριν από την, κατά την 25-7-2011 έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, ήτοι η μεν αγωγή κατατέθηκε την 11-11-2009 (αριθμ.

καταθ. δικογρ. 11111/11-11-2009, μη προκύπτοντος χρόνου επιδόσεώς της) η δε έφεση την 3/11/2010 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 1263/2010). Συνακόλουθα, ορθώς στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο εφάρμοσε τις ρηθείσες διατάξεις, όπως η τελευταία του άρθρου 269 παρ. 2 περ. δ' Κ.Πολ.Δ., ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 27 Ν. 3994/ 2011 και κηρύσσοντας απαράδεκτο λόγω μη επικλήσεως συνδρομής των τασσομένων από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεων του άνω ισχυρισμού της ενάγουσας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον ρηθέντα τρίτο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα - αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 11-5-2009 έγγραφης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, καθόσον αφορά το ρηθέντα με στοιχ. 14.5 όρο αυτής.

Ο λόγος αυτός, αλυσιτελώς προβάλλεται, και είναι απορριπτέος, καθόσον η περί απαραδέκτου προβολής του λόγου αυτού, παραδοχή της προσβαλλόμενης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Ομοίως αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο συμφωνία για τήρηση ορισμένου ωραρίου απασχολήσεως της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης και δη από 09:00' έως 17:00', παραμόρφωσε κατά τούτο το περιεχόμενο της εν λόγω από 11-5-2009 σύμβασης, δεχθέν μη συμφωνημένο όρο.

Τούτο δε διότι, πρωτίστως, η ίδια η ενάγουσα, στην ένδικη αγωγή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη, εκθέτει σαφώς ότι: "Το ωράριο εργασίας μου συμφωνήθηκε 8ωρο από τις 09:00' π.μ. μέχρι τις 17:00' μ.μ", το δε Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, προκειμένου να αχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την άνω παραδοχή, συνεκτίμησε, πλείονα αποδεικτικά στοιχεία και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ούτε κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο, κατά τούτο ουδόλως εξαίρει.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι, το καθιερούμενο απαράδεκτο, αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αρ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, ότι δεν πρόκειται για τις ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός αυτός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε νόμιμα και παραδεκτά προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση και συγκεκριμένα να αναφέρεται ο τρόπος προτάσεως του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, η με τον τρόπο αυτό πρόταση επιτρέπεται (Ολ.ΑΠ 43/1990).

Το γεγονός εξ άλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει έννομη συνέπεια, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11α' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, κατά την προσήκουσα εκτίμησή του, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απαραδέκτως και μη νόμιμα έλαβε υπόψη τις με αριθμ. 2214, 2216, 2221 και 2222/21-12-2009 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης, προς απόδειξη της υποχρέωσης της ενάγουσας να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο απασχόλησης, κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, διότι δεν αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση νόμιμο αποδεικτικό μέσο, κατ' άρθρο 393 Κ.Πολ.Δ., του άνω ουσιώδους ισχυρισμού.

Με το περιεχόμενο αυτό ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή και νόμιμη προβολή αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτή επανυποβολή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, ούτε τέλος επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αφορούν τυχόν οι εν λόγω αιτιάσεις της, τις άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, παρεκτός του ότι, υπαγομένης της προκειμένης υποθέσεως στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ισχύει η διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1δ' Κ.Πολ.Δ., σχετικά με το επιτρεπτό των ενόρκων βεβαιώσεων και του, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελούς αυτού, ενόψει όσων εκτέθηκαν ανωτέρω στον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Τέλος, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει περαιτέρω ότι, προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως καταχρηστικής, η ενάγουσα εξέθετε μεταξύ άλλων ότι, στις 31-8-2009 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την ένδικη σύμβαση για τους αναφερόμενους στο έγγραφο αυτό λόγους, "για ασυνέπεια στο χρόνο προσέλευσης και αποχώρησης στην εργασία της, για επιστημονική της ανεπάρκεια, για έλλειψη σεβασμού και ορθής επαγγελματικής συμπεριφοράς της προς τους εργαζομένους στην εταιρεία, για απασχόλησή της στο διαδίκτυο με ασχολίες εκτός εργασίας της, με ανεπιτυχή επικοινωνία εργαστηριακών δεδομένων με υπεύθυνα μέλη ομάδας με κατάληξη άσχημα αποτελέσματα σε κάποια εργαστηριακά περιστατικά" και ότι η ενάγουσα "θεωρεί ψευδείς, απρεπείς και καταχρηστικούς τους λόγους που ανέπτυσσε στο από 31-8-2009" έγγραφο η εναγομένη, καθώς και ότι "η άνω καταγγελία ήταν άκυρη και καταχρηστική καθώς στηριζόταν σε ψεύδη και δολιότητες".

Ενόψει του εν λόγω περιεχομένου της αγωγής, στο οποίο, εκτός του αιτήματος για καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, διαλαμβανόταν και αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, ως καταχρηστικής, λόγω του ψευδούς των επικαλουμένων από την εναγομένη για την καταγγελία αυτή, ως άνω λόγων, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί λύσεως της συμβάσεως, συνεπεία του αληθούς και βασίμου των ίδιων ακριβώς λόγων, συνιστά στην προκειμένη περίπτωση, άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής ως άνω περιστατικών, τα οποία διέλαβε η ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο.

Συνακόλουθα, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο απαραδέκτως προταθείσα από την εναγομένη ένσταση, κατ' άρθρο 672 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με το πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με το λόγο αυτό είναι αβάσιμα.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2013 αίτηση της Σ. Λ., για αναίρεση της 558/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 10 Ιουνίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ