Legislator Case Law & Legislation
1248/2012 AI generated

1248/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1248/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1248/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.

Keywords

AI generated
damage to electrical installations construction defect contractor's lien right to cure defect building permit violation asbestos exposure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1248 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1248/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Α. Γ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Δημητρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας με την επωνυμία "OCEAN EXPRESS MARITIME INC" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Παναγιώτα Λουκάκου, η οποία ανεκάλεσε την από 21-11-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9715/1996 και 5842/2003 μη οριστικές, 3490/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3686/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή των πρώτου και δευτέρου βασίμων λόγων αναίρεσης και 2. την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνος δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, στην περίπτωση δε αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο του ως άνω άρθρου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.

Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 ΑΚ, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος.

Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στην σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από το συμφωνηθέν, γιατί διαφορετικά δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση.

Ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη, τα οποία το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτήν, ο κύριος έχει τα αναφερόμενα στα άρθρα 688, 689, 690 Α.Κ. δικαιώματα. Τέλος, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία τα οποία ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 του ιδίου Κώδικος, πρέπει να περιέχει:

α)σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ)ορισμένο αίτημα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 27-10-1994 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει τα ακόλουθα: Μεταξύ αυτής ως εργοδότου και του εναγομένου εργολάβου καταρτίσθηκε το έτος 1987 σύμβαση έργου, με την οποία εκείνη ανέθεσε στον εναγόμενο και αυτός ανέλαβε έναντι αμοιβής τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και την γενική επιστασία των εργασιών ανεγέρσεως πενταόροφου κτιρίου στο επί της οδού ...

και πλατείας ... της Γλυφάδας ακίνητό της, είχε δε ο ίδιος και το δικαίωμα επιλογής των κατά την κρίση του καταλλήλων συνεργείων και υλικών. Κατά τα Χριστούγεννα του έτους 1989 το έργο παραδόθηκε αποπερατωμένο στην ενάγουσα και σε τμήμα του κτιρίου εγκαταστάθηκε η εταιρία με την επωνυμία "EUROPEAN NAVIGATION INC". Μετά πάροδο έτους και ειδικότερα κατά τον χειμώνα του έτους 1990, με τις πρώτες βροχοπτώσεις, το έργο παρουσίασε από υπαιτιότητα του εργολάβου ελλείψεις και πραγματικά ελαττώματα στις αλουμινοκατασκευές, στα μάρμαρα κ.λπ., τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή και τα οποία είχαν σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να πλημμυρίζει το κτίριο από τα όμβρια ύδατα.

Ο εναγόμενος προσπάθησε να αποκαταστήσει τα ελαττώματα, αλλά, λόγω της καθυστερήσεως την οποία παρουσίασε αυτός και της εκ μέρους του αθετήσεως του συμπεφωνημένων, η ενάγουσα τον απομάκρυνε από το έργο κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 1992 και ανέθεσε την αποκατάσταση των ελλείψεων και των πραγματικών ελαττωμάτων σε τρίτους.

Για τον λόγο αυτόν η ενάγουσα δικαιούται, για την ζημία την οποία υπέστη, αποζημίωση για μη εκτέλεση της συμβάσεως, την οποία αναλύει λεπτομερώς και η οποία συμποσούται σε α) 60.000.000 δρχ. για τις αλουμινοκατασκευές, β) 27.633.300 δρχ. για την νομιμοποίηση των εξ υπαιτιότητος του εναγομένου γενομένων υπερβάσεων της οικοδομικής άδειας και γ) 61.719.671 δρχ.

για τα λοιπά πραγματικά ελαττώματα και κακοτεχνίες σε τοίχους, επιχρίσματα, μάρμαρα, ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κ.λπ. Ζητεί δε εν τέλει η ενάγουσα να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε αυτήν συνολικώς το ποσό των 149.352.971 δρχ. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία, όπως αυτά αναλύθηκαν στην αρχή, από το ίδιο δε περιεχόμενό της και ιδίως από το ιστορούμενο γεγονός ότι από τα Χριστούγεννα του έτους 1989 εγκαταστάθηκε στο ανεγερθέν κτίριο ή εταιρία "EUROPEAN NAVIGATION INC" συνάγεται η αποπεράτωση και παράδοση του έργου.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή είναι ορισμένη και ερεύνησε κατ' ουσίαν αυτήν, ορθώς δεν εκήρυξε ακυρότητα και επί πλέον δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από την ενάγουσα και ειδικότερα όσον αφορά την εκτέλεση και παράδοση του έργου και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.14 και 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία στην συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως η οποία εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, προϋπόθεση για την άσκηση του από το άρθρο 690 ΑΚ παρεχομένου στον εργοδότη δικαιώματος να απαιτήσει από τον εργολάβο αποζημίωση για μη εκτέλεση της συμβάσεως, λόγω ελλείψεων του έργου οι οποίες οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, είναι η εκ μέρους του τελευταίου εκτέλεση και παράδοση του έργου στον εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι απεδείχθησαν πλην των άλλων και τα εξής: "... Το Δεκέμβριο του ιδίου έτους 1989, το έργο παραδόθηκε στην ενάγουσα, οπότε και εγκαταστάθηκε στους χώρους γραφείων η εταιρία με την επωνυμία "EUROPEAN NAVIGATION INC". Μετά την παράδοση του έργου, άρχισαν να διαταράσσονται οι σχέσεις των διαδίκων και τούτο ειδικότερα επειδή η ενάγουσα απαίτησε να γίνουν κάποιες τροποποιήσεις του έργου, που είχαν να κάνουν κυρίως με τη βελτίωση της αισθητικής αυτού και ειδικότερα η ενάγουσα αποφάσισε να αντικαταστήσει ολοσχερώς την πλακόστρωση της ΒΔ βεράντας της κατοικίας του Ε' ορόφου η οποία ήταν ταυτόχρονα και οροφή της αίθουσας πολλαπλών χρήσεων του κάτωθι αυτής Δ' ορόφου και στη θέση της βεράντας να κατασκευάσει η ενάγουσα κήπο με την εμφύτευση σ' αυτόν δένδρων και γκαζόν.

Προ της αρνήσεως του εναγομένου να αναμειχθεί και να επιβλέψει τέτοιο έργο για το οποίο δεν υπήρχε αντίστοιχη μελέτη, η ενάγουσα το εκτέλεσε με δικά της συνεργεία, προέβη δηλαδή σε αποξήλωση της πλακόστρωσης της βεράντας, στη μεταφορά και εναπόθεση σ' αυτήν δανείων χωμάτων και στην εμφύτευση δένδρων και γκαζόν.

Στη συνέχεια, και όταν άρχισαν να εμφανίζονται υγρασίες στην οροφή του Δ' ορόφου, η ενάγουσα αποφάσισε να αποξηλώσει τα δένδρα και το γκαζόν και να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση. Ομοίως η ενάγουσα και παρά τις έντονες δικές του αντιρρήσεις, με συνεργείο δικό της (που εργάζεται για λογαριασμό της στα πλοία της και συνεπώς δεν είναι εξειδικευμένο για οικοδομικές εργασίες) τοποθέτησε μέσα στην πισίνα του Δ' ορόφου μια μεταλλική πλατφόρμα (κινητός πάτος) η οποία θα ανεβοκατέβαινε με έμβολα και τροχαλίες ανάλογα με την επιθυμία των χρηστών της, με κίνδυνο να διασαλευτεί η ευαίσθητη ισορροπία στεγάνωσης που προβλεπόταν από την εφαρμοσθείσα μελέτη, και να εμφανισθεί υγρασία στον κάτωθι αυτής όροφο.

Οι αντιθέσεις αυτές καθώς και η εμφάνιση προβλημάτων στη λειτουργία του έργου σε συνδυασμό με το αίτημα του εναγομένου για την καταβολή της αμοιβής του επέφεραν διάρρηξη στις σχέσεις των διαδίκων και οδήγησαν την ενάγουσα στο να κοινοποιήσει στον εναγόμενο την από 16.4.1992 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της με την οποία διαμαρτυρόταν για την άρνηση αυτού να αναλάβει το κόστος αποκατάστασης ζημιών και ελαττωμάτων που, κατά την ενάγουσα, αυτό παρουσίαζε και του δήλωσε ότι λύουν την μεταξύ τους σχέση ...

Ας σημειωθεί ότι όλες οι παραπάνω αυτοψίες για τη διενέργεια των αντιστοίχων πραγματογνωμοσυνών έλαβαν χώρα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, σε όλες δε τις αντίστοιχες εκθέσεις γίνεται δεκτό ότι η οικοδομή αποπερατώθηκε το Δεκέμβριο του έτους 1989 ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε ότι το έργο παραδόθηκε στα τέλη του έτους 1989, πλην όμως τα προπεριγραφέντα ελαττώματα ως προς τη στεγανότητα και τη μόνωση του κτηρίου δεν μπορούσε να τα διαπιστώσει με κανονική εξέταση κατά το χρόνο παραλαβής του έργου γιατί από τη φύση τους τούτο δεν ήταν δυνατόν ενόψει μάλιστα και της ανομβρίας που επικρατούσε το χειμώνα του έτους 1989 και αρχές του 1990.

Αυτά διαπιστώθηκαν αργότερα ήτοι το έτος 1990 και πέρα και αυτός ήταν κατ' αρχήν και ο λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος παρέμεινε στο κτήριο προσπαθώντας να αποκαταστήσει όποιες ατέλειες και κακοτεχνίες συνδέονταν αιτιωδώς με την εμφάνιση υγρασιών κλπ και μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1992, οπότε και κατά τα ήδη αναφερθέντα η ενάγουσα του ζήτησε να αποχωρήσει..".

Οι ως άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και με αυτές το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο κατ' επανάληψη αναφέρεται σε αποπεράτωση και παράδοση του έργου κατά τα τέλη του έτους 1989, διευκρινίζει δε, ότι η παραμονή του εναγομένου στο έργο και μετά από την παράδοση οφείλεται στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τα πραγματικά ελαττώματα και αναφέρει για απομάκρυνσή του από το έργο ύστερα από την με ημερομηνία 16-4-1992 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της εναγούσης.

Πουθενά όμως η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρεται σε σύναψη νέας συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων και "λύση" ή "καταγγελία" αυτής από την ενάγουσα, ούτε εξάγεται τέτοιο συμπέρασμα από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος-αναιρεσείων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η έγκριση προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου μπορεί δε να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης εδήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης που κατάρτισε με τον εργολάβο, ή σιωπηρή που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη. Ως κανονική εξέταση νοείται εκείνη που γίνεται είτε από τον ίδιο του εργοδότη (ή τον αντιπρόσωπο του ή τρίτον ορισθέντα από τον εργοδότη) είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες για το εκτελεσθέν έργο γνώσεις, όταν, ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εκτιμώμενες κατά την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, πρόκειται για ελλείψεις που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε. Παρά την έγκριση του εργοδότη ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις του έργου, αν αυτές δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν με την παραπάνω εξέταση αυτού κατά την παραλαβή του και μάλιστα είτε έγινε η "κανονική" εξέταση είτε όχι (Α.Π. 745/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτός από τις αναφερθείσες ανωτέρω παραδοχές του ως προς την αδυναμία της εναγούσης να διαπιστώσει με κανονική εξέταση του έργου τα πραγματικά ελαττώματα ως προς την στεγανότητα και την μόνωση του κτιρίου κατά τον χρόνο της παραλαβής του και ως προς την διαπίστωση αυτών εν τέλει ύστερα από τις βροχοπτώσεις του επομένου έτους, δέχθηκε ότι απεδείχθησαν και τα εξής: "...

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι μετά την άσκηση από τον εναγόμενο της από 23.7.1993 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δυνάμει της υπ' αριθ. 5992/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας - αρθρ. 678 έως 681 ΚΠολΔ) έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι το έργο παραδόθηκε στις 31.12.1989 και η ήδη ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εναγόμενο την αμοιβή του για την εκτέλεση του επιδίκου έργου εντόκως από 1.1.1990 ...

Με τα δεδομένα αυτά και όσον αφορά τα προπεριγραφέντα ελαττώματα του έργου τα σχετικά με τη στεγανότητα και τη μόνωση του κτηρίου, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η προβληθείσα από την ενάγουσα αντένσταση, η ερειδομένη στη διάταξη του άρθρου 692 εδ. β ΑΚ, και να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη η αντίστοιχη ένσταση του εναγομένου (αρθρ. 692 ΑΚ) ότι η ενάγουσα παρέλαβε μετά από κανονική εξέταση, τον Ιούλιο του 1989, το έργο χωρίς επιφύλαξη και το ενέκρινε ρητά με την υπογραφή του από 17.7.1989 πρωτοκόλλου αυτοψίας της Πολεοδομίας Αργυρούπολης".

Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό εκ του άρθρου 692 ΑΚ του εναγομένου και απέρριψε αυτόν κατ'ουσίαν, αφού διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 και 19 ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3686/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ