Legislator Case Law & Legislation
1248/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against enforcement order, remanding case due to appellate court's failure to examine all grounds.

Case Number 1248/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject an enforcement objection. The appellant argued the lower court improperly dismissed the enforcement order without reviewing additional legal grounds that were not examined in the first instance. The Court ruled that under specific procedural rules, the appellate court must examine all grounds for objection even if the primary claim was rejected, and remanded the case for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 535, and 536(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine all grounds for objection to enforcement even if the primary claim is rejected, unless prohibited by specific rules.

Keywords

AI generated
appellate review scope enforcement objection procedural examination remand for retrial civil procedure code multiple claims judicial error

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 535 and 536(2) of the Code of Civil Procedure
Article 25(3) of the Constitution
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1248 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1248/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμου εταιρείας με την επωνυμία "Χ ΟΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπούρη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ρηγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 906/2007του ίδιου Δικαστηρίου και 2207/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 25-2-20102 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μία βάση της αγωγής ή ένα λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης και ευδοκιμήσει η έφεση του ηττηθέντος διαδίκου, το Εφετείο πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις λοιπές μη ερευνηθείσες βάσεις της αγωγής ή λόγους της ανακοπής εκτελέσεως, αφού κάθε λόγος αυτής (ανακοπής) αποτελεί ιδιαίτερη βάση.

Στην περίπτωση δηλαδή, αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με αυτή, αλλά εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις βάσεις εκείνες που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, καθ' όσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί ανακοπής της αναιρεσίβλητης για ακύρωση επιταγής προς πληρωμή, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η υπ' αριθ. 26/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκτελεστός τίτλος της επισπευδομένης ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης, εκδόθηκε αφού συνεκδικάστηκαν τρεις αγωγές.

Η από 28-3-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας που ασκεί μεσιτικές εργασίες κατά της ανακόπτουσας ήδη αναιρεσίβλητης και των Σ και Ξ και οι (δύο) από 30-12-2002 αγωγές του Μ εναντίον των ιδίων προσώπων ως εναγομένων, δηλαδή αφενός μεν εναντίον της αναιρεσί-βλητης, αφετέρου δε εναντίον των Σ και Ξ.

Με την παραπάνω πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ότι για την επίτευξη της αγοραπωλησίας ακινήτου που βρίσκεται στη ... και πωλήθηκε από την αναιρεσίβλητη και τον πατέρα της ως πωλητές στην εταιρεία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως αγοράστρια, εκπροσωπούμενη από τους άνω Σ. και Ξ, μεσολάβησε η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη μεσιτική εταιρεία, και σε αυτήν οφείλεται μεσιτική αμοιβή, και έγινε δεκτή η αγωγής της αναιρεσείουσας, τόσον έναντι της πλευράς της συμβαλλόμενης στη σχετική εντολή πωλήτριας, όσο και έναντι της πλευράς των εντελλομένων για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας.

Αντίθετα, με την υπ' αρ. 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η ανωτέρω υπ' αρ.26/2004 πρωτόδικη απόφαση (του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), αφού κρίθηκε ότι για την αγοραπωλησία αυτή μεσολάβησε μόνο ο μεσίτης Μ, με ενέργειες του οποίου και επιτεύχθηκε η αγοραπωλησία, και έγιναν δέκτες οι από 30-12-2002 αγωγές του μεσίτη αυτού.

Συγκεκριμένα την παραπάνω πρωτόδικη απόφαση εξεκάλεσαν η αναιρεσίβλητη, της οποίας η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, οι Σ. και Ξ, καθώς και ο ενάγων Μ, του οποίου είχε απορριφθεί η αγωγή και με την άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτές οι αγωγές του ενάγοντος Μ και αντιστοίχως απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Όμως, στις 21-3-2005, σε χρόνο δηλαδή, που είχε εξαφανισθεί η παραπάνω απόφαση, η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αρ.26/04 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία την επέτασσε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 73.230 ΕΥΡΩ, αφού με την απόφαση αυτή είχε κριθεί ότι της οφείλεται μεσιτική αμοιβή.

Με τον πρώτο δε λόγο της ένδικης ανακοπής της η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη το επεκτατικό, κατ' άρθρο 537 Κ.Πολ.Δ., αποτέλεσμα και για αυτήν ως ομόδικό της υπ' αρ. 7535/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας μεσιτικής εταιρείας ζήτησε την ακύρωση της επισπευδομένης σε βάρος της εκτέλεσής της με αριθ. 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το Εφετείο έκρινε ότι η θέση της αναιρεσίβλητης στη δίκη εκείνη ως εναγόμενης της αγωγής που απορρίφθηκε είναι διαφορετική από εκείνη των ομόδικων της, λοιπών εναγομένων που μετείχαν ενεργά στην εν λόγω εφετειακή δίκη. Ειδικότερα, έκρινε ότι οι εναγόμενοι αυτοί (Σ. και Ξ) νίκησαν, αφού απορρίφθηκε η εναντίον τους αγωγή της αναιρεσείουσας, για άλλους λόγους, καθώς η εναγωγή τους στηριζόταν στην εντολή που έδωσαν για τη μεσιτική μεσολάβηση από την πλευρά των αγοραστών, ενώ η εναγωγή της αναιρεσίβλητης στηριζόταν στην εντολή που έδωσε στον μεσίτη από την πλευρά της πωλήτριας, περιστατικά τα οποία δεν ελέγχθηκαν με την παραπάνω εφετειακή απόφαση, εφόσον η έφεση αυτής (ως ηττηθείσας εναγόμενης) είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη και ότι κατόπιν αυτών, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 537 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομόδικους.

Στοιχείο που δεν υπάρχει εν προκειμένω, επειδή στην αγωγή της αναιρεσείουσας μεσιτικής εταιρείας, που αναζητούσε διαφορετικές μεσιτικές αμοιβές, είχαν σωρευθεί δύο αγωγές, εδραζόμενες σε διαφορετική ιστορική αιτία. Δέχθηκε δε το Εφετείο ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής της αναιρεσίβλητης ήταν αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε αυτόν ως βάσιμο, και ακύρωσε την έναρξη της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του Κ.Πολ.Δ.

Ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, ερεύνησε τον έτερον λόγον της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 ΑΚ και δεν είχε εξετασθεί πρωτοδίκως, αλλά μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την έφεση (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) της αναιρεσείουσας καθ' ης η ανακοπή.

Κατά παραδοχή δε του λόγου αυτού, τον οποίο έκρινε νόμω και ουσία βάσιμο, ακύρωσε την επισπευδομένη αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθ. 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δικ.

λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ 116 και 933 του Κ.Πολ.Δικ., 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος που συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή.

Επομένως, λόγο ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δικ. μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του 281 και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως (Ολ. ΑΠ 49/2005). Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ολ.

Α.Π. 17/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, με βάση την υπ' αρ.7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εξαφανίσθηκε η υπ' αρ.26/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα επέσπευσε την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, επιδίδοντας στην αναιρεσίβλητη την από ...

επιταγή προς εκτέλεση, κάτω από αντίγραφο εκτελεστό της απόφασης αυτής. Η αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε αμετακλήτως ως προς τους λοιπούς εναγομένους και ομόδικους της αναιρεσίβλητης με την υπ' αρ. 1477/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την ίδια απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας.

Αναφορικά με την ουσιαστική σχέση που κατήχθη σε δίκη, κρίθηκε αμετακλήτως ότι "τη μεσιτική αμοιβή δικαιούται ο ενάγων Μ, ο οποίος εκπλήρωσε πλήρως τις δοθείσες σ' αυτόν εντολές με την υπόδειξη πρώτος αυτός των στοιχείων του ακινήτου και των ιδιοκτητών του στη Σ, η οποία όταν υπέγραψε την εντολή προς την εταιρεία "Χ Ο.Ε.", τα γνώριζε ήδη....

ο εν λόγω μεσίτης είναι αυτός που έφερε σε επαφή πρώτος τους πωλητές Α και Β με την εντολέα για την αγορά του ακινήτου Σ". Μετά από αυτά, η αναιρεσίβλητη, συμμορφούμενη προς τις αμετάκλητες δικαστικές κρίσεις, πλήρωσε σε δύο δόσεις τον μεσίτη Μ, αναγνωρίζοντας ότι η αγοραπωλησία καταρτίστηκε ως αποκλειστικό αποτέλεσμα της υπόδειξης και των μεσιτικών ενεργειών του ανωτέρω.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι, με δεδομένα τα περιστατικά αυτά που αποδείχθηκαν, αν και η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και αυτή δεν είχε ενεργή θέση στη δίκη εκείνη, με συνέπεια ως μη εκκαλέσασα ομόδικος να μη μπορεί να προβάλει το προκύψαν ευνοϊκό για αυτή δεδικασμένο, με την έννοια της απόρριψης τελεσιδίκως (και στη συνέχεια αμετακλήτως), ως προς τους λοιπούς ομόδικούς της, της αγωγής, της οποίας ήταν εναγομένη και υποχρεωμένη να πληρώσει με βάση την πρωτόδικη απόφαση, το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αναγκάσει την πληρωμή μεσιτικής αμοιβής και προς αυτήν, για το οποίο επισπεύδει την ένδικη εκτέλεση, καθίσταται καταχρηστικό, διότι υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Και τούτο, διότι η άσκησή του δεν είναι ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, σύμφωνα με τις προπα-ρατεθείσες σκέψεις, ενόψει ότι για την αγοραπωλησία ακινήτου που απασχόλησε, για την κατάρτιση της οποίας μεσολάβησε μεσίτης, κρίθηκε αμετακλήτως το ποίος μεσολάβησε και εν τέλει δικαιούται μεσιτική αμοιβή, αυτή δε πληρώθηκε στον μεσίτη Μ και από τα δύο μέρη, πωλητή και αγοραστή.

Και ότι κατόπιν αυτών, η επισπευδόμενη εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης, με βάση την από ... επιταγή προς εκτέλεση, της υπ' αριθ. 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι καταχρηστική και ως τέτοια πρέπει να ακυρωθεί, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της ανακοπής. Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 ΑΚ, αφού, υπό τα εκτεθέντα περιστατικά η άσκηση του ειρημένου δικαιώματος της αναιρεσείουσας δεν είναι καταχρηστική, δεν ενέχει δηλαδή προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, τα πιο πάνω περιστατικά (εμπρόθεσμη άσκηση εφέσεως από την αναιρεσίβλητη κατά τον υπ' αριθ. 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας ως προς λοιπούς εναγομένους και ομοδίκους της αναιρεσίβλητης, δικαστική διαμάχη της αναιρεσίβλητης με τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα τον μεσίτη Μ και συμμόρφωση αυτής με την υπ' αριθ. 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ως άνω μεσίτη Μ, στον οποίο έχει καταβάλει ήδη η αναιρεσίβλητη, την επιδικασθείσα σ' αυτόν με την παραπάνω απόφαση (7535/2004) μεσιτική αμοιβή και γνώση των γεγονότων αυτών από την αναιρεσείουσα) δεν αρκούν για την κατάφαση πρόδηλης αντιθέσεως της ασκήσεως του κρισίμου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, προς επίσπευση εκτελέσεως σε βάρος της αναιρεσίβλητης, στα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού δεν πρόκειται για πράξεις ή παραλείψεις της αναιρεσείουσας, αλλά, είτε για πράξεις ή παραλείψεις τρίτου προσώπου (Μ) έναντι της αναιρεσίβλητης ή και της ίδιας της αναιρεσίβλητης (εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της), είτε πλήττουν την κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την 26/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο.

Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. προσάπτεται στο Εφετείο, η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι και πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2207/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ