Supreme Court dismisses appeal on grounds of vague allegations and failure to prove ingratitude.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding a property dispute and parental support. The appellant argued that the appellate court ignored his evidence and misinterpreted documents, but the court found these claims vague and unsupported by specific details. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to meet the strict evidentiary burden required to prove ingratitude or demonstrate that the lower court distorted specific documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1509(1), 1142, 496, 497, 505 of the Civil Code; Article 559(10), 559(11), 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging distortion of evidence or ingratitude is inadmissible if the grounds are vague, fail to identify specific documents, or lack the necessary factual precision to challenge the lower court's findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1248 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1248/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαράντη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λόυβρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1745/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2940/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-10-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 23-2-20009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1509 εδ. 1 ΑΚ, η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επιτηδεύματος, αποτελεί δωρεά μόνον ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Το "μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις" αποτελεί αόριστη νομική έννοια εξειδικευόμενη από το δικαστή, ως "περιστάσεις" δε, προς τις οποίες πρέπει να είναι ανάλογο το ποσό της γονικής παροχής, μπορούν να θεωρηθούν η οικονομική κατάσταση του γονέα, οι άλλες υποχρεώσεις του που συναρτώνται με την οικογενειακή του κατάσταση και η ανάγκη του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1142, 496 και 497 ΑΚ προκύπτει ότι η, δια συμφωνίας μεταξύ του ψιλού κυρίου ακινήτου και του επικαρπωτή αυτού, επέκταση του δικαιώματος επικαρπίας του τελευταίου επί αυτοτελών διαιρετών χώρων μελλούσης να ανεγερθεί επ' αυτού οικοδομής, περιληφθείσας στο νομίμως μεταγραφέν συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα, η παραίτηση εκ του οποίου υπέρ του ψιλού κυρίου, χωρίς αντάλλαγμα, μπορεί να αποτελέσει δωρέα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρήτης έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγό ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά, υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή τον σύζυγο ή το στενό συγγενή του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.
Το αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό υπαιτιότητας του δωρεοδόχου, καθώς και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στην κρινόμενη από αυτόν συγκεκριμένη υπόθεση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση δε αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ πταίσμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς το αν τα περιστατικά αυτά, ενόψει του χαρακτήρος των συγκεκριμένων διαδίκων, του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία (αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγμάτων), αλλά, ως προς το αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικά των εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση του το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, η σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση της πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια, που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασής του.
Τέλος, αν υπάρχουν ελλείψεις στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, αν δηλαδή από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, για έλλείψη νόμιμης βάσης της απόφασης.
Ο λόγος, δηλαδή, αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή αιτιολόγηση κατά τρόπο ασαφή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, όπως είναι και εκείνοι που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την έννοια του νόμου και την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, ως προς τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο και στο αποδεικτικό πόρισμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθμό ... συμβόλαιο Γονικής Παροχής της συμ/φου Αθηνών Ευγεν. Αγγελοπούλου - Κατσιγιάννη που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, όπως αναγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, στον εναγόμενο γιο της την ψιλή κυριότητα μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας (ισόγειας οικείας επιφανείας 80 τ.μ.), κτισμένης επί του με στοιχεία ...
τμήματος οικοπέδου, επιφανείας 169,60 τ.μ., που βρίσκεται στη ..., όπως αυτή εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 1961 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., ενώ η ίδια διατήρησε την επικαρπία της οικίας αυτής. Ακολούθως, με την με αριθμό ... πράξη Τροποποιήσεως και Συμπληρώσεως Πράξεως Οριζόντιας Ιδιοκτησίας της ίδιας παραπάνω συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε τροποποίηση και συμπλήρωση της με αριθμό ...
πράξης συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά το μέρος που αφορούσε την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία (ισόγεια οικία) και καθορίσθηκαν αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες επ' αυτής, που θα δημιουργούνταν μετά την κατεδάφιση τμήματος της υφισταμένης ισόγειας οικίας και την ανέγερση, κατ' επέκταση αυτής, διόροφης οικοδομής.
Ειδικότερα, με την εν λόγω πράξη τροποποιήσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας ορίσθηκε ότι όλες οι περιγραφόμενες σ'αυτήν ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες πλην του ημιορόφου, ήτοι: α) η υπό στοιχείο Ι-υπ. υπάρχουσα ισόγεια οικία, επιφανείας 59,18 τ.μ., με είσοδο από την οδό ..., β) το υπό στοιχείο Ι-1 κατάστημα του ισογείου, επιφανείας 60,95 τ.μ.
και γ) το υπό στοιχείο Α-1 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 60,67 τ.μ. θα ανήκαν κατά την ψιλή κυριότητα στον εναγόμενο και κατά την επικαρπία στην ενάγουσα εφ' όρου ζωής. Στη συνέχεια, με την με αριθμό ... πράξη της ίδιας παραπάνω συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα της επί της επικαρπίας του προαναφερθέντος Α-1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου.
Στην παραίτηση δε αυτή προέβη προς τον σκοπό διευκόλυνσης του εναγομένου να προβεί στη λήψη δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την ανέγερση της νέας οικοδομής, όπως εκείνος την διαβεβαίωνε, ενώ η συμφωνία τους ήταν ότι στην πραγματική χρήση του ανεγερθησομένου διαμερίσματος του ορόφου αυτού θα παρέμενε η ενάγουσα με τον σύζυγο της και πατέρα του εναγομένου για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Προς το σκοπό αυτό, άλλωστε, η ενάγουσα με τον σύζυγο της αλλά και με τον εναγόμενο γυιό τους, αποφάσισαν την ανέγερση της νέας οικοδομής, η οποία και αποπερατώθηκε τόσο με τα χρήματα του δανείου που έλαβε ο εναγόμενος από το ως άνω Ταμείο, ύψους 5.500.000 δρχ, όσο και κυρίως από τις οικονομίες που είχε συγκεντρώσει ο σύζυγος της ενάγουσας πριν από τη συνταξιοδότηση του από την εργασία του ως μηχανικός πλοίων.
Το γεγονός ότι όλα τα σχετικά έγγραφα (αποδείξεις κλπ) των δαπανών ανέγερσης της οικοδομής εκδίδονταν στο όνομα του εναγομένου, δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό του ότι η οικοδομή κτίσθηκε εξολοκλήρου με δικές του δαπάνες. Στο εν λόγω διαμέρισμα εγκαταστάθηκε η ενάγουσα με τον σύζυγο της και πατέρα του εναγομένου από της αποπερατώσεώς του, περί το τέλος του 1996, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και του εναγομένου και αυτό αποτελούσε την μόνιμη κατοικία αυτών από το έτος αυτό.
Πριν την εγκατάσταση τους στο διαμέρισμα αυτό οι γονείς του εναγομένου κατοικούσαν σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του συζύγου της ενάγουσας ..., το οποίο βρίσκεται στον ..., και το οποίο ο τελευταίος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην κόρης τους ..., αρχικά κατά ψιλή κυριότητα και στη συνέχεια, το έτος 1997, και αφού είχαν εγκατασταθεί στον ...(στο επίδικο διαμέρισμα), ο ίδιος παραιτήθηκε από την επικαρπία εκείνου του διαμερίσματος υπέρ της κόρη τους.
Η ίδια η ενάγουσα, κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο δεν είχε πλην της ως άνω ιδιοκτησίας της στον ..., την οποία μεταβίβασε, όπως προαναφέρθηκε στον εναγόμενο, κατά ψιλή κυριότητα όλη, ενώ διατήρησε την επικαρπία μόνον του ημιορόφου, του ισογείου καταστήματος Ι-1 (60,95 τ.μ.) και της υπάρχουσας ισόγειας παλαιάς οικίας (59,18 τ.μ.).
Οι εν λόγω δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου ορόφου του εν λόγω κτίσματος είναι παντελώς ακατάλληλες για οίκηση, η μεν μία είναι κατάστημα εκμισθωμένο με επαγγελματική μίσθωση, η δε άλλη (το εναπομείνον τμήμα του παλαιού κτίσματος) είναι επίσης ακατάλληλη προς οίκηση και για το λόγο αυτό είναι εκμισθωμένη από το 1998 ως επαγγελματική στέγη.
Σχετικά με τον ημιόροφο, οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει ποια είναι η κατάσταση του, και ποια η χρήση του. Έτσι η ενάγουσα, κατά τον χρόνο που προέβη στις ως άνω μεταβιβάσεις προς τον εναγόμενο (1989 - 1993) δεν διέθετε πλέον (μετά από τις μεταβιβάσεις αυτές) άλλη ιδιόκτητη κατοικία, ενώ τα μόνα περιουσιακά στοιχεία αυτής ήταν τα μισθώματα από τις δύο ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 680 Ευρώ περίπου (240 και 440 € αντίστοιχα), όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτήν από 10-6-1998 και από 20-4-1997 μισθωτήρια συμφωνητικά.
Ούτε, εξάλλου, ο σύζυγος της, μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις της ιδιοκτησίας του στο ... προς την κόρη τους, διέθετε άλλο περιουσιακό στοιχείο, πλην της σύνταξης του ως μηχανικού πλοίων, και τα εισοδήματα του δεν υπερέβαιναν το ποσό των 730 ευρώ μηνιαίως κατά τα αντίστοιχα έτη όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας.
Ο εναγόμενος, εξάλλου, κατά τον χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων είχε οικονομική αυτοτέλεια, ως ενήλικας (γεννηθείς το 1964) και υπηρετών ως αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας (πιλότος), ήταν δε πλήρως αποκαταστημένος επαγγελματικά, μετά από σπουδές που έγιναν με την πλήρη οικονομική κάλυψη των γονέων του και οικονομικά ανεξάρτητος.
Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων, η μεταβίβαση εκ μέρους της ενάγουσας προς αυτόν της ψιλής κυριότητας των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών του ισογείου του όλου κτιρίου που προαναφέρθηκαν, αποτελούσε γονική παροχή που έγινε από ιδιαίτερο καθήκον της ενάγουσας προς τον εναγόμενο γυιό της, όπως και ο σύζυγος της μεταβίβασε με γονική παροχή στο άλλο τους τέκνο, τη ..., την ψιλή κυριότητα τότε της δικής του ιδιοκτησίας.
Η μεταβίβαση όμως εκ μέρους της ενάγουσας επί πλέον και της πλήρους κυριότητας του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, (αρχικά της ψιλής κυριότητας και ακολούθως με την παραίτηση του δικαιώματος της ενάγουσας από την επικαρπία αυτού, ήτοι του κεκτημένου δικαιώματος που μπορεί να αποτελέσει δωρεά με την παραίτηση κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη) αποτελεί χαριστική πράξη (δωρεά) καθόσον υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, λαμβανομένων υπόψη αφενός της περιουσιακής κατάστασης και της εν γένει οικονομικής κατάστασης της ενάγουσας δωρήτριας προς τον δωρεοδόχο γυιό της, αφετέρου της οικονομικής αυτοτέλειας του τελευταίου που προϋπήρχε της χαριστικής αυτής πράξης και η οποία αυτοτέλεια είχε επιτευχθεί με τις οικονομικές παροχές των γονιών του (και της ενάγουσας).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενώ οι γονείς του εναγομένου κατοικούσαν συνεχώς στο ως άνω δωρηθέν διαμέρισμα, όπως, εξάλλου, τους είχε υποσχεθεί ο εναγόμενος ότι θα το χρησιμοποιούσαν ως δική τους κατοικία, από τα μέσα του Ιουλίου του 2004 ο εναγόμενος άρχισε να οχλεί τους γονείς του επίμονα να εγκαταλείψουν την οικία αυτή, προκειμένου να την χρησιμοποιεί ο ίδιος ως εξοχική κατοικία της οικογένειας, που είχε ήδη αποκτήσει (συζύγου) και του τέκνου τους, που επρόκειτο να γεννηθεί, λέγοντας τους επανειλημμένα ότι "και το δικό του παιδί είχε δικαίωμα να κάνει τα μπάνια του και να βλέπει τη θάλασσα".
Στις ικεσίες της ενάγουσας προς τον εναγόμενο να λάβει υπόψη του ότι την οικία αυτή η ίδια του την είχε δωρήσει, ότι η ίδια και ο σύζυγος της (ηλικίας 63 και 71 ετών τότε αντίστοιχα) θα ταλαιπωρούνταν από οποιαδήποτε μετακίνηση σε άλλη οικία διότι αντιμετώπιζαν χρόνια και σοβαρά προβλήματα υγείας -από αρτηριακή υπέρταση, πρόπτωση μητροειδούς και ασβέστωση αορτικής βαλβίδας η ίδια, και από σοβαρή καρδιοπάθεια ο σύζυγος της, πάσχων από το 1993 από αιδεσμικό αποκλεισμό και διαλείποντα κολποκοιλιακό αποκλεισμό με συγκοπτικά επεισόδεια, νοσηλευτείς επανειλημμένα στο "ΤΖΑΝΕΙΟ" Νοσοκομείο Πειραιά, όπου υποβλήθηκε δύο φορές την 17-3-1993 και την 5-11-2002 σε εμφύτευση βηματοδότη (βλ.
επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις) - ο εναγόμενος δεν συγκινήθηκε αλλά προέβη, μεταβαίνοντας στο ως άνω διαμέρισμα την 26-7-2004 και την 28-7-2004, σε εξυβρίσεις των γονιών του με χυδαίους και απρεπείς χαρακτηρισμούς (πόρνη τη μητέρα και κερατά τον πατέρα) αλλά και σε απειλές, απειλώντας τους τηλεφωνικά μέσω αγνώστων προσώπων και για τη ζωή τους, επεισόδια για τα οποία η ενάγουσα μετέβη στο Α.Τ. ..., ζητώντας προστασία, την 27-7-2004 και 29-7-2004, χωρίς να προβεί σε έγκληση, όπως της συστήθηκε από την εν λόγω υπηρεσία (βλ.
από 29-7-2004 και 2-8-2004 έγγραφα της υπηρεσία αυτής). Ακολούθως, την 30-7-2004 ο εναγόμενος κοινοποίησε στους γονείς του την από 30-7-2004 εξώδικη δήλωση με την οποία τους καλούσε να αποχωρήσουν μέχρι την Κυριακή, 8 Αυγούστου 2004, από το ως άνω διαμέρισμα παραλαμβάνοντας τα προσωπικά τους αντικείμενα (βλ. επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα σχετικό έγγραφο).
Θεωρώντας η ενάγουσα την ως άνω συμπεριφορά του γυιού της εκδήλωση σκληρότητας και περιφρόνησης προς την ίδια και τον σύζυγο της που τους συγκλόνισε και τους προκαλούσε κίνδυνο για την υγεία τους, στην κατάσταση που βρίσκονταν, προέβη, την 4-8-2004 στην κοινοποίηση προς τον εναγόμενο της από 2-8-2004 δήλωσης ανάκλησης δωρεάς ως προς όλα τα περιουσιακά στοιχεία που του είχε μεταβιβάσει με το με αριθμό ...
συμβόλαιο γονικής παροχής σε συνδυασμό με την ... πράξη τροποποιήσεως και συμπληρώσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και την με αριθμό ... πράξη παραιτήσεως που προαναφέρθηκαν. Η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου, να αξιώνει επίμονα από τους γονείς του, που αντιμετώπιζαν τα ως άνω προβλήματα υγείας και με την προαναφερθείσα οικονομική τους κατάσταση, να αποχωρήσουν από το επίδικο διαμέρισμα-που η ίδια η μητέρά του είχε δωρήσει και είχε αποπερατωθεί κυρίως με τις οικονομίες του πατέρα του και με τη ελάχιστη δική του συμβολή των 5.500.000 δρχ. (του δανείου που είχε λάβει) για την αποπεράτωση της όλης οικοδομής - προκειμένου ο ίδιος να το χρησιμοποιεί ως εξοχική κατοικία του (ενώ σαν κύρια κατοικία είχε εκείνη, ιδιοκτησίας της συζύγου του) και ενώ μάλιστα, κατά τον χρόνο που αποκτούσε την πλήρη κυριότητα του, διαβεβαίωνε την ενάγουσα ότι στο διαμέρισμα αυτό θα κατοικούσαν οι γονείς του, για όσο ζούσαν, αλλά κυρίως και ο τρόπος με τον οποίο ζητούσε να του επιστραφεί το δωρηθέν διαμέρισμα, με εξυβρίσεις και απειλές (και εντός της σύντομης προθεσμίας των 8 ημερών) που προκαλούσαν τρόμο και ανησυχία στους γονείς αλλά και κίνδυνο της υγείας τους στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν, συνιστά κατά αντικειμενική κρίση, τις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι, αντικοινωνική συμπεριφορά αυτού, που ενέχει παράβαση των κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας προς τους γονείς.
Στη συμπεριφορά αυτή ο εναγόμενος προέβη υπαιτίως (από δόλο) ενώ γνώριζε και τα οικονομικά και τα προβλήματα υγείας της δωρεοδόχου μητέρα του και του συζύγου της και πατέρα του, επιδεικνύοντας αδιαφορία για την τύχη τους και μεγάλη σκληρότητα, η οποία σκληρότητα επιβεβαιώνεται και από την μετέπειτα (μετά την ανάκληση της δωρεάς) συμπεριφορά του, υποβάλλοντας την 7-8-2004 έγκληση κατά της μητέρας του για παράβαση των άρθρων 331 και 334 ΠΚ (αυτοδικία και διατάραξη οικιακής ειρήνης), επειδή η μητέρα του άλλαξε την κλειδαριά της κεντρικής εισόδου του ως άνω διαμερίσματος, προκαλώντας μάλιστα και τη σύλληψη της, από την οποία αφέθηκε ελεύθερη λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, όπως διαπιστώθηκε, εξετασθείσα από γιατρό καρδιολόγο, εντός του αστυνομικού τμήματος, όπου κρατείτο. (βλ.
τα από 24-9-2004 αντίγραφα βιβλίου συμβάντων της 7/8/2004). Ενόψει των παραπάνω, η από 2-8-2004 δήλωση ανάκλησης εκ μέρους της ενάγουσας της δωρεάς της πλήρους κυριότητας του υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου (επιφανείας 60,67 τ.μ.) είναι έγκυρη ενώ το γεγονός ότι η ενάγουσα δήλωσε ότι παραιτείτο από το δικαίωμα προσβολής της σύμβασης και ανάκλησης της δωρεάς στο με αριθμ. ...
συμβόλαιο, ουδεμία έννομη επιρροή έχει, εφόσον τέτοια προκαταβολική παραίτηση δεν είναι νόμιμη, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Αντίθετα η εν λόγω δήλωση κατά το μέρος που αφορά στην μεταβιβασθείσα ψιλή κυριότητα των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής που αποτελεί γονική παροχή, που έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι έγκυρη, καθόσον οι γονικές παροχές που δεν υπερβαίνουν το ανάλογο μέτρο δεν αποτελούν δωρεές και δεν ανακαλούνται, ως γεγόμενες από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον κατά τα προαναφερθέντα.
Ενόψει των παραπάνω, η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά συνέπεια έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτήν ενόλω, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως βάσιμα εν μέρει η ενάγουσα παραπονείται με τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της, ενώ ορθά έκρινε ως προς την ψιλή κυριότητα όλων των λοιπών (πλην του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου) οριζοντίων ιδιοκτησιών, ότι αποτελούν γονική παροχή που δεν ανακαλείται".
Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε ότι είναι έγκυρη η γενόμενη ανάκληση της δωρεάς ως προς το υπό στοιχείο Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής και καταδίκασε τον εναγόμενο σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως του εν λόγω διαμερίσματος στη δωρήτρια αναιρεσίβλητη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1509, 497 και 505 ΑΚ. Ειδικότερα, τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν στο εύρος των νομικών εννοιών "του μέτρου που επιβάλλουν οι περιστάσεις" (η υπέρβαση του οποίου, καθιστά, την γονική παροχή, ως προς το υπερβάλλον ποσό, δωρεά κατ' άρθρο 1509 ΑΚ), του "βαρέος παραπτώματος" και "της αχαριστίας", με συνέπεια να δικαιολογείται γενικώς ή εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ.
Διέλαβε, εξάλλου, το Εφετείο στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρων διατάξεων. Ασάφεια ή αντίφαση δεν δημιουργείται από τις παραδοχές, αφενός μεν, ότι η μεταβίβαση εκ μέρους της ενάγουσας επιπλέον και της πλήρους κυριότητας του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου (αρχικά της ψιλής κυριότητας και ακολούθως με την παραίτηση του δικαιώματος της ενάγουσας από την επικαρπία αυτού) αποτελεί χαριστική πράξη (δωρεά) καθ' όσον υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, αφετέρου δε, ότι η αναιρεσίβλητη διατήρησε το δικαίωμα επικαρπίας επί του υφισταμένου τμήματος της παλαιάς ισόγειας οικίας και του ισογείου καταστήματος, αφού επιπλέον έγινε δεκτό ότι το υφιστάμενο τμήμα της παλαιάς οικίας ως ακατάλληλο προς οίκηση, ότι άλλων ακινήτων δεν ήταν κυρία η αναιρεσίβλητη και ότι τα μονά εισοδήματα της ήταν τα μισθώματα που εισέπραττε από το ισόγειο κατάστημα και το τμήμα της παλαιάς οικίας που ήταν μισθωμένο ως επαγγελαμτική στέγη, σε αντίθεση με την οικονομική αυτοτέλεια του αναιρεσείοντος, που προϋπήρχε των χαριστικών πράξεων.
Επίσης, ασάφεια ή αντίφαση δεν προσδίδει στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα η παράθεση των επιχειρημάτων του δικαστηρίου, ελλιπής αιτιολόγηση των οποίων, άλλωστε, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος εκ του αριθμού 1 και δεύτερος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγοι της αίτησης αναίρεσης.
Ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του με αυτόν, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων και η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπώμενου αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2945/2001 καταργήθηκε το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ και, συνεπώς για υποθέσεις που συζητήθηκαν στον πρώτο βαθμό μετά την 1-1-2002 (άρθρο 15 ν. 2953/2001), όπως η εκδικαζόμενη, η οποία συζητήθηκε στον πρώτο βαθμό το έτος 2006, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού έκτοτε σε καμία περίπτωση δεν εκδίδεται πλέον προδικαστική απόφαση, με την οποία να διατάσσονται αποδείξεις. Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν διάταξε απόδειξη περί της καταστάσεως και της χρήσεως του ημιωρόφου της διώροφης οικοδομής, γεγονός που έπρεπε συνυπολογιστεί, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για υπέρβαση του μέτρου, είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή δεν συνιστά πλέον αναιρετική πλημμέλεια.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα Εξάλλου, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο των εγγράφων που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, θα πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 505 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, ποια είναι τα έγγραφα τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη, παρότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή αυτών, επί παραπόνου δε, ειδικότερα, για μη λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, θα πρέπει να αναφέρεται ,πλην των άλλων, η αρχή ενώπιον της οποίας εδόθησαν οι ένορκες βεβαιώσεις και ότι αυτές λήφθηκαν μετά νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, λαβόν υπόψη τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα, σχημάτισε την κρίση του αναφορικά α) με το ότι η επιδειχθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης συνιστά βαρύ παράπτωμα και εκδήλωση αχαριστίας και β) με το ότι ο ημιώροφος ανήκει κατ' επικαρπίαν στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ απορρέων τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται η αιτίαση ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και τέθηκε υπόψη της εκ μέρους μου μια σειρά εγγράφων αποδεικτικών, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις δύο μαρτύρων αποδείξεων των ισχυρισμών μου, ουδόλως έλαβε υπόψη του αυτές" είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού το αναιρετήριο δεν διαλαμβάνει τα απαιτούμενα προς τούτο ως άνω στοιχεία.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4, 566 παρ. 1, 577 αριθ. 3 και 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης περί παραμορφώσεως του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το ακριβές περιεχόμενό του και εκείνο, το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το ουσιαστικό δικαστήριο, ώστε να κριθεί αν αυτό εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο και αν, εξαιτίας της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε, ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από εκείνο που περιέχει και κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, μέμφεται το Εφετείο ότι, με το να δεχτεί πως η συμπεριφορά του ίδιου (αναιρεσείοντος) συνιστά αχαριστία και ότι η επίδικη γονική παροχή αποτελεί δωρεά, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων του ΑΤ ...
και των καταρτισθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η συμβολαιογραφική πράξη της παραίτησης από την επικαρπία. Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο με ακρίβεια τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, ούτε το ακριβές περιεχόμενο του ενδιαφέροντος τμήματος των εν λόγω εγγράφων, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένως το Εφετείο ανέγνωσε αυτά και συνεπεία της εσφαλμένης ανάγνωσής τους δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2940/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ